Λευκό κανείς δεν πρόλαβε να δει, κανείς δεν μπόρεσε να πει, καθώς ευθύς το μαύρο εγώ κι εσύ και όλοι μας χαράζουμε. Αλήθεια, πως να ορίζεται η απόλαυση αν όχι με την διαμάχη δύο δυνάμεων, εξίσου ισχυρών, που η κάθε μια την άλλη ποθεί να κατακτήσει, να εξαφανίσει μες τη δικιά της φύση. Πέραν πάσης αλληγορίας είναι σαφές πως το πρωταρχικό μέλημα κάθε λέξης είναι η εναντίωση της στο φάσκιωμα της σελίδας, του τοίχου ή του σώματος. Η μονοχρωμία τους αποτελεί μια απειλή και μια ύβρις απέναντι στον κόσμο αυτό και γι’ αυτό η διάρρηξη της αποτελεί μονόδρομο για τον άνθρωπο που γνωρίζει το πως και το γιατί εξακολουθεί να υπάρχει. Ένα περιβάλλον δεν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο αν και εφόσον δεν κατακρημνίζει την απολυτότητα κάθε απόχρωσης. Πριν καν με γνωρίσω οφείλω να αντιπαρατεθώ στο κενό που χάσκει ολόγυρα μου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να σηματοδοτήσω εμένα ως το σημείο από όπου θα αρχίσει η επέκταση μου και η κατάληψη κάθε χώρου που δύναμαι να καταλάβω. Πόσο συχνά αγνοούμε πως η μεγαλύτερη καταστροφή συνίσταται από την αντίρροπη πορεία της δημιουργίας. Προς την κατάλυση, δηλαδή, των πάντων και τη σύζευξη τους στο απέραντο και δίχως επιστροφή λευκό. Οι λέξεις αυτές δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο πέρα απ’ την διάσπαση, σε κάτι λιγότερο ξένο κι επικίνδυνο, αυτού του άδηλου τοπίου.

