Κόρνα λεωφορείου επιδιώκει την αποτροπή της συγγραφής αυτού του κειμένου, ενώ ταυτόχρονα το αυτόματο πότισμα του γκαζόν της πολυκατοικίας διατηρεί την αναγκαιότητα, έστω και της παραμικρής προσπάθειας, δημιουργίας του. Η προηγούμενη πρόταση καταφέρνει το πρώτο και ουσιαστικότερο πλήγμα, στην πρωτοφανή επιμονή με την οποία η κόρνα επιχειρεί να επικαλύψει κάθε φωνή μες στο κεφάλι μου, κι ακόμα περισσότερο να διαστρεβλώσει το λεκτικό υλικό αυτών των φωνών, σε βαθμό που να είναι αδύνατο αυτές να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη και επαρκής πρόταση. Είναι βέβαιο, πως δίχως την βοήθεια του πιτσιλωτού και επαναλαμβανόμενου ήχου των μικρών μπεκ από το ισόγειο, ακόμη και η τρίτη αυτή πρόταση θα παρέμενε ένα ακατάσχετο συνονθύλευμα ελαφρού εκνευρισμού, παλιοκαιρισμένου μίσους και τάσης φυγής, εκφραζόμενο με την προσφιλή βωμολοχία της εποχής. Καθώς ολοκληρώνονταν η περιγραφή της μοίρας που δεν έτυχε στην παραπάνω πρόταση, τόσο η κόρνα όσο και ο μηχανισμός του αυτόματου ποτίσματος σταμάτησαν. Τούτο το κυριακάτικο πρωινό έχει έναν ακόμη λόγο να εξακολουθεί να είναι ήρεμο κι ευγενικό. Ίσως, τελικά, οι σύμμαχοι μα κι οι αντίπαλοι της κάθε ιστορίας να είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο κάθε ιστορία διεκδικεί την ύπαρξή της.




