Είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι.
Το ταμπούρλο χτύπα υπνωτισμένα.
Κανένας δεν θέλει να αναλάβει να εξηγήσει στα παιδιά

πως το καράβι μπατάρισε.
Κοιταζόμαστε όλο απόγνωση και λέμε
ποίος ξέρει, ίσως αύριο βρέξει μία ώρα αρχύτερα.
Αρκεί μία στάλα, το ξανάπα,
για να πνιγούμε στον ωκεανό.

Μέσα στο στόμα, κάτω απ’ την γλώσσα, κρατάει με κόπο την αλήθεια του
μέρες και νύχτες αγωνιόντας να μην από λάθος φύγει απ’ τη θέση της
και καταλήξει στο πάτωμα φτυμένη ή πέσει αθελά του καθώς μιλά
και δίχως άλλο του την πάρουν με χαρά και τον στολίσουνε με δαύτη
στεφάνι αγκάθινο λες κι ήταν ο Χριστός ή κάποιος απ’ τους τόσους κλέφτες δίπλα του.
Μα η αλήθεια αυτή όπως και κάθε άλλη, αλήθεια, είναι ξυράφι και κάρβουνο αναμμένο
που καίει σαν άστρο του Μάρτη νύχτα δίχως φεγγάρι και γλυτωμό.
Ο άμοιρος πως δυστυχεί, πονώντας και κλαίγοντας στα σκοτεινά τα δώματα
σφίγγοντας δόντια και καρδιά μήπως και καταφέρει να σωθεί ο καψαρός
μέσα στο ψέμα του γλυκά να κοιμηθεί κι από όλους για πάντα να ξεχαστεί, να φύγει.

Με έχουν χτυπήσει με το χέρι, με ζώνη, με ξύλο, μυγοσκοτώστρα
με περιοδικό, με το πόδι, τραβώντας μου τις φαβορίτες, με μπουνιές
με πέτρα, μαδέρι, με γκλομπ, με μαχαίρι, πετώντας μου γυάλινο τραπέζι
με αμάξι κι ίσως και τίποτα άλλο που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή.
Θα συνεχίσουν να με χτυπάνε με ότι βρουν. Είναι το μόνο σίγουρο.
Κι εγώ θα αντέχω, δείχνοντας τους ποιος πραγματικά κάνει κουμάντο εδώ.

Έψαχνα με μανία μες στο μικρό καλαθάκι με τα παλιά hot wheels προσπαθώντας να βρω το σωστό. Αυτό σήμαινε κάποιο φτηνό, όχι κάποιο που αλλάζει χρώματα και κάνει πέντε ευρώ αλλά και κάποιο αρκετά μούρικο για τα γούστα μου. Αυτή ήταν η τελετουργία του εβδομαδιαίου σούπερ μάρκετ και αυτή την φορά ήταν πιο δύσκολο να την διεκπεραιώσω από τις προηγούμενες. Πρέπει να είχα κάμποση ώρα σκυμμένος πάνω από το καλάθι κι άλλη τόση όρθιος ακουμπώντας το σε ένα ράφι. Ανακάτευα και ανακάτευα τα ίδια μοντέλα και δεν κατάφερνα να ξεχωρίσω ούτε ένα. Η ταμίας πέρασε από πίσω μου φωνάζοντάς μου, πάρτα όλα τι περιμένεις; Σάστισα για λίγο κοιτώντας το καλάθι με απογοήτευση. Σκύβοντας ξανά για να το αφήσω στη θέση από όπου το πήρα, σίγουρος πως θα το ξανασηκώσω, είδα πως και στο διπλανό καλάθι υπήρχαν κάποια αυτοκινητάκια, κάτω από άλλα παιδικά παιχνίδια. Βάζοντας το χέρι μου μέσα έβγαλα με τη μία ένα Honda CRX του ΄88. Ολόμαυρο με μια κόκκινη λεπτομέρεια στα πίσω φανάρια. Πηγαίνοντας στο ταμείο να πληρώσω η κοπέλα δεν με ρώτησε πως είμαι αν και το συνήθιζε κάθε φορά που συναντιόμασταν εκεί. Πάλι καλά βέβαια γιατί θα έπρεπε να της πω πως η τρύπα έχει παγώσει και τα ποντίκια κάνουν πατινάζ πάνω της γελώντας δυνατά.

