Γυρνάνε δεκάδες κινητά πάνω μου
Μαλάκα Κώστα πορνοστάρ
Τριπάκι νοσηλευτικό
Και δεν ποζάρω ούτε σε μία φώτο
Πίνωντας με γουρλωμένα μάτια το κρασί μου
Καπνίζοντας ζαλισμένος την πίπα μου
Όλοι τραβάνε τον περίφημο εαυτό τους
Τις πανέμορφες αέρινες εαυτές τους
Τα εαυτ@ τους τα πολύτιμα
Μαλάκα Κώστα πορνοστάρ
Γδύσου και λούσου με κρασί και μέλι
Πέτα την σκούφια σου στο γλυκό πύρινο βέλος
Κάνεις δεν πρόκειται να γελάσει
Κανείς δεν πρόκειται να αναρωτηθεί
Πως τρελάθηκες ή πως ακόμα αναπνέεις
Κάνεις δεν πρόκειται να σε σώσει
Σε ένα ψηφιακό αρχείο ξεχασμένο
από τους ίδιους τους θεούς
Μήνας: Ιουλίου 2022
Ξέφυγαν οι τίτλοι τέλους απ’ το πανί
Κι ανέβηκαν ψηλά στον ουρανό
Κι ανεβαίνουν κι ανεβαίνουν
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι
Κι άλλοι πολλοί ασταμάτητα ανεβαίνουν
Κι άλλοι αγαπημένοι πολύ
Κι άλλοι λίγο
Και μεις τους κοιτάμε αποχαυνωμένοι
Κολλημένοι στις θεσούλες μας
Όλη αυτή την ζωή
Και την ζωή μας
Και την ζωή που δεν ζήσαμε
Και την ζωή που πάντοτε ποθούσαμε
Κι αυτή που δεν ήταν δική μας αλλά έγινε
Καθώς ανεβαίνει, ανεβαίνει και χάνεται
Αφήνοντας μας μόνους, ολομόναχους
Τον έναν δίπλα στον άλλον
Να αναρωτιόμαστε
Αν αυτός ο αποχαιρετισμός τελικά
Ήταν από πάντα όλη μας η ζωή

Το αλφάδι αυτό δεν χωράει σε κύκλο
Ενώ ο κύκλος κλείνει και μας πνίγει όλους
Το αλφάδι αυτό είναι κραυγή
Από τα έγκατα της μαυρισμένης αυτής γης
Ως τα γαμημένα ουράνια σιωπητήρια
Το αλφάδι αυτό είναι η νέα μας χώρα
Η νέα μας πόλη, το νέο μας σπίτι
Εκεί όπου θα μάθουμε πια
Τι σημαίνει γενναιότητα
Τι σημαίνει τιμή
Τι σημαίνει εκδίκηση
Τι σημαίνει δικαιοσύνη
Το αλφάδι αυτό είναι του Γιάννη
Σημαδεύει ευθεία στην καρδιά
εξηκοστή έβδομη μέρα απεργίας πείνας ενός ελεύθερου ανθρώπου
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ…
Η μουσική που ταιριάζει σε μένα
Όχημα κλεμμένο με χαλασμένα φρένα
Οι παλιοί τώρα πλέκουν κουβέρτες
Τις φοράνε σαν υπερηρωικές μπέρτες
Φοβούνται τον χειμώνα πιο πολύ από μας
Που πονάς άμα έχεις να φας
Πονάει η καρδούλα σου ή ο άδειος καθρέπτης
Προσπάθησα πολύ για να παραμείνω ψεύτης
Ψεύτης, λωποδύτης σε χώρα λωτοφάγων
Βιαστών, δολοφόνων και πολιτικών αρπάγων
Λευτεριά στον Γιάννη Μιχαηλίδη
Μπάτσοι, δικαστές, η ιστορία είναι λεπίδι
Καρφώνεται στο δίκαιο και αναβλύζει αίμα
Κόκκινος ο ήλιος πνίγεται στο γέρμα

