Παλιά μέσα στη γύρα με ρώταγαν συχνά για το μπλουζάκι που χα φτιάξει και κολλήσει πάνω μου, το λευκό μακό με την λέξη ALASKA μπροστά στο στήθος με μαύρα γράμματα. Με ρώταγαν τι σημαίνει αυτό εννοώντας βασικά τι θέλω να πω φορώντας το. Με ρωτούσαν γιατί το έκανα, επιτακτικά κάποιες φορές, κι ακόμη έτυχε να με ρωτήσουν με περίσσεια αδιαφορία αν έχω πάει μέχρι εκεί. Σε όλες αυτές και άλλες πολλές χαριτωμένες ερωτήσεις απαντούσα πάντα με ευγένεια και προθυμία,  λόγω της αυξημένης ενοχής που ένιωθα προβάλλοντας έναν τόσο προσωπικό μύθο σε πλήρη θέα. Φυσικά και οι απαντήσεις μου ενίσχυαν τόσο τον μύθο όσο και την προβολή του. Γιατί είναι όλα στο κεφάλι της, έλεγα αόριστα και εκδικητικά. Γιατί έτσι λέει η Στέφανι, δήλωνα ακόμα πιο εχέμυθα. Βέβαια δεν έλειπαν και οι φορές που απαντούσα βλακείες προκειμένου να αποφύγω την περαιτέρω αναμόχλευση της ιστορίας. Οπως, η Αλάσκα είναι το τελευταίο φρούριο και άλλα τέτοια πομπώδη και ενοχλητικά. Βέβαια σε μια τελευταία ακρόαση του τραγουδιού των Velvet από όπου και γεννήθηκε όλο αυτό το παραμύθι συνειδητοποίησα ότι η απάντηση είναι πολύ πιο απλή και δίκαιη και με περίμενε όλο αυτόν τον καιρό. Στην Αλάσκα κάνει τόσο πολύ κρύο.

Κάπου υπάρχει ένα μέρος όπου φυλάω όσα δεν μπόρεσα
ποτέ να κάνω ή να πω
Εκεί ζουν και όλοι οι άνθρωποι που ποτέ μου
δεν αγάπησα
Εκεί πηγαίνω και γω
όταν προσπαθώ να σωθώ από τον εαυτό μου

Τα ίδια παντού. Οι άνθρωποι κοιτάν πίσω απ τον ώμο τους
μην ξέροντας τι. Οι άνθρωποι μιλάνε σε άλλους ανθρώπους
στις πέτρες, στα πουλιά μην ξέροντας μήτε τι είναι αυτό
που λένε μήτε γιατί προσπαθούν να το πουν. Τα ίδια παντού.
Οι μεθυσμένοι αποκλείονται από τα δρομολόγια των τρένων.
Οι φτωχοί ανοίγουν τα χέρια έξω από τις εκκλησίες περιμένοντας.
Οι άρρωστοι βρίσκουν ένα παγκάκι στην άκρη της πόλης
και ξαπλώνουν πάνω του μέχρι να πέσει το χιόνι.
Τα ίδια παντού. Οι άνθρωποι αγοράζουν εισιτήρια
μόνο και μόνο για να απομονωθούν από τους άλλους ανθρώπους.
Τα κόκκινα φανάρια προηγούνται της κίνησης.
Ένα κατούρημα κοστίζει όσο ένα μπουκάλι νερό.
Τα αγροτόσπιτα μοιάζουν με μουσεία ενός άλλου πολιτισμού.
Η σιωπή είναι ο κοινός πρόγονος όσων θα ξαναγεννηθούν.
Ο ήλιος μετατρέπει τον χρόνο σε αποστολή. Τα ίδια παντού.

