Δεν είναι το βουνό πάρα μια στροφή της θάλασσας όπως η νύχτα απλώνει.

Το γράφω μία ακόμα φορά κι ας μην έχει καμία σημασία.

Μα τι στο διάβολο κάνω μέσα σε τόσο σκοτάδι..
Μέχρι να περάσω απέναντί δεν θα χει μείνει κανείς και τίποτα για να φτάσει.

Ευτυχώς τα σκουπίδια λειτουργούν προστατευτικά. Πονάει να κλείσεις τα μάτια.

Μεγάλωσα με ένα λευκό ταβάνι.
Έμαθα να του μιλώ και
του έμαθα να αποκρίνεται.

Ήταν ένα ήσυχο μέρος
για να συναντηθώ με την μοίρα μου.

Τώρα όλοι κρατάνε στην παλάμη τους
έναν κόσμο μεγαλύτερο από τα όνειρά τους.

Πραγματικά δεν έχω κάτι να πω.
Αλλά ξέρω πως αν σταματήσω να μιλώ
κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση μου δίπλα σου.

Η αηδία έρχεται πάντα σε ζευγάρια.
Δόξα και χρήμα. Αίμα και τιμή.
Καλός κι ωραίος. Νόμος και τάξη.
Εργασία και χαρά. Υγεία κι ευτυχία.
Η ασφυξία ακολουθεί στο οικογενειακό τους τραπέζι.

Είδα τον κλέφτη να τρέχει
Να κυλάει πάνω στην άσφαλτο
Να βρίσκει τον δρόμο του
Πέρα από την φαντασία μου

-Καυτό Γυαλί-

Vasilis Nicolopoulos's avatarΠερνώντας με πορτοκαλί

Το άλμπουμ ¨Καυτό γυαλί¨ είναι κάποια ποιήματα που ταξίδεψαν τριακόσια και κάτι χιλιόμετρα, για να συναντήσουν το νέο τους σώμα και όση απ’ την ψυχή τους έλλειπε. Τα εφτά κομμάτια ηχογραφήθηκαν στο Home Studio του Γιώργου Γιαννόπουλου και της Αθανασίας Αγραφιώτη στη Λάρισα. Οι μουσικές συνθέσεις είναι του Γιώργου, που συμμετέχει και ερμηνευτικά στο άλμπουμ, ενώ η κυρίως ερμηνεία της Αθανασίας. Τα ποιήματα είναι του Βασίλη Νικολόπουλου.

¨Είναι καυτό γυαλί,
όταν όλα είναι εκεί
και δεν νιώθεις τρόμο
Η αγάπη είναι καυτό γυαλί ∙
και η συνέχεια, συνέχεια,
συνέχεια¨

Το άλμπουμ στο bandcamp

https://georgegiannopoulos.bandcamp.com/?fbclid=IwAR1SBYg73unJjFSEdldBWeXxxAyl6YiQv8tYBtsR5PVdnRG8NsrUxFWqa8g

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Περπατώ μονάχος στον κεντρικό δρόμο του χωριού.
Λάμπα, σκοτάδι και πάλι φως. Με ακολουθούν
η γυναίκα μου και το παιδί μου. Μια θάλασσα
μακριά με περιμένουν. Οι φίλοι πίσω από
τα δέντρα και τα εγκαταλελειμμένα
κτίρια μου γνέφουν γειά χαρά.
Η σκοτωμένη γάτα μπροστά
στην εκκλησία σταμάτησε
να μιλά. Στην στροφή
προς το σπίτι η μάνα
μου απλώνει το χέρι
για βοήθεια.
Αρνούμαι ευγενικά και
τους καληνυχτώ
όλους. Ανοίγω
την πόρτα
και
μ
π
α
ί
ν
ω
στο σπίτι.

Η αιωνιότητα των σημερινών εφήβων είναι ο τόπος μιας απαθούς έκπληξης. Γνωρίζουν τι θα τους συμβεί χωρίς ποτέ του να συμβαίνει είτε αυτό είτε κάτι άλλο. Προτιμάνε να κρατούν τα μάτια τους κλειστά όταν πρόκειται να ζήσουν παρά να ψηλαφούν με ήρεμες και βιαστικές κινήσεις τα πράγματα στο ημίφως. Μαθαίνουν τις πράξεις στον αντίποδα της λογικής. Η πρόσθεση κι η αφαίρεση περιγράφουν τον πόλεμο μα δεν τον διεξάγουν. Η διαίρεση επιβάλλει το καθεστώς της ειρήνης στην τιμή της μονάδας. Είναι δύσκολο να πεις αν αυτές οι γενιές θα καταφέρουν να ενηλικιωθούν αναγνωρίζοντας στον εαυτό τους το δικαίωμα της υποχώρησης προς μια εποχή από όπου μπορεί κανείς πάντα να φεύγει. Μοιάζει λες και τα ψίχουλα που τόσο απλόχερα σκορπίζουν στο διάβα τους είναι η καρδιά του λαβύρινθου μέσα στον οποίο έμαθαν να ζουν, ευελπιστώντας πως κάποιο μυθικό τέρας θα βρεθεί να τους δείξει την έξοδο.

