Κάθομαι στον μικρό καναπέ μέσα στο μικρό δωμάτιο. Τα μαξιλάρια του έχουν γλιστρήσει μπροστά και το κάλυμμά του έχει τραβηχτεί στις άκρες. Είναι ένα άσπρο κάλυμμα με ροζ τριαντάφυλλα και τα κίτρινα κλωνάρια τους. Απέναντί μου βρίσκεται το ένα παράθυρο του δωματίου και στα δεξιά μου το άλλο. Από στιγμές παρατηρώ τον καιρό έξω από το δωμάτιο όπως λυγά τα δέντρα και τρέχει τα σύννεφα και ρίχνει τη βροχή, μα περισσότερο απλά τον ακούω και τον αισθάνομαι. Όλες μου οι ιστορίες χωράνε μέσα σε αυτό το μοναχικό απόγευμα, ένα ακόμα πριν το επόμενο, αναγκάζοντάς με να χάνω το μέτρημα των αναμνήσεων που τις συνθέτουν, τον χρόνο, τωρινό και περασμένο, καθώς και την αλληλουχία και των δύο όπως σφιχταγκαλιάζονται και αγνοούν τις λεπτές παύσεις ενός τηλεφωνήματος και μερικών μηνυμάτων από κάποιον κόσμο κάπου εκεί μακριά που επιμένει να ζει.
Αμέτρητα τσιγάρα σφυρηλατούν το νόημα όλων αυτών των λέξεων και εικόνων που ανασύρω από την βαθύπλουτη σκιά μου, μαζί με τους αγίους και τα τέρατα, το δηλητήριο και την πρωινή δροσοσταλιά που χρόνια και χρόνια πολλά φυλάω μέσα στο αχανές ολόμαυρο της φως.
Το στραβό μου χέρι, του απομεσήμερου η βλακεία, η αόρατη κατάρα του πατρικού μου δρόμου. Το κουτσό μου πόδι, των νιάτων μου ο τρόμος, η φανερή θλίψη ενός παιδιού που ονειρεύτηκε τον θάνατό του. Η μητέρα γυρισμένη πλάτη, γυμνή από την μέση και πάνω, με την αδερφή μου να την αλείφει με κρέμες σβήνοντας τον ήλιο από πάνω της. Ο πατέρας μου βουβός σαν κρεμμύδι, που δεν τολμάς να αγγίξεις, γιατί ξέρεις πως η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από ναυάγια ωκεανών. Ο πρώτος φίλος που αγάπησα κι ο δεύτερος συνάμα, να έρχονται και να φεύγουν μέσα στα χρόνια, άλλοτε νέοι κι άλλοτε παιδιά κι άλλοτε πια άντρες έτοιμοι κάθε στιγμή να αποχαιρετίσουν για μια τελευταία φορά. Όλοι οι φίλοι που μοιραστήκαμε την ίδια μοίρα μόνο και μόνο για να φροντίσουμε ο ένας τον άλλο, για να ανακαλύψουμε πως είναι να είσαι σύντροφος, για να ανεβούμε ο ένας στις πλάτες του άλλου για να αγναντέψουμε πέρα από την σιδερόφραχτη πολιτεία. Πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο και γδέρνοντας τα σώματά μας από την προσπάθεια να βρούμε ξανά κείνη την ανόθευτη μαγική θέα. Οι κοπέλες που καθρέπτισαν το άμορφό μου πρόσωπο με την γενναιότητα Θεών. Οι ίδιες κοπέλες που δεν δίστασαν να με αφήσουν στο σκοτάδι βοηθώντας με να αποδεχτώ το υλικό από το οποίο είμαι φτιαγμένος. Η γυναίκα μου. Το παιδί μου. Η οικογένεια που δεν ήξερα πως είμαι ικανός να ανήκω. Το ταξίδι που πάντα αδημονεί να πάρει την στροφή.
Σας αγαπώ, γλυκές μου κι αστείρευτες πηγές οραμάτων μιας ζωής που έζησα και χιλιάδων άλλων που τολμώ και επιμένω να φαντάζομαι πως μου ανήκουν. Σας τιμώ, μέσα σε τούτη την μικρή κάμαρα που βρίσκομαι. Σας κρατώ μέσα στα δύο μου χέρια σαν το κερί που δίνει στον κόσμο αυτό σχήμα και αφορμή. Έξω βρέχει δυνατά.