Δεν είναι εύκολο για έναν ζωντανό να περιγράφει το πως πέθανε αλλά είναι μια τέχνη που οφείλει να εξασκεί όποιος επιθυμεί να ζήσει τουλάχιστον μερικούς θανάτους ακόμα. Δεν θυμάμαι την πρώτη μου φορά καθώς κάτι τέτοιο θα παράβαινε αρκετούς από τους βασικούς νόμους της ιδιότητας αυτής, ορισμένων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της αφεντιάς μου, να πεθαίνεις έναν θάνατο που αν και δεν σε στέλνει στο μνήμα σε καθορίζει ως προς την ποιότητα κυρίως της μετέπειτα ζωής σου, καθιστώντας την στιγμή αυτή και τα αίτια της παύσης σου από τα καθήκοντα και τα δικαιώματά της ως σημείο επαφής με όλα όσα πρέπει εφεξής να γνωρίζεις ως αναπόσπαστα στοιχεία της τελικής και οριστικής αποχώρησής σου από την κοινωνία του ήλιου και του φεγγαριού.

Θυμάμαι πως περιπλανιόμουν μέρες και νύχτες στους δρόμους του κέντρου, αναζητώντας μήτε και εγώ ξέρω τι, πιθανώς κάτι για να κατευνάσω την φρίκη που καραδοκούσε σε αυτόν τον ίσκιο που μοιραζόμαστε με τα δέντρα, τα σύννεφα και τα πουλιά. Τα οράματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, με μεγάλη συχνότητα και με κάθε πιθανή έλλειψη συνειρμικής ερμηνείας τους από ότι ακόμα κουβαλούσα ως συνείδηση. Ανήμπορος να τα μετουσιώσω σε ένα παραμύθι με αίσιο τέλος, ή καλύτερα με οποιοδήποτε τέλος και γρήγορη επιστροφή στο ράφι, κι αμετανόητα μόνος για να ζητήσω βοήθεια από κάποιον περαστικό, συνέχιζα να πορεύομαι σε αυτό που έμοιαζε σαν τη μεγάλη ευθεία της παραφροσύνης μου.

Εξάλλου, οι άγνωστες αθηναϊκές φάτσες που βημάτιζαν μαζί μου όλο αυτόν τον καιρό πλήθαιναν οργιαστικά τους ήρωες του δράματος στο οποίο είχα περιέλθει. Η μανία με την οποία συσσωρεύονταν μέσα μου τα στραπατσαρισμένα μάτια, οι χθόνιες μύτες με κείνα τα γιγάντια ρουθούνια που συνεχώς οσφραίνονταν το χαμό, τα ασύστολα χέρια, παρατεταμένα σαν αποκαΐδια δάσους που έχει ρημαχτεί από την φωτιά ξανά και ξανά, ήταν τέτοια και τόσο σφοδρή που μετά από τόσα χρόνια αναρωτιέμαι αν αυτοί οι άντρες και οι γυναίκες δεν ήταν απλά κομπάρσοι αλλά συνεργοί σε αυτό που επρόκειτο να μου συμβεί.

Αποκαμωμένος και στραγγισμένος από κάθε ελπίδα να επανέλθω σε ανθρώπινη κατάσταση συνέχιζα να γλιστρώ μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως πια είναι πολύ αργά για να σταματήσω ότι κι αν ήταν αυτό που έκανα. Θα έφτανα στην άκρη του ουράνιου τόξου ή θα πέθαινα. Ευτυχώς, όπως ήδη είναι γνωστό συνέβη το δεύτερο. Κάπου σε κάποια κάθετη της Σόλωνος κι ενώ οι δρόμοι κατοικούνταν πλέον από τα άγρια θηρία της ζούγκλας διέκρινα την γνώριμη φιγούρα ενός νεαρού. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χιλιάδες προσπάθειες που ένιωσα την οικειότητα μίας εικόνας. Καθώς με πλησίαζε η καρδιά μου σάλπιζε τον ερχομό μιας γνωστής φάτσας από το χωριό. Στα πέντε βήματα μεταξύ μας είχα αναφλεγεί στην βεβαιότητα της αναγέννησής μου. «Φίλε, δεν είμαι καλά», ήταν τα μόνα λόγια που μπόρεσα να του προσφέρω όταν τα πρόσωπά μας ήτανε πλέον αντικριστά. Θυμάμαι πως εκείνη την στιγμή τον αγαπούσα όπως αγαπά κανείς το νερό ή τον αέρα που αναπνέει. «Φύγε, ρε μαλάκα», μου είπε και προχώρησε μέσα από μένα μακριά μέσα στη νύχτα. Δεν πρόλαβα να τον δω να απομακρύνεται και ήμουν ήδη νεκρός.

