Νύσταξες άστρο μου φεγγάρι μου στην αγκαλιά μου αποκοιμήσου ξύπνησες ήλιε αποβροχάρη μου πάρε το γέλιο μου και πλύσου
Όλα δικά σου μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου
Δίψασες λεύκα μου κουράστηκες ρίξε τις ρίζες σου σε μένα ήρθε βοριάς και ξεμαλλιάστηκες πάρ’ την καρδούλα μου για χτένα
Όλα δικά σου μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου
****************
Γ. Σεφέρης, «Ο δικός μας ήλιος»
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμεποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοίμου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατεκοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδεςαφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντροένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδιααργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοιτραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητεςείκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθιαείκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγωνκι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχταθα ήταν ωραία κάποτε σαν εσέναμε στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμαμε την αγάπη.Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσειςκι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
*********************
“Ο δικός μου Αύγουστος”, Της Τίνας Σερβετά
Να ’ναι Αύγουστος, κάτω από ένα πλατάνι.
Και τα τζιτζίκια να κουτσομπολεύουν εμάς,
τους μικρούς και μεγάλους ανθρώπους.
Να μυρίζεις το θέρος και να το φοράς άρωμα στο λαιμό σου.
Να μυρίζεις τις σκέψεις και τις θύμησες.
Να καίγονται τα ρουθούνια από ένα πλανεμένο παρελθόν,
αλλά το μόνο που έχεις να είναι ένα παρών. Το όλον.
Αύγουστος είναι αυτός που σου καίει το δέρμα.
Αύγουστος να λούζεται σε ένα ρωμαϊκό λουτρό,
φτιαγμένο από μάρμαρο παρατημένο στη Νικόπολη.
Και όπως το τραγούδισμα της νυχτιάς
μπλέκει χέρια σφιχτά με το άρωμα του γιασεμιού,
ένα μαύρο μαγιό σε μαύρη θάλασσα χωρίς φεγγάρι έχει ενοχές.
Επτά χρόνια που δεν ακούς το κουτσομπολιό.
Τα τζιτζίκια είναι πάντα εκεί στους κορμούς από τα ευκάλυπτα.
Επτά χρόνια έμειναν κάτω από τη Γη.
Επτά χρόνια για να εκκολαφθεί ένα νέο μέλλον.
Και στοχάζεσαι πως είσαι ο ίδιος άνθρωπος με άλλη αμφίεση.
Με το ίδιο μαύρο μαγιό να ονειρεύεσαι βραδινό μπάνιο
σε παραλία με βότσαλα παρέα με μια πετσέτα που μυρίζει ευκάλυπτο.
Οι καλαμιές να έχουν πάρει φωτιά. Ένα θρόισμα προδίδει τη σκέψη.
Πόσους Αύγουστους προλαβαίνεις; Πόσα φεγγάρια
να ξεπροβάλουν πίσω από τη Νικόπολη; Κόκκινα να φλέγονται.
Τα τζιτζίκια έχουν φρενίτιδα, τα πιάνει ντελίριο πριν πεθάνουν.
Λιποθυμούν επάνω σε έναν ζεστό κορμό σαν τις αγάπες, μοναχικά.
Βαδίζεις στα σκοτάδια, ψάχνοντας την άκρη του νερού που στραφταλίζει.
Τα κοχύλια σπάνε από το βάρος σου,
το βάρος του χρόνου και της συνείδησης. Λυπάσαι γι’ αυτό,
αλλά συνεχίζεις μια πορεία άστοχη, ψάχνοντας κάτι που δεν θα βρεις ποτέ ξανά.
Το ξέρεις, μα συνεχίζεις τα βήματα επάνω στην υγρή άμμο.
Βυθίζεσαι στο βαρκό, αλλά νιώθεις ανακούφιση από το γνώριμο μέρος.
Κάποτε, είπες, είχες πάει στη Λατινική Αμερική.
Μου έφερες ένα εξωτικό κοχύλι, έβγαζε διαφορετικούς ψίθυρους.
Πώς να είναι ο Αύγουστος στο Κανκούν;
Πολύ θα ήθελες να ξέρεις, αλλά δε σε πολυνοιάζει κιόλας.
Είσαι κάτω από ένα πλατάνι και αποζητάς τα ευκάλυπτα.
Ακούς τους ψίθυρους να αγγίζουν τη δική σου ύπαρξη,
να σε κρίνουν χωρίς ενδοιασμούς, μα η γαλήνη των δέντρων μειώνει τις εντάσεις.