Η μπύρα είναι ντάγκλα κι ανεμιστήρας.
Το ούζο σχιζοφρένεια, αιματοκύλισμα.
Το τσίπουρο είναι ψυχεδέλεια και ιστορίες απ’ τα παλιά.
Το κρασί είναι παρέα πολλών, λίγων ή και κανενός.
Το ουίσκι είναι το άγιο πνεύμα κι ο αετός του Δία.
Το τζιν, η βότκα είναι η νύχτα σε fast forward.
Ο συνδυασμός των παραπάνω
είναι ένας καλός λόγος
για να είσαι καλός με τον εαυτό σου.

Το αλκοόλ είναι πραγματικότητα.
Το χασίς είναι χρόνος.
Το lsd είναι το μηδέν ανάποδα.
Η πρέζα είναι ευχή θανάτου.
Το έκσταση είναι κώδικας.
Όπως και όλα τα συναφή.
Τα μανιτάρια είναι μια εποχή.
Η κόκα είναι όπλο, νύχια και δόντια.
Τα κουμπιά είναι ηλιθιότητα.
Η βενζίνη είναι κουτουλιά στον τοίχο.
Ο συνδυασμός των παραπάνω
είναι ένας καλό λόγος
για να κλείνεις τα μάτια όταν οδηγείς.

Το πρώτο πράγμα που θέλουν όλοι οι άνθρωποι είναι να γίνουν κατανοητοί. Ακόμα κι αν πασχίζουν για το αντίθετο. Κυρίως τότε. Με άλλοτε περισσότερες και εγκυρότερες λέξεις που προσδοκούν ότι καλύτερο έχουν να επιδείξουν κι άλλοτε με μια σιωπή που δεν λογαριάζει τις ανάσες της ή τα ψεύδη που αναγκάζεται να πιστέψει. Με μόδα ή πρωτόγονη ορμή. Με αξεσουάρ ή με θάνατο. Όλοι οι άνθρωποι αποζητούν την κατανόηση ως το μόνο διαπιστευτήριο της ιστορίας που αφηγούνται. Όπως κι εγώ. Καπνίζοντας και πίνοντας και παραμένοντας στην θέση από όπου όλα αποχαιρετούν προς πάσα κατεύθυνση. Πρέπει να κατανοήσεις πως η απομάκρυνση είναι αμοιβαία.

  • Το μικρό τους όνομα είναι Peter
  • Είναι πάντα αγόρια
  • Είναι ορφανά
  • Έχουν χιούμορ
  • Δεν είναι υλιστές
  • Δεν θέλουν να αλλάξουν
  • Πάσχουν από οιδιπόδειο
  • Προστατεύουν τους αδύναμους
  • Έχουν ηθικό κώδικα
  • Το πάνε μέχρι τέλους

Κάθομαι στον μικρό καναπέ μέσα στο μικρό δωμάτιο. Τα μαξιλάρια του έχουν γλιστρήσει μπροστά και το κάλυμμά του έχει τραβηχτεί στις άκρες. Είναι ένα άσπρο κάλυμμα με ροζ τριαντάφυλλα και τα κίτρινα κλωνάρια τους. Απέναντί μου βρίσκεται το ένα παράθυρο του δωματίου και στα δεξιά μου το άλλο. Από στιγμές παρατηρώ τον καιρό έξω από το δωμάτιο όπως λυγά τα δέντρα και τρέχει τα σύννεφα και ρίχνει τη βροχή, μα περισσότερο απλά τον ακούω και τον αισθάνομαι. Όλες μου οι ιστορίες χωράνε μέσα σε αυτό το μοναχικό απόγευμα, ένα ακόμα πριν το επόμενο, αναγκάζοντάς με να χάνω το μέτρημα των αναμνήσεων που τις συνθέτουν, τον χρόνο, τωρινό και περασμένο, καθώς και την αλληλουχία και των δύο όπως σφιχταγκαλιάζονται και αγνοούν τις λεπτές παύσεις ενός τηλεφωνήματος και μερικών μηνυμάτων από κάποιον κόσμο κάπου εκεί μακριά που επιμένει να ζει.