Είμαι άκρο και πίνω
Χέρι, πόδι δεν έχει σημασία
Αφού πίνω
Είμαι άκρο και πίνω
Πιάνω το ποτήρι
Πιάνω το τσιγάρο
Δεν με φτάνεις
Δεν σε φτάνω
Είμαι άκρο και πίνω
Υπάρχουν φασίστες σε όλα τα μεγέθη.
Για την τσέπη, για τον καναπέ
για την θέση του συνοδηγού.
Υπάρχουν και κάποιοι τόσο μεγάλοι και ψηλοί
που αν καθίσεις στον ώμο τους
θα δεις την κόλαση να χαμογελά όλο αίμα.
Κι οι αριστεροί στο μέγεθος του ανθρώπου.
Και στο μέτρο του. Πεισματικά.
Σε μια εποχή που όταν λες άνθρωπος
γυρνάνε γύρω τα βλέμματα
και σε κοιτάν διερευνητικά και με απορία.
Κάτι σαν μαγεία. Ο ένας έπαιρνε την χροιά της φωνής του άλλου, την μία τζαμάραμε με τον Jim Morrison την άλλη ήταν ο Keith Richards, κάποιος έφεγγε κι άλλος χανόταν για λίγο κι ερχόταν έπειτα από μακριά, το κεφάλι της ήταν τεράστιο μες στο σκοτεινό δωμάτιο, έμοιαζε με ζώο, για μια στιγμή αιωρήθηκα λίγο πάνω από το στρώμα, η στροφή γίνονταν ευθεία και γλιτώναμε τον θάνατο κι έπειτα ένα δηλητήριο στην άκρη του ηλιοβασιλέματος, άπειρες ενοράσεις ενός μέλλοντος ενός άλλου κόσμου, κατάρες μέσα από τα μάτια σαν ηλεκτρισμός να σπάνε πόδια, χέρια να γονατίζει ο άνθρωπος, οι κεραίες να εξαφανίζονται, μια νέα γλώσσα από αθανασία και αστερισμούς. Ήταν μια περίεργη εποχή. Πέρασε πια. Μεγαλώσαμε. Είμαστε σίγουροι πως μεγαλώσαμε πια. Τώρα ελπίζουμε σε ένα και μόνο θαύμα. Να διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια μας. Αυτό θα αρκεί.
Όταν αγαπάς πρέπει να σιωπάς
Να σφηνώνεις τις ιστορίες κάτω από το μαξιλάρι
και να κρατάς την αναπνοή σου μέχρι να εξαφανιστούν
Μόνος μες στο μικρό δωμάτιο
να επαναλαμβάνεις τα ονόματά τους
ώσπου το τρένο να εκτροχιαστεί
κι όλοι τους να θαφτούν κάτω από έναν ακατανόητο βόμβο
Όταν αγαπάς πρέπει να σιωπάς
Ο κόσμος ανοίγει σαν αστείο που εκρήγνυται
Έσυ παραμένεις ατάραχος
Ακολουθείς το ρεύμα ψηλά ως το βουνό
Ο χρόνος τόσο πιο ελαφρύς εκεί
Σπινθήρες ενός μαχαιριού ή μήπως είναι πηρούνι
Η γλώσσα σου κουλουριάζεται
Βουλώνεις τα αυτιά σου με στίχους της στιγμής
Λειαίνεις τα δόντια σου με απανωτά τσιγάρα
Όταν αγαπάς πρέπει να σιωπάς
Η αγαπημένη μου σηκώνει το χέρι της
Δεν ξέρω αν ετοιμάζεται να σκοτεινιάσει
Ή αν απλά θα φυτρώσει ένα ακόμη δέντρο μες στο στομάχι μου
Ένας παράδεισος αγάπης και σθένους
Μια οριζόντια γραμμή
Μικρή και ανόητη
Φιλάκια
Κάθε σου λέξη που χάνει τον στόχο της
και αδυνατεί να ριζώσει στο κενό ανάμεσα στις ζωές μας
αιωρείται πάνω από το κεφάλι σου και παραμένει εκεί σαν ευχή και κατάρα
ακόμα κι αν εσύ κατευθυνθείς χιλιόμετρα μέσα και κάτω και πάνω από την γη.
Ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ τι με περιμένει.
Ειλικρινά ξέρω πως ανοίγω ένα αδιέξοδο στην καρδιά του σύμπαντος.
Ελπίζω μονάχα σε έναν ελεήμων Θεό.
Ικανό να πάρει αυτές τις λέξεις και να τις μετατρέψει σε κείνο