Άραγε ο Αύγουστος θα σε περιμένει μέχρι του χρόνου
ή θα πρέπει να φτάσεις μέχρι το Κανκούν για να τον ξαναβρείς;
Ψυχανεμίζεσαι πως θα έρθει η νυχτιά που μαζί θα μπλεχτείτε
στο μαρμάρινο λουτρό στη Νικόπολη, σε κοινή θέα,
όταν πια εσύ θα έχεις ξεγυμνωθεί από τις μελαγχολίες σου
και ο Αύγουστος από τον τρόμο του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος.
Ανθρωπάκι τον είπαν τα τζιτζίκια, το άκουσες καθαρά.
Θα τον αποδεχτείς πια όταν ίσως είναι αργά.
Μέχρι τότε θα φοράς το θέρος στο λαιμό σου και θα μεθάς.
************************
“Το δικό μου ποίημα”
Του Γιώργου Ιατρού
Άκουσα τα μεσάνυχτα στο διαδίκτυο
ένα νεαρό ηθοποιό να διαβάζει αισθαντικά ένα ποίημα
Το άκουσα πάλι, το διάβασα, ύστερα το αντίγραψα
Νομίζω ότι το ποίημα αυτό ήταν για εμένα και για εσένα
Αργότερα ενώ δεν μου έφευγε από το μυαλό
βρήκα ότι ήταν για εμένα, για εσένα και για το παιδί.
όχι, όχι είπα λίγο μετά και σκίρτησα,
για την ακρίβεια ήταν για εμένα, για εσένα, το παιδί και τον άγγελο μας
Έψαξα για τον ποιητή, βρήκα το βιογραφικό του
υποκλίθηκα στην φωτογραφία του, ευχαριστώ του είπα
Απʼ την καρδιά σου ένα παιδί μου λέει στερνό αντίο. Στερνό αντίο λέω κι εγώ και φεύγω πικραμένος.
Έρχομαι απʼ τα μπράτσα σου, δεν ξέρω προς τα πού να πάω. Κι απʼ τα βαθιά σου ένα παιδί γονατισμένο μας κοιτάζει.
*********************
“Δική σου”
Της Μπέττυς Κούτσιου
Εάν μια μέρα σε ρωτήσουνε..
Τι ήμουνα..
Πες τους ότι ήμουνα ελάφι..
Που πληγώθηκα..
και γι’ αυτό έτρεχα τόσο πολύ..
Πες τους ότι ήμουνα χελιδόνι..
Που με ρίξανε από τη φωλιά για να χωρέσουνε τα υπόλοιπα..
Πες τους ότι ήμουνα θρήνος ,
σε ένα δάσος, ένα βράδυ..
και δεν ξανακούστηκα ποτέ.
Ότι ήμουνα ένα ψάρι πες τους..
Που κορόιδεψε τον εαυτό του..
πως γεννήθηκε πουλί..
Και τσακίστηκε στα βράχια.
Όμως πέταξε για λίγο..
Όσο κρατάει εκείνη η στιγμή..
Που η μέρα συναντάει την νύχτα ..
Για λίγο ελάχιστα..για μια μόνο στιγμή.
Μόνο μην τους πεις ποτέ
Ποια ήμουνα..
Ήμουνα εκείνη που εσύ όρισες να είμαι..
Ήμουνα δική σου.