Αμέτρητα τσιγάρα σφυρηλατούν το νόημα όλων αυτών των λέξεων και εικόνων που ανασύρω από την βαθύπλουτη σκιά μου, μαζί με τους αγίους και τα τέρατα, το δηλητήριο και την πρωινή δροσοσταλιά που χρόνια και χρόνια πολλά φυλάω μέσα στο αχανές ολόμαυρο της φως.

Το στραβό μου χέρι, του απομεσήμερου η βλακεία, η αόρατη κατάρα του πατρικού μου δρόμου. Το κουτσό μου πόδι, των νιάτων μου ο τρόμος, η φανερή θλίψη ενός παιδιού που ονειρεύτηκε τον θάνατό του. Η μητέρα γυρισμένη πλάτη, γυμνή από την μέση και πάνω, με την αδερφή μου να την αλείφει με κρέμες σβήνοντας τον ήλιο από πάνω της. Ο πατέρας μου βουβός σαν κρεμμύδι, που δεν τολμάς να αγγίξεις, γιατί ξέρεις πως η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από ναυάγια ωκεανών. Ο πρώτος φίλος που αγάπησα κι ο δεύτερος συνάμα, να έρχονται και να φεύγουν μέσα στα χρόνια, άλλοτε νέοι κι άλλοτε παιδιά κι άλλοτε πια άντρες έτοιμοι κάθε στιγμή να αποχαιρετίσουν για μια τελευταία φορά. Όλοι οι φίλοι που μοιραστήκαμε την ίδια μοίρα μόνο και μόνο για να φροντίσουμε ο ένας τον άλλο, για να ανακαλύψουμε πως είναι να είσαι σύντροφος, για να ανεβούμε ο ένας στις πλάτες του άλλου για να αγναντέψουμε πέρα από την σιδερόφραχτη πολιτεία. Πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο και γδέρνοντας τα σώματά μας από την προσπάθεια να βρούμε ξανά κείνη την ανόθευτη μαγική θέα. Οι κοπέλες που καθρέπτισαν το άμορφό μου πρόσωπο με την γενναιότητα Θεών. Οι ίδιες κοπέλες που δεν δίστασαν να με αφήσουν στο σκοτάδι βοηθώντας με να αποδεχτώ το υλικό από το οποίο είμαι φτιαγμένος. Η γυναίκα μου. Το παιδί μου. Η οικογένεια που δεν ήξερα πως είμαι ικανός να ανήκω. Το ταξίδι που πάντα αδημονεί να πάρει την στροφή.

Σας αγαπώ, γλυκές μου κι αστείρευτες πηγές οραμάτων μιας ζωής που έζησα και χιλιάδων άλλων που τολμώ και επιμένω να φαντάζομαι πως μου ανήκουν. Σας τιμώ, μέσα σε τούτη την μικρή κάμαρα που βρίσκομαι. Σας κρατώ μέσα στα δύο μου χέρια σαν το κερί που δίνει στον κόσμο αυτό σχήμα και αφορμή. Έξω βρέχει δυνατά.

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από τον χρόνο.

Ίσως, μια γεύση χωμάτινη και τρύπια.

Σαν να έχεις μιλήσει πολύ δίχως να ξέρεις τι λες.

Τα βλέφαρά μου προσπαθούν να ισορροπήσουν.

Πάνω στην αστραπιαία μετατόπιση του ονείρου.

Αναγνωρίζω το χέρι σου πάνω σε κάτι αιχμηρό.

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από τον χρόνο.

Ίσως να είναι καλύτερα έτσι.

Μπορώ πια να παραμείνω ακίνητος.

Του είπα ότι τον αγαπώ εφτά φορές.

Πρώτα δεθήκανε τα χέρια και τα πόδια μου
κι έπειτα μια κουκούλα μου κάλυψε το κεφάλι.
Το υπόλοιπο σώμα μου στέκεται γυμνό.

Τώρα θα περιμένω απλά την στιγμή
που θα με πετάξουν στην θάλασσα.

Μια τελευταία σημείωση πριν φύγω

Τα ίδια παντού. Οι τρελοί κρατάνε μια κιθάρα. Κάθονται στην άκρη του δρόμου.
Κρατάνε την κιθάρα ανάμεσα στα πόδια τους και καπνίζουν.
Δεν παίζουν, δεν τραγουδάνε, μονάχα μιλάνε στους περαστικούς σε μια ακατανόητη γλώσσα.
Δεν μοιάζουν χαρούμενοι μα ούτε και λυπημένοι.