Γυρνώντας απ’ το σχολείο περπατούσα δίπλα δίπλα με μια μαθήτρια. Αν και ακούγαμε στα βήματά μας τον κοινό ρυθμό μιας ακόμα σχολικής ημέρας δεν ανταλλάξαμε την παραμικρή κουβέντα. Έστριψα προς το σπίτι και λίγο πριν φτάσω κάμποσα σκυλιά βγήκαν από τις αυλές τους και με γάβγισαν μανιασμένα. Κάτι είναι κι αυτό.

Εκείνον τον αδικοχαμένο τραγουδιστή που βρήκανε, λέει, λιώμα από το κρασί ένα ανοιξιάτικο πρωινό σε μια απομακρυσμένη παραλία. Τον ακολουθούσε το θέαμα, λέει. Τον κυνηγούσε, τον σκηνοθετούσε και τον περιέπαιζε, λέει. Τώρα όμως θα πω εγώ πως σε αυτό το μικρό δωματιάκι που περνάω μονάχος τα βράδια, ξέρω. Πιάνοντας την γωνία του ματιού μου να αγκιστρώνεται στο άγνωστο, καταλαβαίνω. Πως δεν είμαστε μόνοι. Πως δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ μόνοι. Όσο και να το θέλαμε. Δεν ξέρω ποιος ή τι είναι αυτό που μας συντροφεύει, αν είναι κει για να μας κοιτά ή περιμένει το αντίστροφο ή αν ακόμα το ενδιαφέρουν όλα αυτά, αλλά σίγουρα είναι εκεί, στην επιφάνεια της αβάσταχτης μοναξιάς μας, μόνο και μόνο σαν ένα απαλό φύσημα που ταράζει τα νερά. Μόνο και μόνο για να μην τρελαθούμε. Για να μην βουλιάξουμε δίχως την παραμικρή ελπίδα μέσα στο απύθμενο μαύρο της νύχτας.

sad

Με τόσο κρύο ήλιο και με τόση ιστορία στην κωλότσεπη.
Με τόσα χιλιόμετρα μακριά από την ζωή μου.
Με τόσες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα.
Με τόσους αγαπημένους φίλους να το επιβεβαιώνουν.
Με τόσους νόμους στην αναπνοή μου.
Με τόσους μπάτσους στο μαξιλάρι μου.
Με τόσες στατιστικές να μακιγιάρουν τον θάνατο.
Με τόση υπερκομψότητα η αυτού εξοχότης.
Με τόσο γέλιο θλιβερό κι αγχωμένο.
Με τόσα εργαλεία να σκάβουμε το νερό.
Με τόσο νόημα να διαφεύγει των ποιητών μας.
Με τόσο νόημα να περνάμε τα βράδυα μονάχοι.
Με τόση θέληση να παραμένουμε τυφλοί.
Με τόσα βιβλία σε μια εξωγήινη γλώσσα.
Με τόσα αντίο σε ότι έχει επιζήσει του προσώπου.
Με τόσα δάκρυα στο τελευταίο ποτηράκι.
Με τόση αγάπη να σαπίζει στο ενδιάμεσο δύο κραυγών.
Με τόσες γυναίκες δολοφονημένες.
Με τόση θάλασσα για τόσες ψυχές.
Με τόση ησυχία η τελευταία λάμπα της νύχτας.
Με τόσες προβολές η αποκάλυψη της μοναξιάς μας.
Με τόσα νέα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τα παλιά.
Με τόσα τραγούδια χωρίς κορμί.
Με τόσα παιδιά που δεν καταδέχονται ούτε να με φτύσουν.
Με τόση κέτσαπ στα μακαρόνια μας.
Με τόσο αέρα στις προσευχές μας.
Με τόσα δέντρα στο πορτοφόλι μας.
Με τόσο αίμα στα ρουχαλάκια του μωρού.
Με τόσα χαμένα γκολ να πανηγυρίζουμε.
Με τόσους μάρτυρες σταυρωμένους στην πλατεία.
Με τόσα και τόσα και τόσα και άλλα πολλά
είμαι στα αλήθεια, αληθινά τόσο μα τόσο μα τόσο λυπημένος.