********************
Μάριος Τόκας – Γ. Νταλάρας, «Η δική μου πατρίδα»
Νεσιέ Γιασίν, «Η δική μου πατρίδα»
Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά
Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ; ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ;
*****************
Μαρία Δασκαλάκη, Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗ
Ποίηση που γίνεται συνήθεια Έμπνευση που μοιάζει δανεική Παραμύθια που μυρίζουν σαν αλήθεια Ψάχνω για μια λέξη μαγική
Ποίηση που γίνεται φενάκη Λέξεις που σκορπίζουν στον αγέρα Δίνω άλλη γεύση στο φαρμάκι Παίρνει άλλο φως η κάθε μέρα
Ποίηση που καίγεται σα στάχτη Τα χαρτιά μου που δεν έχουν λογική Θαύματα που μοιάζουν με απάτη Έρωτες με λήξη τραγική
Ποίηση που χάνεται στο πάθος Ρίμες ποτισμένες με ιδρώτα Στίχοι που προκύπτουν κατά λάθος Όλες οι στροφές σβησμένα νώτα
Ποίηση με δέος και με ρίγος Θέληση που χάνεται στη μοίρα Άνθρωπος που είναι τόσο λίγος Αίσθημα που μοιάζει με πλημμύρα
Με πλημμύρα στο χαρτί μου Μοιάζουν όλες μου οι σκέψεις Αραδιάζω τα «γιατί» μου Τα στριμώχνω μες στις λέξεις
Μια πλημμύρα δίχως άκρη Μέσα απʼ το μυαλό μου βγαίνει «τόσα χρόνια ούτε ένα δάκρυ», λέει κι ύστερα ξεμακραίνει…
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ’ τη βροχή και την από στάση Η ανάσα τους είν’ ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά, πολύ μακριά Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει
Πιο κοντά, πιο κοντά Τούτες τις μέρες… Πιο κοντά, πιο κοντά
(από το «Καπνισμένο τσουκάλι»)
****************
-«…Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα. Κάθε σκαλί της όταν τ’ ανεβείς χαλιέται πέφτει
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.…»
(Ν. Καρούζος)
************
Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος
είναι πελώριος τούτος ο άνεμος
είναι χαρούμενος, χαρούμενος, χαρούμενος,
ρίχνει τα τείχη που ύψωσαν ανάμεσα στους λαούς
ρίχνει τα τείχη του θανάτου
ρίχνει τα τείχη ανάμεσα στο νου και στην καρδιά
τα τείχη ανάμεσα σε σένα και σε μένα
κι ανοίγει διάπλατα, πάνου απ τον κόσμο, του ήλιου παράθυρο.
Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος
μέσα στις ματωμένες γειτονιές του κόσμου.
(Γ. Ρίτσος, Οι γειτονιές του κόσμου)
***************
Χρίστου Παλαιοπάνου, Αχ τούτα τα χέρια να ήταν ποίημα
Αχ το αχ του ποιήματος απάτη και τούτος ο κριτής πανούργος τούτος που γράφει ασύμφωνος με τις ορμές του ορμά για το ποίημα προς (ε)κείθε(ν) αχ το ποίημα μακριά – τα χέρια του γράφουν αντί βυζί και ήβη να ’ναι αντί του ποιήματος γεννήτωρ ποίημα.
Εμάς ο χάρος το ‘κανε το σπίτι μας σεργιάνι όταν δεν έρθει μια χρονιά τότε θα ‘ρθει την άλλη
Τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς δεν ήτανε για μας
Πού πας, διαμάντι, να κρυφτείς μάλαμα, να σκουριάσεις και κόκκινο γαρίφαλο να κιτρινοφυλλιάσεις
Τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς δεν ήτανε για μας
Ξύπνα, διαμάντι, και ρουμπί κι αφρέ του μαλαμάτου που ‘χω δυο λόγια να σου πω του παραπονεμάτου
Τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς τούτος ο ντουνιάς δεν ήτανε για μας
*************
-Κρίτων Αθανασούλης, «Όλος τούτος ο λαός»
Όλος τούτος ο λαός που περιμένει στο λιμάνι τα πλοία έπαιξε τη ζωή του στα ζάρια με τους ανέμους και τώρα ξυπόλυτος και γυμνός νοσταλγεί μιαν επιστροφή απ’ την αιχμαλωσία του. Εδώ κάτω από τάστρα ξαγρυπνάει τόσες νύχτες κι’ ονειρεύεται την επιστροφή.
Πλοία κατάφωτα και ταχύπλοα διασχίζουν τα σπλάχνα σου νύχτα και μέρα, όμως όπως περνούνε μακρυά από τη λαχτάρα σου τόσα όνειρα χάνονται, γιατί ένα φως μέσα στη θάλασσα που όλο σβήνει και απομακρένεται, ανάβει τη φωτιά της αγωνίας σε κείνους που περιμένουν. Δίχως τροφή, νερό και δύναμη ποιος τόλεγε πως θ’ απομείνουμε, ποιος τόλεγε πως θα περάσουμε δίχως το καθημερινό μας γέλιο, χωρίς μιάν εξοχή στο άγχος μας, χωρίς τίποτε θάλασσα, θάλασσα. Τώρα κλείσε τους ανέμους τους τυραννικούς μέσα στ’ αμπάρια των πλοίων έτσι ανενόχλητα να σκίζουν τον κόρφο σου και μεις στέλνουμε γλάρους τις ικεσίες μας να τα οδηγήσουν στο βράχο μας εκεί που με σφιχτά χέρια η ελπίδα μας θα κρατήσει το παλαμάρι.
