Το καλοκαίρι τελειώνει πάντοτε ακριβώς όπως μια υπόσχεση διαδέχονται αναρίθμητες υποχρεώσεις. Εκείνος ο στίχος που φάνταζε ικανός να μετουσιώσει τον κόσμο σε αλήθεια και ηδονή συνάμα, κατέληξε μια μακροσκελής ωδή που αναζητά το θρασύ χάδι της πρώτης βροχής για να σφραγίσει τα χείλη της.
Το χρώμα που αποτίναζε τα μεγέθη και τα σχήματα από την ακατάσχετη ευρυθμία τους, και τους ανθρώπους από την συνήθεια της αναγγελίας τους, όταν και όσο φτάνουν, οπουδήποτε πέρα από τον εαυτό τους, φθίνει ολοένα, φανερώνοντας τις νέες κατακτήσεις της λησμονιάς πάνω στον χάρτη του αιώνια κρυμμένου θησαυρού.
Ο καθιερωμένος αναστοχασμός δεν δύναται να θριαμβεύσει, καθώς τίποτα από αυτή την άχρονη εποχή δεν μπορεί να προσαρτηθεί σε οποιαδήποτε στιγμή έξω από αυτήν. Είναι για αυτό, μονάχα ο βαθμός της έλλειψης, ή το γλυκό πένθος της απώλειας, που συντονίζει την πίστη σου με την ανεπίστρεπτη χαρά μιας στιγμής που έχει οριστικά παρέλθει.
Μπορείς στην παραμικρή διάθεση να πλάσεις το απέριττο χαμόγελο της αγάπης, να χαιρετήσεις, ξανά και ξανά, την αμετανόητη επιστροφή της φιλίας, να ενδυθείς τον μανδύα κάθε ξάστερης νύχτας, να συλλαβίσεις τις λέξεις που αποκόπηκαν από το στερέωμα για χάρη σου, ίσως ακόμη και να πλαγιάσεις στο ακάθαρτο μεσημέρι του ονείρου σου, μα όλα τούτα είναι εδώ ακόμα μονάχα για να σε καθοδηγούν στο πέρασμά σου.
Είναι μες στο παιχνίδι, εξ ορισμού, που φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ως μια δυναμική του χώρου και του χρόνου, και τις διαστάσεις αυτές ανεξάντλητες προς όφελός μας. Εκεί ανακαλύπτουμε κάθε επόμενο βήμα προς την ευτυχία, κάθε δυνατότητα δημιουργίας, εκεί σφυρηλατούμε την αναγκαιότητα κάθε χειμώνα που αύριο πάλι θα πυρπολήσουμε για να βρεθούμε ξανά εκεί.