Θα τρελαθώ, δεν πάει άλλο. Από αυτή την φυλακή μπορώ να βγω μόνο σαν όνειρο. Ή σαν εφιάλτης, δεν έχει σημασία. Θα ανάψω μια φωτιά με τα χρόνια της ταυτότητάς μου και θα σας σπρώξω μέσα, με όλη την ανακτημένη αθωότητά μου. Γυμνός, στους χολεριασμένους δρόμους της πόλης, θα γαμάω την αρρώστια και θα ξερνάω αποκάλυψη. Οι άνθρωποι θα προσπαθούν απεγνωσμένα να πανηγυρίσουν το τέλος του κόσμου μα δεν θα μπορούν. Ο θάνατος θα ναι νεκρός και ο Θεός το ίδιο. Λιμοκτονούντες σοφοί θα σαπίζουν μέσα στην πηγή της αιώνιας νεότητας με τα στόματά τους ραμμένα από την τρέλα. Το κενό θα γεύεται τις ψυχές του και θα συσπάτε αηδιασμένο. Οι ραγισματιές έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται.

Αναριωτέμαι πάλι αν αυτές οι ημερομηνίες πάνω από κάθε ποίημα
είναι το ίδιο σημαντικές με αυτό ή αν τυχόν το υπερβαίνουν.
Από την πρώτη, έως την τελευταία, μια οποιαδήποτε τυχαία ημερομηνία
όλες οι μέρες και νύχτες που χαράκτηκαν πάνω στο σώμα της ποίησης.
Μικρά σημάδια που με μαθαίνουν να εκτιμώ την υφή του χρόνου
να την υπομένω και να την προσδοκώ. Έως το τελευταίο.

Καμπάνες, χορτοκοπτικά, γενικές εργασίες συντήρησης
ανέγερση εννιαόροφης, επταόροφης, γκρέμισμα μονοκατοικιών
κόρνες, αλυχτίσματα, πάσης φύσεως λαικά σκουπίδια
στριγγλιές μωρών, παιδιών, ενηλίκων, ενστόλων και διευθυντών
ξυπνητήρια, κόκορες, κότες, κρεβάτια που τρίζουν
στο από πάνω διαμέρισμα, φωνές στον ακάλυπτο
μεταφυσικά σφυρίγματα, κυρίως την εποχή που ήμουν σκύλος
βρισιές, ακατάληπτα μουρμουρητά, γέλια και κοροϊδίες
ικεσίες, κραυγές πόνου, μεταμέλειας και αποξένωσης
την ίδια μου την αναπνοή μετά από απανωτά πακέτα.
Και τι δεν έχουν σηκώσει τα γαμημένα μου τα αυτιά τόσα χρόνια.
Αλλά σαν την σιωπή του διαδρόμου όταν κλείνω την πόρτα
και σας αποχαιρετώ κάθε φορά που φεύγω πάλι.
Αυτή η κερένια πλαστική γύψινη σιωπή δεν αντέχεται, μωρό μου.

Έμαθες τα νέα για τον παράδεισο; Χάθηκε, λέει, το μέλλον.

Προσευχήσου για βροχή και κάτι θα έρθει.

Θα κυλήσει απαλά στο μάγουλό σου.

Στην άκρη του κόσμου το φως ενός τυφώνα.

Έχουμε δώσει το ραντεβού μας. Θα σε περιμένω.