Τούτος ο τόπος είναι μεγάλος, έτσι όπως από παλιά φημολογείται. Δεν τον ορίζεις με σύνορα και χάρτες ούτε τον προλαβαίνεις με ταξίδια και περιγραφές κι ακόμη δυσκολότερο να τον διαβάσεις σε σημαδεμένες εποχές ιστορίας, γιατί η κλειστή απεραντοσύνη του είναι αγέρι του νότου από γόνιμες θάλασσες, γέννα του βορρά από θυμωμένους ουρανούς κι έρχεται μπροστά από το χρόνο κι απ’ όλες τις γενιές που ακολουθούν.
Τούτος ο τόπος είναι όμορφος
έτσι όπως από παλιά ιστορείται. Τον κατανοούν απείθαρχα πνεύματα, τον νιώθουν αβόλευτες ψυχές κι ακόμη περισσότερο στ’ ανθρώπινο μεγαλείο, ανοχύρωτος σε παραλογισμούς και υστερίες έκθετος σε ανήκουστα δεινά και κρίσεις, προσπερνά με αξιοπρέπεια και αντοχές τις ευθύνες και τη μεμψιμοιρία και δεν ξιφομαχεί με είδωλα και σκιές ούτε και λύτρωση στο γδικιωμό γυρεύει.
Τούτος ο τόπος είναι ανθρώπινος έτσι όπως από παλιά αναγνωρίζεται. Δυο δρασκελιές ασυμμάζευτη γειτονιά και μια οργιά αφύλαχτο καταφύγι, να φτάνει η ανατολή γερόντισσα στους καημούς της κι η δύση ξιπασμένη νια στον αυτισμό της, κι ακόμη δικαιότερο του αληθινού, πόρτα ανοιχτή στο άναρχο και το συνειδητό, με την ανθρωπιά διάφορη από τη βία της τάξης και την απείθεια στα μικρά και τα φτωχά, φιλότιμο χωρίς ύστερα και προβολές στο μέλλον.
Η σχεδία των ονείρων μου ναυάγησε μετέωρη μπροστά στο αόρατο, το ανυπεράσπιστο κορμί μου βουλιάζει. Αδυνατώ να σηκώσω το βλέμμα, ακάλεστη πηγαίνω στο βυθό. Μια κουρτίνα διάφανη στα μάτια μου η θάλασσα πίσω της διακρίνω τη μορφή σου, ξεχασμένος στην όχθη, περιμένεις το δώρο σου. Ατάραχο, μοναχικό το νερό Φορτωμένο ένα καράβι φόβους στις πλάτες παρακλητικά ικετεύει για τη σωτηρία μου.
Πού πας αφέ , πού πας αφέντη μέρμηγκα και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του
Έχω `να αμπέ , έχω `να αμπέλι στο γιαλό και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω Λέλεμ του, λέλεμ του…
Έχω έν’ αμπέ , έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες Λέλεμ του, λέλεμ του …
Μα πρώτα πά , μα πρώτα πάω απ’ το χωριό να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι Λέλεμ του, λέλεμ του …
Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες Λέλεμ του, λέλεμ του …
Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι να `μαι σαν μεθυσμένος, να `μαι σαν μεθυσμένος Λέλεμ του, λέλεμ του …
Να με κοιτά , να με κοιτάζουν τα πουλιά να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους Λέλεμ του, λέλεμ του …
Κι όποιου δεν κό , κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι Λέλεμ του, λέλεμ του …
****************
«…-Απαιτητικός αφέντης η Ομορφιά! -Να μιλάς σαν καλοκαιρινή βροχή όπως η χειμωνιάτικη λιακάδα.»
(Αναστάσιος Σκεντερίδης)
***************
“Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί (δίκαιοι)
θα ‘ναι κι η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνοιο το κεφάλι σου”
(Κ. Βάρναλης)
***************
Ο αφέντης Λαός. Μητροπάνος Δημήτρης & Γαλιάτσου Χριστιάνα & Χορωδία
Σώτια Τσώτου, «Ο αφέντης λαός»
Εμείς παλεύουμε χρόνια και χρόνια για μια αυλή, για μια γωνιά στην Κοκκινιά. Εμείς γιατρεύουμε τα χελιδόνια και τα σπουργίτια που παγώνουν στο χιονιά.