το ανόητο δάκρυ που θα χαθεί όπως τα πάντα μες στην βροχή.
Είναι σχετικά εύκολο να δεις ποιος είσαι.
Αγκαλιάζεις έναν άνθρωπο.
Αυτό που νιώθεις είσαι εσύ.
Εσύ μέσα στον απόλυτο τρόμο της αγάπης.
Ακόμα κι αν αυτόν τον άνθρωπο τον σιχαίνεσαι.
Αγάπη είναι όταν παραδίνεσαι οικειοθελώς.
Ακόμα κι αν ξέρεις πως θα πεθάνεις.
Ακόμα κι αν φοβάσαι πως θα γίνει το κακό.
Αυτός ο άνθρωπος είσαι εσύ.
Μόνος, περικυκλωμένος από ένα ακατανόητο σύμπαν.
Ίσως να χρειαστεί να αυξήσω κατακόρυφα
την ανάγνωση μυθιστορημάτων, ποιημάτω
ν και κάθε λογής άρθρων από κάθε εύκαιρ
η πηγή. Παρόλο τον όγκο των γραπτών πο
υ έχω ήδη καταναλώσει συνεχίζω να πρω
ταγωνιστώ στην προσωπική μου ιστορία.
Χρειάζομαι απεγνωσμένα κάμποσους ήρω
ες και ηρωίδες ακόμα προκειμένου να ξεχ
αστώ σε κάποιο τυχαίο κεφάλαιο. –(–(—@
πλυντήριο βιαστών
Οι γέροι κυνηγάνε παράδεισο.
Δεν διστάζουν να ξεπουλήσουν την ίδια τους την ζωή για να τον πλησιάσουν.
Οι νέοι τρέχουν μπροστά από την κόλαση προσπαθώντας να την εξαντλήσουν.
Γνωρίζουν πως το κόστος αυτού του αγώνα είναι η ίδια τους η ζωή.
Κωστάκη, οπότε μπορείς
το κόλπο της εξαφάνισης
άλλη μια φορά.
Και μετά άλλη μία
κι άλλη μία ξανά μετά.
Κάποιους ανθρώπους
μαθαίνεις να τους αγαπάς
μονάχα σαν αποχαιρετούν
και χάνονται.
Μονάχα όταν η απουσία τους
είναι πια μέρος του παιχνιδιού.
Έφτασε η εποχή που τα αστέρια θα απαντήσουν στις προσευχές μας.
Είμαστε άραγε έτοιμοι να δεχτούμε την προσφορά τους ή θα παραμείνουμε
ένας πλανήτης καταδικασμένος να καθρεφτίζεται στον μεγάλο ουρανό;
Είμαστε άραγε έτοιμοι να ενώσουμε τις θεές και τους θεούς μας
σε μια αδιαίρετη συμπαντική αγάπη ικανή να τους αφανίσει
και να μας ξεβράσει στην πιο μακρινή ακτή της ιστορίας μας;
Είμαστε άραγε έτοιμοι να χάσουμε τα προνόμια της μοναξιάς μας
ή ακόμα χειρότερα να τα επανεφεύρουμε ως την σκοτεινή μας μοίρα;
Είμαστε άραγε έτοιμοι να παλέψουμε για ότι πραγματικά μας ανήκει;
Είμαστε άραγε έτοιμοι να ξοδέξουμε το άπειρο μες στις καρδιές μας;
Επιτέλους φύσηξε.
Επιτέλους μπορώ να φύγω.
Αδιάφορος για το πως έφτασε η μέρα ως εδώ.
Μια μικρή ανατριχίλα σαν περιπλάνηση
στο έρημο τοπίο της αγάπης μου.
Τόσο μόνοι που ο Θεός ανακαλύπτεται ξανά και ξανά.
Ένα γέρικο παράπονο δίχως δόντια.
Χείλη στο μέτωπο ενός νεκρού.
Το καλοκαίρι είναι μια δίοδος διαφυγής.
Από τα λάφυρα του χειμώνα.
Γυμνά σώματα, ένα νέο αλφάβητο δίχως λέξεις.
Όνειρα δίχως ανθρώπους.
Η ζωή ανασύρεται από το φως.
Τόσο όμορφο που εκλιπαρείς για βοήθεια από τον καθένα.
Ξαφνική ριπή ανέμου
μας υπενθυμίζει
πως φωνάζουμε πάντα θάλασσα
καθώς πνιγόμαστε
στη μέση της λεωφόρου
με ένα μπουκαλάκι ζεστό νερό
στον κρόταφο.
Η απουσία ενός πράγματος δίπλα στην παρουσία ενός άλλου.
Ο απαραίτητος φόβος
προκειμένου και τα δύο πράγματα να συνεχίσουν να υπάρχουν.
βόλτα με τον μπέμπη #2