Ζωή και ατυχήματα. Παραμένουμε στοιχειωμένοι απ’ το νερό.

Εκείνη η αγωνία της μοναξιάς μου στον δρόμο της καραντίνας
μια αδιόρατη απειλή μέσα στο στήθος μου
ο άνθρωπος ως ο τερματικός σταθμός του αιώνιου δράματος.
Ο ήχος των βημάτων μου στον άδειο δρόμο
η σκέψη πως όλοι όσοι αγαπώ είναι πιο μακριά από την πίστη μου στην αγάπη τους
ο άνθρωπος στον ορίζοντα των διασταυρούμενων δρόμων
να δικαιολογεί τα σφραγισμένα μου χείλη.
Η οικόσιτη τρέλα ως το διαπιστευτήριο του αφανισμού μας
ως η αποκάλυψη των χθόνιων αρχόντων
ως χιλιάδες ακόμα αφορμές για περαιτέρω σύνθλιξη.
Η σιγανή φωτιά των λιγοστών λέξεων πεσμένων στα πεζοδρόμια της καταστολής
η διεσταλμένη χαρά της ανυποταγής
ο ανέπαφος ερωτισμός της επιταχυμένης γραμμικότητας ενός μεθυσιού
μέχρι την απαγόρευση της κυκλοφορίας, οι σκιές που υπερβαίνουν την διαταγή
η σιωπή του μπαλκονιού με το αποκλειστικό φεγγάρι.
Τόσα τηλέφωνα για να ικετεύσουμε την παρουσία στο δωμάτιο
τόσα ποιήματα για να καταπλήξουμε την αδιαφορία του θανάτου.
Τόσοι άνθρωποι δίχως σώμα μονάχα μια φωνή που απαγγέλει την μοναξία μου.

Τώρα όλα ξαφνικά παριστάνουν την ζωή σε έναν πλανήτη με νοημοσύνη.
Τόσο έξυπνο που απορείς πραγματικά αν αξίζει να σωθεί.
Είναι Σάββατο βράδυ και η Κυριακή πρωί είναι μάλλον η μοναδική επιλογή.

Η τελευταία φωνή πριν κοιμηθώ. Η σιωπηλή συμφωνία μιας ακόμη αθανασίας.
Η επόμενη μέρα ενός στίχου που αναζητά την γέννησή του. Είμαι εδώ.

καλό ταξίδι Μπάμπη Αργυρίου

Μέχρι να έρθει το πρωί πες αντίο στην πόλη. Γλυκιά ανάμνηση. 4.48 Ψύχωση. Περιμένοντας το φεγγάρι προσπαθούμε να βρούμε ένα σπίτι. Μερικές φορές πονάει. Η λήθη μου είναι απλά ένα σκυλί που τρέχει ελεύθερο.

Με το χέρι τεντωμένο
Την παλάμη σφιγμένη
Να αιωρείται στον αέρα
Περπατά μες στο χωριό.
Οι περαστικοί τον αποφεύγουν
Αλλάζουν πλευρά στο δρόμο
Λοξοκοιτάν
Κι αυτός αισθάνεται
Πως το ζώο που τον οδηγεί
Το ζώο βαθιά μέσα του
Έχει γίνει ένα τέρας

Εκατό, εκατόν είκοσι.

Γνωστά τοπία

στην υποχώρησή τους.

Η θάλασσα ως το όριο

μεταξύ απόδρασης

και αποδοχής.

Η μνήμη ζωντανή

πάνω στην αίσθηση

των χρωμάτων

που τον περιβάλλουν.

Το γκρι των σκασμένων χεριών

των σφιγμένων χειλιών

του γυάλινου θώκου.

Στα χωριά που διασχίζει

οι άνθρωποι συνυφαίνονται

με την ερημιά των περαστικών.