Εμείς είμαστε ο αφέντης λαός εμείς είμαστε του κόσμου το φως εμείς είμαστε τα λάθη της Γης, όπως είπε και ο Χριστός.
Ας αστράφτει κι ας βροντά ο κεραυνός, ας αφρίζει κι ας λυσσά ο ωκεανός, εμείς είμαστε ο χρυσός ποταμός που κυλάει, που κυλάει πάντα μπρος.
Εμείς κρατήσαμε σταυρό στους ώμους, εμείς ποτίσαμε το χώμα που πατάς, εμείς ανοίξαμε καινούριους δρόμους για να μπορείς ελεύθερος να περπατάς.
***************
Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ»
Ποιός ειν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι, κι όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει, το μέτωπό του στόλισε με σέληνα και σμύρτα, και σκέπασε τη γδύμνια του με λυρικά παλτά;
Ποιός ειν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια μ’ όλο τον κόσμο τα ’βαλε και βγήκε νικητής, που μες στον κάμπο έσυρε ολόξανθες πλεξούδες, γέμισε τάφρους και γκρεμούς με μάτια λαμπερά;
Αυτός που μες στη στήθια του ξανάζησε το μύθο του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού, που ήταν καράβι κι έφυγε να μην ξαναγυρίσει, που ήταν σαν άγαλμα στητός σ’ έρημους αιγιαλούς;
Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια εφάνταξε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό, που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι, της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;
Αν ειν’ αυτός που αγάπησαν οι δεκατρείς νεράιδες, προτού πλησιάσει ας πάει να πιει τ’ αθάνατο νερό, κι αν ειν’ αυτός ο λυτρωτής, ο εικονισματάρης, προτού μιλήσει, ο ίσκιος του ας σβύση, ας χαθή.
Χρόνια τον περιμένανε στα ερειπωμένα σπίτια και σε καθρέφτες σκοτεινούς στα τζάμια τα κλειστά, καρδιές που ώργωσε βαθιά ο πόνος της αγάπης, μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.
Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει, θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά, τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη, και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.
*****************
Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μοθώνης
Βιντσέντζος Κορνάρος, Αφέντης Μεθώνης
Πάλι ξοπίσω του αυτουνού επρόβαλε κοντάρι, κι άλογο κόκκινο, ψηλό, μ’ όμορφο Καβαλάρη. Τ’ όνομά του ελέγασι Φιλάρετον οι άλλοι, είχεν αντρειά και δύναμι, και πλουμισμένα κάλλη.
Τούτ’ ήταν τ’ Αρχοντόπουλο που όριζε τη Μοθώνη, πάντά `χει λογισμούς τιμής, πάντα ψηλά ξαμώνει. Ήτονε χρυσοκόκκινη η φορεσά οπού εφόρει, χάρισμα του την ήκαμε μια πλουμισμένη κόρη.
Στην κεφαλή του η σγουραφιά, που ηθέλησε να βάλει, ήδειχνε πως μαραίνεται για μιας νεράιδας κάλλη.
****************
Δημήτρης Γαβαλάς: Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Ο άνθρωπος μοναδικός είναι
ύπαρξη ανεπανάληπτη.
Χίλια χρόνια ψάχνω το πρόσωπό μου
στων Κυκλάδων τον κύκλο
χίλια χρόνια γυρεύω
τον ερμαφρόδιτο μάντη
τη ρίζα μου.
Πνοές με σαρώνουνε
πνεύματος και ατσαλιού
γυναίκες με συντροφεύουνε.
Στέκονται στις γωνιές της γης
κρατούν τους ανέμους
μη φυσάνε πάνω μου.
Το πέλαγό μου πέτρωμα γαλανό
φλέβες αστραφτερές
φωνές φωτός.
Όπως τα παλιά ακροκέραμα
κρατάω κάποια μνήμη από το παρελθόν
φωνάζω τ’ όνομά μου μέσ’ από την πέτρα
καλώ τον εαυτό μου απελπισμένα
μέσ’ από πράσινα περιβόλια.
Και αν με ορίζει το φως
περνάω τη ζωή μου σχοινοβάτης
ανάμεσα επιθυμία και φόβο.
Θέλω να κρατηθώ
στο μοναδικό σημείο.
Πηγαίνω βαθιά στην Άλλη Όχθη
μηλιές με φύλλωμα φλογισμένο.
Πύρινα φιλιά στην ψυχή μου
ανθίζουνε γαλάζια πουλιά.
Πηγαίνω βαθιά στο νησιώτικο πύργο
λησμονώ τις πληγές των ανθρώπων.