Να ήτανε λέει μια νέα αρρώστια
και να γινόμασταν όλοι αθάνατοι.
Να σοβαρεύανε οι τρελοί
κι οι σοβαροί να χάνανε τα λογικά τους.
Να έσφαζε η μάνα το παιδί
κι ευθύς να το εκλιπαρούσε να την συγχωρέσει.
Κι οι ερωτευμένοι, μονάχα αυτοί, να γεύονταν
μέχρι τα βάθη της καρδιάς τους
τον εκλεκτό καρπό της ανοσίας τους.
βόλτα με τον μπέμπη





Είναι μια ώρα μες στο πιώμα που όλα σταματάνε
Οι μηχανές, ο κόσμος, η ιστορία
Ένα σκυλί γαβγίζει μακριά μέσα στη νύχτα
Κι αυτό σταματημένο όπως όλα
Είναι μια ώρα μες στο πιώμα που όλα σταματάνε
Και ξέρεις πως αυτή η στιγμή
Είναι όσο αληθινός μπορείς να υπάρξεις
Βουβός κι ανυπεράσπιστος
Με τις μηχανές, τον κόσμο και την ιστορία
Και το έρμο το σκυλί, όλα σταματημένα
Αυτή είναι η αλήθεια σου
Στοιβαγμένη σε αυτό το παγωμένο καρέ
Τόσα χρόνια, τόσα πολλά χρόνια
Μια ώρα μες στο πιώμα που όλα σταματάνε
Τα μάτια σου ξεχνάνε πως κοιτάνε
Κι η καρδιά σου παλεύει κι αυτή να σταματήσει
Πέρασε η ώρα, όποιος κι αν ήταν έχει σίγουρα αργήσει
Κάθε παιδί έχει μια εποχή που πρέπει να δαπανήσει μέχρι να σταματήσει να είναι παιδί. Οικειοθελώς ή μη.
Κάθε εποχή έχει ένα ή περισσότερα παιδιά που πρέπει να δαπανήσει μέχρι να σταματήσει να είναι η εποχή αυτή και να γίνει μία άλλη. Αναγκαστικά ή μη.
#
Κάθε παιδί είναι μια εποχή κατά την οποία ο κόσμος μαθαίνει να συλλαβίζει από την αρχή το όνομά του. Οικειοθελώς.
Κάθε εποχή είναι ένα παιδί το οποίο προσπαθεί να συλλαβίσει το όνομα του κόσμου με τον τρόπο που έχει διδαχθεί αλλά αποτυγχάνει ξανά και ξανά. Τότε η εποχή, το παιδί δίνει ένα νέο όνομα στον κόσμο, που πολλές φορές θυμίζει κάπως το παλιό, κλείνει το τετράδιο του και βγαίνει στον κήπο να παίξει ανέμελο, αγνοώντας πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να υπερασπιστεί την επιλογή του ονόματος που διάλεξε απέναντι στους δασκάλους του. Αναγκαστικά.
Σκότωσε τον μπάτσο που έχεις δίπλα σου. Αρκεί.
Λευτεριά στον Γιάννη Μηχαηλίδη.
Ο ουρανός μεταμορφώνει τη λέξη σε σπίτι
Η απλή επιλογή του να γιορτάζεις τα μήκη
Από την άκρη της γλώσσας στην άκρη ζωή
Η μελαγχολία πυρώνει Galaxie 500 στο αυτί
Γλυκό καλοκαίρι συμπάθα με αν κλαίω
Είναι που μεγάλωσα χωρίς να το ξέρω
Γλυκιά αηδία το βράδυ δροσίζει
Παράτα με, η καρδιά μου μυρίζει

μας τελείωσαν τα ψίχουλα


Το μερίδιο της σιωπής ζυγίζει όσο το μερίδιο του ψέματος
αλλά χωρίς την αγάπη. Ή πιο απλά χωρίς την ζωή.
Μαθαίνει κανείς να υπερασπίζεται την νύχτα
εκείνες τις άδειες ώρες από τρέλα και λογική
όταν μπορεί και ανασαίνει δίχως τον φόβο
πως ο κόσμος είναι κάτι που αξίζει να υπάρχει.
Δίχως τον οίκτο για το δίκαιο αυτού του κόσμου.
Δίχως την ενοχή για την όποια συμμετοχή σε αυτό.
Είναι σχετικά εύκολο να δεις ποιος είσαι.
Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο απέναντι σου.
Ξεκίνα να περπατάς, λοιπόν, και μην φτάσεις
μέχρι να ξεχάσεις εντελώς το πρόσωπο
αυτού του ανθρώπου. Τότε, μπορείς να είσαι
σίγουρος πως αυτός ο άνθρωπος είσαι εσύ.