Οι επαναλαμβανόμενες φράσεις

τα ίδια νυσταγμένα μάτια

η ακούσια παράκληση όλων

να τους χαριστούν λίγα λεπτά ακόμα

εδώ, σε αυτή την παύση

του ατέρμονου ταξιδιού.

Η σειρά είναι μεγάλη

κι οι ντόπιοι το ξέρουν

ακόμα κι αν περάσει καιρός

μέχρι τον επόμενο.

Το κορίτσι γυρνάει το βλέμμα

στα άδεια τραπέζια

καθώς αυτός ανάβει την μηχανή.

Ο δρόμος γυρνάει

προς τα μέσα.

Ο καθένας ισορροπεί όπως μπορεί.

Άλλος σκάβοντας ολημερίς το χώμα κι άλλος μπήγοντας ένα μαχαίρι στην καρδιά του.

Για αυτόν αρκούσε η γνώμη ενός γνωστού του για το άτομό του αν και ποτέ δεν ήταν σίγουρος πως την γνώριζε.

Έχω μια θάλασσα κι ένα κομμάτι ξύλο.
Πίνω τη θάλασσα και χτυπάω με το ξύλο την κοιλιά μου.
Ξερνάω και ξεκινάω από την αρχή.
Δεν ξέρω γιατί το κάνω ή τι θα προκύψει με αυτό.
Αλλά τι άλλο μπορείς να κάνεις
όταν έχεις μια θάλασσα κι ένα κομμάτι ξύλο.

21:07. Δεν έχει σημασία. Θα αποκτούσε
αν κατάφερνα να κοιμηθώ για τα επόμε
να δέκα χρόνια. Ποιος θα ρύθμιζε την α
ναπνοή της σελήνης για χάρη μου, τότε;

21:12. Κάθε δρόμος οδηγεί προς την έξ
οδο. Χρειάζονται πόδια για να κάνεις τ
ην επιλογή και μια γερή σειρά κορδονιώ
ν για να την υποστηρίξουν. Κερνάω μπλε.

21:16. Πεινούσα, ή μάλλον είχα πειστεί
πως οι αθώοι πεθαίνουν γαλήνια, μα το
ύτα τα νύχια και τα σκατά που μου έδω
κες να φάω με γαργαλάνε τόσο πολύ π
ου μου ρχεται να κλάψω. Κερνάω γκρί.

21:20. Όσα καντήλια και να κατεβάζω ο
κύριος παραμένει ασάλευτος. Δεν έχω
μάθει ακόμα να αιωρούμαι αλλά ο επόμ
ενος που θα κάνει τον ανήξερο θα κερδ
ίσει χλέπα. Κερνάω μαύρο, ανίερο μαύρο.

Τι κρίμα, ο ποιητής προσπαθεί να σώσει τον κόσμο.
Είχε μια μοναδική ευκαιρία να σωθεί και την σπατάλησε.
Τώρα είναι η σειρά του κόσμου να αντεπιτεθεί.

Χειμώνας και το κρύο μας γδύνει τον έναν μέσα στον άλλον.
Καλοκαίρι και γδυνόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Άνοιξη που ντυνόμαστε την γύμνια μας εορταστικά.
Φθινόπωρο και τα ρούχα καίγονται σαν ακουμπάν το κορμί.