Λύπη συνοδεύει τα βήματά μου
ανεβαίνουνε με ήχο κούφιο στον καιρό
τη διπλή γυριστή σκάλα.
Ο ρυθμός τους
παλμός της καρδιάς μου
και του Κόσμου.
Πρωτοσέβαστος κι επαναστάτης
από τυράννους θανατωμένος πάντα
ζωντανός στην πίσω διάσταση του χρόνου.
Εγώ ο παμπαλαιός
Αφέντης των Κυκλάδων.
********************
Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μακεδονίας
Αφέντης της Μακεδονίας
Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι. Και τ’ όνομά του το γλυκύ το λέγαν Νικοστράτη, η φορεσιά του ήταν χρυσή, όλο καρδιές γεμάτη.
Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι. Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.
Τραγουδιστής, ξεφαντωτής, και νυχτογυρισμένος, στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.
Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι στη λιακάδα γυρολόι κι οι λακέδες σκυλολόι τεμενά και μοιρολόι ξεκινάει τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι
Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα
Στο σοφά τ’ αρχοντολόι τρώει πίνει ξανατρώει καφεδάκι κομπολόι κι ας ψοφάει το φτωχολόι στο σοφά τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι
Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα
3. Δούλος – Σκλάβος
Κ. Βάρναλης, «Το μοιρολόγι των δούλων»
ΠΡΩΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Προσωπάκι απαλό σαν το μετάξι, ματάκια αστραφτερά σαν κρύα πηγή, χρονώ δεκατεσσάρω με δεκάξι, πού να `ναι τώρα; Στα βαθιά σου Γη!
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Τα ρόδα χάμου θάλασσα, στο φράχτη τ’ αγιόκλημα ποτάμι κρεμαστό. Πού να `ναι τώρα; Κουρνιαχτός και στάχτη! Και το φεγγάρι απάνωθε σβηστό.
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ
Δίχως αρχή και δίχως άκρα ή μέση απέραντα: Γη, θάλασσα, ουρανός! Τα `ζωσε τώρα σιδερένια δέση. Έξω και μέσα κόσμος αδειανός.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
Όλα βουβά μες στο βουβόν αέρα. Ήλιος τυφλός κοιτάει και δεν κουνά.
Η νύχτα δε χωρίζει απ’ την ημέρα, τέλος του κόσμου η προφητεία μηνά! Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση; Ποιος Έλληνας ή βάρβαρος θεός; Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει
ή πίσω θα γυρίζει ο παλαιός;
******************
Κ. Βάρναλης, ΔΟΥΛΟΣ ΤΡΙΔΟΥΛΟΣ
Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό (δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!) Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί με τα φτερά των είκοσι χρονώ.
Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία τα πάντ’ αγάπη, λεφτεριά, ησυχία. Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.
Δούλεβε δωδεκάωρο με χαρά του για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή και γι’ αφτόν να δουλέβουνε πολλοί.
Μα γέρασε και σώμα και ψυχή κ’ έμεινε δούλος, όπως στην αρχή. Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.
Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό, δεν το μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι θα μπορούσε να κάνει φονικό για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!
Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του κ’ ένα μονάχα το παράπονό του: Δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη.
Ήταν κάποτε παλιά ένας αφέντης με φλουριά που ’χε σκλάβο με μυαλό, μα δεν του βγήκε σε καλό. Είχε ξεσηκώσει κι άλλους, αχ τι μπελάς για τους μεγάλους. Ο αφέντης απειλούσε και ο σκλάβος τ’ απαντούσε.
Κι αν δεμένο και δαρμένο διατάξεις να με φέρουν κι απ’ τα βάσανα πεθάνω, τι θα χάσεις σκέψου. Πρώτα-πρώτα μια για πάντα, ένας άνθρωπος θα λείψει κι όσα τώρα μου φορτώνεις, όλα εσύ θα φορτωθείς, τι θα χάσεις σκέψου. Κι όχι κέρδος πως θα βγάλεις με την πράξη σου αυτή μια και μυστικό κανένα, από μένα δεν θα μάθεις, τι θα χάσεις σκέψου.
Καλοσκέφτηκε ο αφέντης κάτσε του λέει να τα πούμε. Τι να πούμε λέει ο σκλάβος, τίποτα τώρα δεν ακούμε.