a green oh 22

παγωνιά 22

Από μακριά όλα μοιάζουν το ίδιο
Άσπρος τοίχος μες στο τρελοκομείο
Γυαλί που σπάει μέσα στο στόμα
Μια καρδιά που βυθίζεται στο χώμα
Όλα είναι όμορφα όσο είμαι έξω
Έξω απ’ το μπαλκόνι τριάντα μέτρα πριν να πέσω
Η πόλη καίγεται κόκκινο λαμπιόνι
Γριά πουτάνα που κρεμάει την αγχόνη
Όλοι τρέχουνε για να κρυφτούνε
Ο πόλεμος ξεκίνησε μην περιμένεις να στο πούνε
Το μυαλό μας γλιστράει απ’ τη μύτη
Ποτέ δεν είχαμε ούτε θα χουμε σπίτι
Καλύτερα πρεζάκι παρά τσάτσος και ρουφιάνος
Τα χρυσά σας άλογα να κοιτώ σαν χάνος
Τρέχω ξυπόλητος μέχρι το φεγγάρι
Τη ζωή που διάλεξα κανείς δεν θα μου πάρει
Πίσω από τα μάτια μου το ουράνιο τόξο
Δεν κάνω τίποτα για να προκόψω
Σπάω το όνειρο και πίνω ώσπου να φέξει
Ανώνυμο, ανίατο, ετοιμάζεται να βρέξει
Από μακριά όλα μοιάζουν το ίδιο. Το ίδιο και συ.
Μπορείς να αγαπάς χωρίς ποτέ να χρειαστεί να καταλάβεις.
Τον λόγο που αγάπας κάτι ή τι είναι αυτό τελικά.
Ίσως κι αγάπη δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά η απόσταση
που μας χωρίζει από τον κόσμο γύρω μας.
Το κενό που φιλοδοξεί να μετατραπεί σε ταξίδι.
Αλλά δίχως τον τρόμο της άφιξης. Δίχως τον οίκτο του προορισμού.
Παρατηρώ έναν γλάρο ή ένα αεροπλάνο
καθώς απομακρύνονται μες στον μεγάλο ουρανό.
Την στιγμή που χάνονται η αγάπη μου ξεχειλίζει.
Αμέσως μετά είμαστε για πάντα αχώριστοι.
Αν μονάχα μπορούσα να μείνω σε αυτή την θέση.
Ένα οποιοδήποτε παιδί, άντρας ή γυναίκα.
Μια ξεθωριασμένη ανάμνηση που με βοηθά να αναπνεύσω.
Μα κανείς δεν καταφέρνει να ζήσει την ζωή του.
Κάθε μέρα κάποιος σε αγγίζει
μόνο και μόνο για να ελέγξει αν παραμένει ζωντανός.
Κάθε μέρα κάποιος θέλει να σε αρπάξει από τον λαιμό
και να σε παρακαλέσει να μείνεις μαζί του για πάντα.
Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει κανέναν.
Κανείς δεν τολμά να αγαπήσει κανέναν ή κάτι
κι έτσι δενόμαστε κάθε μέρα σε μια ασφυκτική αγκαλιά
ο ένας με τον άλλον, όλοι μαζί
βρίζοντας και καταριώντας, πληγώνοντας
οποιονδήποτε, οτιδήποτε
μας κοιτάει ευθεία μέσα στα μάτια
ή γυρνάει το βλέμμα του απαλά
προς ένα μακρινό σημείο του ορίζοντα
ψάχνοντας για αυτό που δεν είναι εκεί.
Η πραγματικότητα είναι εδώ και πάλι. Πιο ισχυρή από ποτέ.
Τέλος Αυγούστου
και κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει ευθεία στον ορίζοντα.
Όλοι χαζεύουν τον καθρέπτη τους
περιμένοντας την αυλαία
το χειροκρότημα, το στριμωξίδι στην έξοδο
την επιστροφή στο σπίτι, τις βόμβες.
Μία ακόμη επιτυχία στο ίδιο πάντα ηλίθιο σενάριο.
Περιμένουν να τους πω το όνομά μου.
Όταν η ερώτηση είναι ξεκάθαρη και χιλιοειπωμένη.
Ποιος θέλει να ζήσει;
Δεν πέφτω στην παγίδα.
Ξέρω πως πάλι κάποιος θα με σπρώξει μακριά απ’ τον κόσμο.
Λυπάμαι παρόλα αυτά που η ποίησή μου δεν σακατεύει το δίλημμα.
Δεν ξέρω καν τι θα πει κόσμος.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι σημαίνει κόσμος.