Προσοχή στο ξετύλιγμα. Η ιστορία δεν νοείται διπρόσωπη. Έχει πολλά ονόματα, μα από το ένα της μάτι μπαίνει το φως και από το άλλο ακτινοβολεί το σκοτάδι. Τεμαχίζει το παρόν με όσα δόντια της απέμειναν και με την επιδέξια γλώσσα της προσφέρει την ζωοδότρα γεύση στο μέλλον γλυκοφιλώντας το. Παίρνει τον ίσκιο της για να πατήσουν οι άνθρωποι σε έδαφος λιγάκι πιο στέρεο από την μοίρα τους και τον απλώνει πάλι για να ονειρευτούν οι ποιητές την μεγάλη έξοδο από τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλοξενεί κάθε λογής παραχαράκτες μόνο και μόνο για να δικαιολογεί το απαραίτητο ποντάρισμα στο κόκκινο του αίματος και στο μαύρο της νύχτας. Οι αναπνοές της περιστοιχίζονται από όσους χρεώθηκαν και δεν μπορούν να ξοφλήσουν. Όλοι λατρεύουν την ιστορία για αυτό που μπορεί να τους προσφέρει αγνοώντας πως κάθε δωρεά της επιβάλλει την ευγνωμοσύνη και το χρέος της ανταπόδοσης που ελάχιστοι έχουν κατορθώσει να προσκομίσουν δίχως την οριστική τους και αμετάκλητη προσκόλληση σε αυτήν. Διότι είναι πιο βάναυσο να γράφεσαι μέχρι να μην υπάρχει από σένα μήτε η αλήθεια μήτε το ψέμα, αλλά μια αλλοπρόσαλλη μουτζούρα που καθείς λογαριάζει ανάλογα με τον αγέρα που φυσά, παρά να ξεχαστείς μια για πάντα ακόμα και από τα βουνά, τις θάλασσες και τον ήλιο και να πεθάνεις ελεύθερος όλα όσα δεν είναι και δεν γίνονται ο λόγος που κάποιοι θα επιλέξουν για να σε αναστήσουν και να σε σκοτώσουν ξανά. Και ξανά.

Το μέλλον βυζαίνει την απουσία σου

Έτσι μεγαλώνουν οι μέρες
Ολοένα και μεγαλώνουν
Θεριεύουν και γίνονται τέρατα
Χρόνια καταραμένα και ζαβά
Αιώνες ανεκπλήρωτοι
Ιστορίες που χάνονται πριν αρχίσουν

Έτσι προχωράει η ζωή μας
Δίχως να χωράει ούτε μια στάλα δάκρυ

Δεν υπάρχει μέτρο για την νύχτα
που φεύγει,
μακριά από τους νεκρούς της
κι όσους είναι έτοιμοι
να μαρτυρήσουν την αλήθεια.

Ενάρετα σκουλήκια μας
καταδιώκουν
πέρα και πάντα
μες από τον τάφο
που με τόση αφέλεια χτίσαμε.
Γλείφουν την όσμωση
των ονείρων μας
με το απόλυτο κενό
και επιστρέφουν σήψη.

Όλοι υπολογίζουν
το περιθώριο του σφάλματος
για μια πτήση
από το μέτωπο
ως τα χείλια σου.
Κάθε προσευχή
φέρνει το γόνατο
ίσαμε το στέρνο.

Αρκούσε απλά
να κλείσω τα μάτια
αλλά είχα μια αγάπη
να σταυρώνει
τον ήλιο
το τέρας
και την σιωπή
σε ίσες αποστάσεις
οπότε κι έπρεπε
να θυσιαστώ.

Θεέ που μου αναλογείς
στον πόνο και την συγχώρεση
μάθε τον να με λησμονεί
όπως η ευτυχία του θα ορίσει.

Κι ας τρέμω για το μερίδιο
αυτού και μόνο του ποιήματος.

Τελευταία νύχτα στην Γη. Τι ακούσιος πλεονασμός!

Χωμένοι σε ότι λιγότερο μπορεί να υπάρξει αποχαι

ρετούμε τον ληστρικό μέλλοντα, οραματιζόμενοι σ

υγχώρεση και την επιβολή μιας ποινής αντάξιας τω

ν δακρύων μας. Κανείς δεν πέρασε την πόρτα κι απ

όψε. Κανείς δεν τόλμησε να αντιπαρατεθεί στην κο

μμένη φλέβα του χρόνου προσφέροντας έστω κι έν

α αχνό χαμόγελο στα πλεονάζοντα μάτια της φρίκη

ς. Φορέστε τα γαμημένα γυαλιά σας! Όλη τούτη η υ

περπολυτελής θλίψη επιταχύνει ολόισια στον τοίχο.