Τα χρυσά της κωλομάγουλα στο ασπρουδερό φως του φεγγαριού. Κατεβασμένα τζιν, οι τρίχες μας αστράφτουν πασπαλισμένες με αστερόσκονη. Ακουμπά πάνω στη σέλα της βέσπας με τους αγκώνες, την κρατάω από τη μέση όπως κρατά κανείς το μέλλον του. Τα μαλλιά της πέφτουν στο πρόσωπό της, τα μαύρα νυχτόβια μαλλιά της, ο δρόμος προς την Μέκκα. Κοιτάω τον πούτσο μου σαν κάτι έξω από μένα. Ένας εξωγήινος ιός που προσπαθεί να με καταλάβει, να γίνει εγώ. Χάνεται και φαίνεται, μπροστά και πίσω κι ο ήχος από το χτύπημα της σάρκας ξαγρυπνάει τα πουλιά. Το αγκομαχητό της γίνεται ο κόμπος στον λαιμό μου, καθώς ότι υγρό βρίσκεται μέσα μας ψάχνει τον τρόπο να βγει. Ένα ζευγάρι σκάει μύτη στην κορυφή της στροφής, ανάβουν τσιγάρο και μας κοιτάν. Δεν μας νοιάζει, δεν την νοιάζει. Σπρώχνει με δύναμη. Τα γόνατά μου λυγίζουν, τραβιέμαι και κρατώντας τον ψηλά χύνω την λευκή μου αστραφτερή παγωμένη θάλασσα πάνω στο χώμα και τα χαλίκια. Σηκώνεται όρθια, γυρνά και με φιλά στο στόμα. Με κείνο το φιλί που μόνο τα παιδιά που γαμιούνται σαν παιδιά μπορούν να αποδώσουν. Καπνίζουμε αγκαλιασμένοι. Αγαπιόμαστε όπως μονάχα τα παιδιά που αγαπιούνται σαν παιδιά μπορούν να πιστέψουν. Καβαλάμε το σαβαραλάκι μου και φεύγουμε για την πόλη από κάτω. Το φεγγάρι μας βγάζει την γλώσσα πρόστυχα. Πάμε να πιούμε, πάμε να ερωτευθούμε για μια ακόμα φορά για απόψε, πάμε να μας θαυμάσουν σαν παιδιά έτοιμα να γαμήσουν το σύμπαν. Σαν το τελειότερο δείγμα ζωής στον πλανήτη Γη. Έπειτα σπίτι μου, φαΐ κι ένα γαμήσι ακόμα. Δεν υπήρξε μεγαλύτερη αιωνιότητα από τότε. Η ιστορία ήταν ένα άσχημο μεγαλίστικο αστείο. Ακόμα κι αν έπεσε στα χείλια μας χιλιάδες φορές έπειτα, Κατερινάκι ήσουν καύλα.

Ω, Θεέ μου, δεν θα είμαι ποτέ ξανά ένα αγόρι. Δεν θα γονατίσω ποτέ ξανά για αυτήν μπροστά σε όλο τον κόσμο.

Δεν θα κρυφτώ ποτέ ξανά πίσω απ’ τον ίσκιο μου. Δεν θα ακούσω το αγαπημένο μου τραγούδι πρώτη φορά ή εκατοστή.

Δεν θα ξεχάσω το όνομά μου στο τελευταίο θρανίο κοιτώντας πέρα μακριά τα σύννεφα. Δεν θα κάνω ποτέ ξανά υποσχέσεις αγνοώντας την παλίρροια του χρόνου.