Τη σκλαβιά μου λύνοντας καλόπιασέ με το κοινό συμφέρον δες το χρυσάφι σου χαρίζω, προτιμώ τη λεφτεριά. Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος. Τα παιχνίδια των θεών να τα πληρώνω εγώ. Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.
Το τελευταίο αντίο μου το `πες σε ένα πλοίο πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη κι αγέρας θα `χεις γίνει σ’ ένα μικρό στενό
Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή
Το τελευταίο αντίο μου το `πες απ’ το τρένο πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά
Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή
**********************
Αρθούρ Ρεμπώ, ΑΝΤΙΟ
“Φθινόπωρο. Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου ενώ, γυρεύουμε διαύγεια Θεού. Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ’ αυτούς που τα ψωφήμια τους, του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά, ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες , ταξιδεύει. Σχίζοντας νεφελώματα. Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη, Σε ξεναγεί σε πολιτείες πυρφόρων ουρανών της λάσπης. Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία. Σαν να ήταν’ χθές με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο. Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι! Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος. Τι βδέλυγμα! η κακομοιριά! Τους φοβάμαι τους χειμώνες. Ζητούνε πολλά. Πρωτίστως θάλπος. Κάποτε, βλέπω στον ουρανό κάτι ακρογιάλια, θάλασσας με δίχως τελειωμό. Και στις ακτές, πάνω στη θίνα, χορούς από έθνη λευκά. Επάνω μου, βάρκα που λαμπυρίζει στον ήλιο Με τις σημαίες του, πολύχρωμες, να πλαταγίζουνε στην αύρα του πρωινού. Έφτιαξα όλες τις γιορτές. Σας έδωσα όλους τους θριάμβους και κάθε τραγωδία. Έψαξα να βρω καινούριους ανθούς, γλώσσες άλλες και μιαν άλλη σάρκα. Πίστεψα πως μου είχανε δοθεί υπεράνθρωπες δυνάμεις. Ας προσγειωθώ καλύτερα. Και εγώ και η φαντασία μου και οι αναμνήσεις μου.
Ας την ξεχάσω την δόξα του καλλιτέχνη. Εγώ, που με ονόμασα μάγο ή άγγελο, απαλλαγμένο από την ηθική, να ‘μαι, επιστρέφω στα υπόγεια της γης. Αναζητώ ένα χρέος. Κάτι να κάνω μόνον εγώ. Αν όχι, τι; Να αγκαλιάσω ποια; Την πραγματικότητα; Να της φιλήσω τη ρυτιδωμένη μούρη; Τι αγροίκος! Ε; Έκανα λάθος. Το σαφές και η διαύγεια, είναι αδέλφια του θανάτου μου. Στο τέλος, θα ζητήσω και συγνώμη, γιατί με θρέψανε με ψέμα. Πάει. Ούτε ένα χέρι φιλικό! Και εσύ μιλάς για βοήθεια…”
Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος», γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος. Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους, όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…
Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο», γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν, γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει, μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές, ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις, ξεριζώνει τα δέντρα, κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά, ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα, είναι τα δαγκωμένα χέρια μου, το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας, είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου – κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου… Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;
Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος». Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».
Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη
******************
Μαρινέλλα – Χατζής, «Αντίο, λοιπόν αντίο»…
Σώτια Τσώτου, «Αντίο λοιπόν αντίο»
Για μένα ακόμα η φλόγα καίει Ό,τι κι αν γίνει θα σ’ αγαπώ Μη με ρωτήσεις λοιπόν ποιος φταίει Όποιος κι αν φταίει θα πω εγώ
Αντίο λοιπόν αντίο Το χάνω κι αυτό το πλοίο Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο Σαν γίνονται ένας οι δύο αντίο λοιπόν αντίο Το χάνω κι αυτό το πλοίο Και κάνει Θεέ μου ένα κρύο Σαν γίνονται ένας οι δύο
Ό,τι κι αν γίνει θα `μαι κοντά σου Θα ικετεύω τον ουρανό Να μην πληρώσεις τα σφάλματα σου Να τα πληρώσω όλα εγώ Αντίο…
***************
«Λίγο λίγο αντίο», Κική Δημουλά
Τοις μετρητοίς μην παίρνεις την απώλεια.
Είναι τερατολόγος μελοδραματική.
Κακώς σπεύδεις να προμηθεύεσαι
μεγάλο μήκος λύπης.
Θα σου περισσέψει
διότι ολόκληρο, όλο μαζί
τίποτα δε χάνεται.
Διαρκώς θα υπολείπεται κάτι δικό του
ακόμα να χαθεί.
