ΣΚΗΝΗ 1
Κοιτάμε ένα ορεινό χωριό από ψηλά. Καμινάδες καπνίζουν. Βλέπουμε τους άδειους δρόμους του, νοτισμένους από την υγρασία του χειμώνα. Ένα σκυλί σουλατσάρει αμέριμνο. Ένα αγόρι πέντε με έξι ετών στέκεται όρθιο έξω από την είσοδο ενός σπιτιού κρατώντας ένα μακρύ λεπτό ξύλο. Δείχνει βαριεστημένο. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και μια γυναίκα με ορεινή προφορά του φωνάζει:
Γυναίκα: Τσακίσ’ έλα μέσα.
Το αγόρι πετάει το ξύλο στην άκρη του τοίχου και μπαίνει μέσα με αργά βήματα.
ΣΚΗΝΗ 2
Στο εσωτερικό ενός σπιτιού δύο γυναίκες κάθονται σε ένα τραπέζι στην κουζίνα και άλλη μια γυναίκα πλένει πιάτα και ποτήρια στον νεροχύτη. Από την αρχή της σκηνής ως και το τέλος της ακούγονται αποσπάσματα του διάλόγου τους τα οποία όμως δεν είναι συγχρονισμένα με την εικόνα. Θα παρατίθενται ανά τμήματα καθώς εξελίσσεται η σκηνή. Στο τραπέζι οι δύο γυναίκες τελειώνουν τον καφέ τους. Υπάρχει ένα αντίτυπο του βιβλίου Γουόλντεν του Χένρι Θορώ και ένα αντίτυπο του Γκαγκάν Μυτεράν του Θόδωρου Μπασιάκου. Και οι τρεις γυναίκες δείχνουν χαρούμενες.
Τρεις Γυναίκες – ηχητικό – οι φωνές αλλάζουν σε κάθε σημείο
Καλή φάση, ρε, εντάξει και στην τελική στη βάρεσε φεύγεις / άσε μωρέ και ο πολιτισμός έχει τα καλά του, δεν ξέρω, αλλά δεν τον βαριέσαι κάποια στιγμή; / για μένα πολιτισμός είναι ο Χρηστάκος μου και όχι δεν τον βαριέμαι / όλα τα βαριέται ο άνθρωπος / είπε η σοφή Ηρώ και συνέχισε τον δρόμο της / καλά, καλά γελάτε αλλά δεν σας είδα να ξεκουβαλάτε για τίποτα, σπίτι, δουλειά, Χρηστάκος, Μπίλης κι άντε καμιά βόλτα στο εξοχικό, μες στη ζωντάνια.
ΣΚΗΝΗ 3
Οι τρεις γυναίκες περιφέρονται στο σπίτι και μαζεύουν τα πράγματά τους. Μπαίνουν στο αμάξι της οικοδέσποινας και κατευθύνονται προς τον προαστιακό σταθμό. Είναι σούρουπο. Γελάνε και δείχνουν χαλαρές. Ένας τσοπάνης που τις κοιτάει επίμονα τις κάνει να σαστίσουν αλλά λένε κάποιο αστείο και γελάνε. Τις βλέπουμε μέχρι και τον αποχαιρετισμό τους στον προαστιακό. Η γυναίκα μπαίνει ξανά στο αμάξι της και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι.
Τρεις γυναίκες – ηχητικό – οι φωνές αλλάζουν μετά από κάθε σημείο
πάλι πίσω / πιο πίσω δεν έχει / θα ξαναρθείτε, μωρέ, όποτε θέλετε / γιατί εσύ εδώ θα την βγάλεις, παρέα με τους λύκους; / όχι ρε, σε λίγες μέρες θα γυρίσω κι εγώ / γιατί κάποιος να μείνει μόνος του εδώ; / για ησυχία; / για γαλήνη; / ξεκολλάτε ρε, θα τελειώσω κάτι εργασίες που χρωστάω, θα δω/ ναι, καλά, ου / μωρή ανώμαλη μπας και βρήκες κανέναν εδώ; / σαν αυτόν, τι είναι αυτός; / πω πω / ο τύπος είναι φεύγα / χαχαχαχα / γελάνε κι οι τρεις / νομίζει ότι είμαστε μάγισσες / τι θα κάνεις, τώρα, πες αλήθεια / θα πάρω lsd / χαχαχαχα / γελάνε κι οι τρεις / θα τα πούμε / ναι, στείλε κάνα μήνυμα / έλα γειά.
ΣΚΗΝΗ 4
Η γυναίκα οδηγάει βουβά. Τώρα δείχνει πιο συγκρατημένη. Ανοίγει το ράδιο και πέφτει σε τοπική διαφήμιση για κρεοπωλείο. Ακούει λιγάκι και το κλείνει απότομα. Έχει βραδιάσει. Σταματά στο μίνι μάρκετ ενός προηγούμενου χωριού. Μπαίνει ράθυμα στο κατάστημα και περιεργάζεται τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα είδη στους μικρούς διαδρόμους με ιδιαίτερη περιέργεια. Ακούγεται ο υπάλληλος, ένας νεαρός άντρας.