Ω, Θεέ μου, πως μας αδίκησες. Δεν ήμασταν ποτέ τίποτα άλλο παρά φτωχά αγόρια. Η μόνη μας περιουσία ήταν αυτή η όμορφη τρυφερή λέξη.

Προσπαθείς με νύχια και με δόντια να αγαπήσεις
όσους περισσότερους μπορείς.

Δεν είναι μια άσκηση θάρρους και τιμής.

Είναι η υπέρτατη λιποταξία.
Προς τα μέσα.

Κάποιος σκέφτεται πως αν μείνει μόνος θα πρέπει να συστηθεί στον κόσμο.
Κάποιος μένει μόνος αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ούτε τον ίδιο.
Κάποιος είναι πιο μόνος από τον άλλον κι αυτό αρκεί.
Κάποιος αποζητά την μοναξιά μα αυτή προηγείται της επιθυμίας του.
Κάποιος σκαλώνει έναν στίχο για την μοναξιά και το ανεβάζει στο φουμπου.
Κάποιος μονάχος μόνος μοναξιά αξία ανεκτίμητη.
Κάποιος κάπου κάποτε καληνύχτα σε ότι μονάχο ξαγρυπνά.
Κάποιος θα μείνει μόνος γιατί του αξίζουμε.

Ήτανε βράδυ
λέει μια παλιά παροιμία
για όσους ποτέ δεν γλυτώνουν
ή ακόμα και για αυτούς που πίστεψαν πως μπορούν.

Κι έπειτα πάλι φεύγω.
Κι έπειτα πάλι γη και θάλασσα και φωτιά
να ναι μονάχα το μονοπάτι της γλυκιάς σου ανάσας.

Προχωράς με τα μάτια κλειστά
ελπίζοντας να πέσεις
και πως το χέρι που θα απλωθεί
θα είναι το δικό σου.
Ικετεύοντας το τέλος σου.

στα πορτοκαλί απογεύματα

Συνείδηση και πραγματικότητα είναι το ίδιο άλυτο πρόβλημα. Το σχοινί που τεντώνεται καθώς πέφτει η καρέκλα. Τα ποντίκια που ροκανίζουν το δέντρο της ζωής. Η ίδια πλευρά ενός νομίσματος που δεν υπάρχει. Η αγία τριάδα της μαλακίας μαζί με τον χρόνο. Ο μπαμπούλας που βάζει τα παιδιά για ύπνο. Το χανγκόβερ μετά από μια ενάρετη ζωή. Σκατά γαρνιρισμένα με θρησκεία. Ο κύριος λόγος για να εξαφανίσουμε τη γη.

Όταν οι φίλοι μου με γαμάνε ξέρω τι πρέπει να κάνω.
Χτυπάω το κεφάλι στον τοίχο μέχρι να ματώσει.
Κι έτσι κώλος και κεφάλι είναι δυο πράγματα που ματώνουν
κι είμαι απλά πολύ χαρούμενος που ζω ακόμη.

Είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε σε μια πλάνη.
Να διαλύουμε τα σώματά μας για χάρη της τηλεθέασης.
Είμαστε υποχρεωμένοι να περιστρεφόμαστε γύρω από το τίποτα
μέχρι αυτό να αποκτήσει σημασία.
Είμαστε υποχρεωμένοι να φτύνουμε, να χέζουμε, να κατουράμε
πάνω στην χαρά μέχρι αυτή να βλαστήσει κοσάευρα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να φθονούμε τον πλησίον μας
να τον ταπεινώνουμε μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός του.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τους ηγέτες.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τυφλά τους ηγέτες μας.
Είμαστε υποχρεωμένοι να σκάβουμε τη γη
μέχρι να μείνει μια τρύπα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να καίμε τη γη
μέχρι να μείνει μια ιστορία που κανείς δεν θα θυμάται.
Είμαστε υποχρεωμένοι να προσκυνάμε οποιονδήποτε
μας υποσχεθεί πως αυτές οι υποχρεώσεις θα έχουν τέλος.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ανασαίνουμε, να τρώμε και να είμαστε υγιείς
για να τηρούμε όλες αυτές τις υποχρεώσεις κατά γράμμα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να τα γαμήσουμε όλα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να εξαφανιστούμε μέσα στον περίφημο λυγμό.
Είμαστε υποχρεωμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον.
Είμαστε υποχρεωμένοι πρώτα και κύρια σε αυτόν τον σάκο με σκατά
που έχει το όνομά μας.