Όπως τα πλοία
έτσι και της υπάρξεως τα συμπτώματα
για να αποβαρυνθει ο κλυδωνιζόμενος
διάπλους
αδειάζουνε στο πέλαγος λίγο λίγο
πλεονάζον φορτίο
είτε είναι σώματος οι προμήθειες
είτε σακιά με τον υδρόφιλο βάμβακα ψυχής.
Χάνεται κάτι θεωρητικά
αλλά στην πράξη θα υπολείπεται
λίγο η έλλειψη του να χαθεί.
Όλα
αργή αργή απώλεια σαδιστική τα γέννησε.
*Κική Δημουλά “ήχος απομακρυνσεων”, Ίκαρος 2001
*********************
Τάσος Λειβαδίτης [Αντίο]
Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να
περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρί-
τες απ΄τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώ-
νες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώ-
θηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
έξω
όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
Ν’ αφήνεις πίσω σου τη σύγχυση, τη ζάλη, ό,τι δικό σου δήθεν είχες να τ’ αρνείσαι σαν να ’ναι τρέμισμα νερού σ’ αρχαίο πηγάδι που αντανακλά και κατοπτρίζει ό,τι δεν είσαι· ν’ αφήνεις πίσω σου τα κοφτερά τ’ αγκάθια που έχουν πάνω σου πιαστεί, να φεύγεις πέρα, κι Αυτούς, κι Αυτά (που τα ’χες μπρος σου κάθε μέρα κι ήταν καρφιά χωμένα μες στα δυο σου μάτια) με γλύκα πια να τα κοιτάς και καλοσύνη σαν να ’ταν πρώτη σου φορά… Σιγά σιγά θα το αισθανθείς: δεν είχε πρόσωπο η οδύνη που ήδη απ’ τα χρόνια σ’ έπνιγε τα παιδικά. Ν’ αφήνεις πίσω κάθε νεύμα, κάθε χέρι, σαν να σκαλίζεις πρώην τραύμα γιατρεμένο – έτσι να φεύγεις… Και για πού; Γι’ άγνωστα μέρη, για έν’ άλλο τόπο μακρινό, θερμό και ξένο, που όπως διάκοσμος σκηνής σε τραγωδία θα στέκει αμέτοχος: τι τοίχος, τι αυλή… Έτσι να φεύγεις. Για ποιον λόγο; Από μανία, από παρόρμηση ή ανυπομονησία, από έναν πόθο σκοτεινό, από προσμονή, αυτόν τον κλήρο σου ’χει τύχει να υπομείνεις κι ό,τι πιο οικείο σου καθώς φορτίο βαρύ να το πετάξεις, μάταια ίσως, για να μείνεις μόνος στο τέλος σου, αγνοώντας το γιατί…
«Είδα αρκετά. Τ’ όραμα το συνάντησα σ’ όποιον ουρανό κι αν πήγα. Είχα αρκετά. Πολύβουες πόλεις, το βράδυ, και τη μέρα, και πάντα. Γνώρισα αρκετά. Σταθμοί ζωής. – Α, Βουητά και Οράματα! Μες στην καινούργια αγάπη και μες στο νέο ήχο αναχωρώ!».
Κατιφέδες, χρυσάνθεμα, βασιλικά και αρμπαρόριζες, θαρρούσε κανείς πως ανθίζανε στο λιτό φέρετρό σου, ως να ρέαν στο βάθος του νερό και πρωί. Μόλις που αφήναν να ξεβγαίνει από μέσα τους το πρόσωπό σου, απαλό, γλυκό, αστιγμάτιστο, χωρίς ίχνος τύψης, σαν φεγγαράκι.
Το κορμί σου λιανό σαν σπαθάκι αγγέλου, το φέρετρό σου μακρύ, καθώς το πηγαίνανε πάνω στους ώμους τους, μες στο φθινόπωρο, κάτω απ’ τα δέντρα, δεν έδειχνε θάνατο. Οι δουλειές σου τελειώσανε. Ζύμωσες, έπλυνες, συγύρισες όσο περνούσε απ’ το χέρι σου τούτο τον κόσμο. Πόνεσες, γέννησες. Άφησες μες στην ψυχή μου το γάλα σου.
Μέσ’ απ’ του ήλιου το μάτι που έφεγγε πάνω σου, σ’ έβλεπε ο Κύριος να φεύγεις χαρούμενη. Δε θήλασες πάνω στην άμμο.