Υπάλληλος: Θέλετε να σας βοηθήσω;
Γυναίκα: Όχι
Παίρνει ένα μικρό καλάθι και βάζει μέσα σοκολάτες, γαριδάκια, μακαρόνια, μία οδοντόκρεμα, ξηρούς καρπούς, ένα ουίσκι. Πηγαίνει στο ταμείο. Ο υπάλληλος αρχίζει να χτυπά τα αγαθά στην ταμειακή.
Υπάλληλος: Ζείτε επικίνδυνα, βλέπω.
Γυναίκα: Ναι, σας ευχαριστώ. Κάνω ότι μπορώ.
Παίρνει την σακούλα μπαίνει στο αμάξι και φεύγει. Την βλέπουμε να οδηγεί νύχτα. Δείχνει απογοητευμένη. Σε μια διχάλα υπάρχει πινακίδα προς τα δεξιά για το χωριό τάδε κι αυτή στρίβει αριστερά. Συνεχίζει να οδηγεί. Σε λίγο βρίσκεται πάλι σε μια διχάλα και πάλι παίρνει τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που δείχνει η πινακίδα. Βλέπουμε την πινακίδα φευγαλέα. Μοιάζει κι η ίδια να απορεί με την επιλογή της. Συνεχίζει να οδηγεί αλλά τώρα έχει αρχίσει να δείχνει αναστατωμένη. Σε λίγο φτάνει σε έναν χωματόδρομο. Κοντοστέκεται και δείχνει αναποφάσιστη. Κλείνει τα μάτια, πατάει γκάζι, μπαίνει στον χωματόδρομο κι αμέσως τα ανοίγει ενώ ταυτόχρονα χαμογελάει σαν παιδί. Οδηγεί με αναταράξεις. Το αμάξι είναι ένα μικρό τζιπάκι. Έχει απόλυτο σκοτάδι και δεξιά αριστερά έχει δέντρα και πυκνή βλάστηση. Αρχίζει να τραγουδά ακατάληπτους δικούς της στίχους σε ρυθμό ραπ.
Γυναίκα: Λαλαλα, όλα πάνε μια χαρά, κοίτα πως σπινιάρω, στο σκοτάδι… πατινάρω, είμαι και η πρώτη, είμαι και καρότη..
Ο δρόμος γίνεται κακοτράχαλος. Σταματάει σε ένα μικρό πλάτωμα. Έξω είναι πήχτρα σκοτάδι. Δείχνει τρομοκρατημένη για μια στιγμή. Παίρνει μια σοκολάτα από την σακούλα. Την ανοίγει, τρώει μια δαγκωνιά και την πετάει στο κάθισμα. Καθώς τρώει την μπουκιά, προσπαθεί να αφήσει ένα δάκρυ να κυλήσει αλλά δεν τα καταφέρνει. Προσπαθεί ξανά μορφάζοντας αλλά και πάλι επανέρχεται σε μια απαθής έκφραση. Χτυπάει μπουνιά το τιμόνι. Τα λεπτά περνάνε και παραμένει εκεί βουβή. Κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου. Ο κρύος βραδινός αέρας την αναζωογονεί. Με σφιγμένα δόντια ανοίγει την πόρτα και βγαίνει. Ψάχνει το κινητό, ανάβει το φακό και φωτίζει τριγύρω. Τρομοκρατείται και ψελλίζει.
Γυναίκα: Μαμά…
Σβήνει τον φακό του κινητού. Συνηθίζει το σκοτάδι κι αρχίζει να βαδίζει σιγά σιγά. Φτάνει τα πρώτα δέντρα. Τα ακουμπά και στηρίζεται πάνω τους. Θέλει να μπει στο δάσος. Κάνει δειλά βήματα στο σκοτάδι. Δεν βλέπει σχεδόν τίποτα και το ίδιο και εμείς σαν θεατές. Ακούμε τα βήματα της χάρις στα ξερά κλαδιά και το χώμα. Ξαφνικά βγάζει κάτι σαν επιφώνημα παγωμένο, σαν προσευχή, λιγάκι ηδονικό, λιγάκι απόκοσμο.
Γυναίκα: Αααααααααααααα.
Ακούμε την ανάσα της. Το επαναλαμβανόμενο μουρμουρητό μιας μελωδίας. Κοιτάμε το δάσος από ψηλά. Τα σύννεφα. Ξημερώνει. Βλέπουμε το αμάξι. Κάθεται στην πόρτα με τα πόδια έξω και καπνίζει ένα στριφτό τσιγάρο. Είναι αναμαλλιασμένη και ταλαιπωρημένη αλλά φαίνεται ικανοποιημένη. Πλήρης. Κοιτάει γύρω της και αφουγκράζεται την μέρα που ξεκινάει. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει και με ήρεμη και σταθερή φωνή λέει:
Γυναίκα: Καλημέρα.