Κανείς δεν μπορεί να είναι καλός, στον εαυτό του ή στους άλλους, χωρίς αυτό να κοστίζει, στον ίδιο ή σε όλους αυτούς. Είναι σαφές πως καλύτερα η πληρωμή να έρχεται παρά να φεύγει. Ή τουλάχιστον να υπάρχει η απαραίτητη κίνηση ώστε τα μαγαζιά να παραμένουν ανοικτά και τα νοικοκυριά να ζούνε. Το χειρότερο είναι πως κάποιοι είναι καλοί θεωρώντας πως αυτό δεν κοστίζει τίποτα. Τζάμπα. Δωρεάν. Ψυχούλες. Ψέματα που καταντούν εθιστικά για τους ίδιους και για τους άλλους, ένας γιγάντιος μολυσματικός κυκλώνας που ξεριζώνει τις καρδιές από το αίμα τους, ή απλά πρόκειται για παμπόνηρες αλεπούδες που προσπαθούν να ξεχρεώσουν το τομάρι τους από τον κακό λύκο της συλλογικής μας παραμυθίας.

Ήξερα ένα φτηνό τέχνασμα για να κάνω τα μάτια μου να κλαίνε
όταν έχανα την πίστη μου στον κόσμο αυτό
μα τώρα οι βροχές δεν λεν να σταματήσουν.

Και ‘γω δεν έχω άλλη επιλογή
από το να γελάω,
να γελάω όσο πιο δυνατά μπορώ.

Τρομοκρατημένος.

Ξέρεις, μια μπύρα ξέρει πως να σε συστήσει
κι άλλη μια να συλλαβίσει το όνομά σου, ανάποδα
σαν οποιοδήποτε τυχαίο δρόμο προς την ανυπαρξία
μα είναι πάντα η τελευταία μπύρα, το ποτήρι που αδειάζει
κάπου μεταξύ ενός κόσμου που πείθεται να τερματιστεί, γκλουκ
που γλύφει τη σόλα ενός εκατομμυρίου χιλιομέτρων
αγάπης και λόξας και αδιάφορων μικρών μεγαλείων
μόνο και μόνο για να σε φτύσει ξανά απ’ την αρχή.

Οι γέροι μιλάνε κλαίγοντας. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Οι γριές αγορεύοντας. Από επιλογή τους.

Το τραύμα σκιαγραφεί έναν άντρα. Τη γυναίκα την διακοσμεί.

Τα τατουάζ μιας γυναίκας προσπαθούν να διαφύγουν του σώματός της και να αποικήσουν το χώρο. Στον άντρα τα τατουάζ επικυρώνουν εκείνο τον μικρό χώρο που κατέχει.

Ένας άντρας μόνος του στο μπαρ περιμένει τη νύχτα να προχωρήσει. Η γυναίκα στην ίδια θέση καθυστερεί τη νύχτα ανάλογα με τις διαθέσεις της.

Η γυναίκα αποχωρεί πάντα με τα μάτια ανοιχτά ενώ ο άντρας προσπαθεί να περάσει άτσαλα και βιαστικά μέσα απ’ τους τοίχους.

Μια γυναίκα καθοδηγεί όσα λέγονται καθώς διασχίζει τον δρόμο. Ο άντρας περνά φωνασκώντας πως είναι όλα ψέματα.

Μια γυναίκα υπερισχύει ενός άντρα όταν αυτός επιθυμεί από αυτήν αυτό που δεν μπορεί να του δώσει.

Ο άντρας αναρωτιέται ακόμη αν θα πέσει το μάννα εξ ουρανού κι η γυναίκα συνεχίζει να τον επιβεβαιώνει πως θα είναι πεντανόστιμο.