Το Τ9 δίπλα στην λέξη «Ήρθα» προτείνει «Ακροβάτη».
Για μία γρήγορη. Κλασικό κι αγαπημένο ψέμα.
Γκλουκ – γκλουκ. Τι όμορφα που κατεβαίνει.
Μέχρι τα νύχια κι από εκεί ως την άκρη της νύχτας.
Πλημμυρίζει η πόλη τρελούς και μεθυσμένους.
Κρατά το hangover δυο τρεις μέρες, πια.
Αρκούν για να περάσει η βδομάδα.
Μήνας: Οκτώβριος 2022
είναι αστείο το ποσό μόνοι μπορούμε να υπάρξουμε
ένα αστείο που ο χρόνος έχει σιχαθεί να ακούει
για αυτό και μόνο παύει να υπάρχει κάποιες στιγμές
αφήνοντάς μας ανυπεράσπιστους μπροστά στο σύμπαν




στην αρχή το αγαπάς γιατί είσαι άνθρωπος
και πρέπει να αγαπάς τον εαυτό σου
κι έπειτα το αγαπάς γιατί δεν ξέρεις ποιος είσαι
κι αυτό είναι πράγματι πολύ επικίνδυνο
έτσι μπορεί να σωθείς αν προσπαθήσεις
μετά το αγαπάς γιατί αυτό είναι τελείως ακίνδυνο
και σε χρειάζεται επειγόντως
το αγαπάς γιατί δεν είναι κακό, έχει πλάκα
κι αμέσως μετά το αγαπάς γιατί δεν έχεις επιλογή
η αγάπη σου είναι το οξυγόνο του
λίγο καιρό μετά συνηθίζεις αυτή την αγάπη
και δεν προτίθεσαι να χαραμίσεις ούτε σταλιά
από το παρελθόν της ή το μέλλον της
έτσι στο παρόν αυτό συνεχίζεις να το αγαπάς
και μαθαίνεις να το αγαπάς καλύτερα
και για τους δυο σας ή και για όλους μας ακόμη
κι αμέσως το αγαπάς γιατί είναι λίγο εσύ
αλλά με έναν τρόπο που εσύ δεν είσαι
και ούτε ποτέ θα γίνεις εξάλλου
το αγαπάς γιατί είναι παιδί και παιδί σου
και το αγαπάς γιατί είναι και δικό τους παιδί
κανείς δεν θα επέτρεπε το αντίθετο
αλλά αυτό δεν σε νοιάζει πια γιατί ξέρεις
πως είναι να το αγαπάς και πως είναι
να σε αγαπάει κι αυτό κι ας μην ξέρει
τι πάει να πει αγάπη και κουραφέξαλα
το αγαπάς πια τόσο πολύ και το μόνο που θες
είναι μονάχα να μπορείς να το αγαπάς για πάντα
Στον από πάνω όροφο μένει ένας νεαρός μπάτσος με την οικογένεια του. Εδώ και πολύ καιρό τον ακούμε πίσω από τους φτηνούς τοίχους να βρίζει με χυδαίο τρόπο τα παιδιά του. Αυτά κλαίνε κι αυτός συνεχίζει να τα υποτιμά, να τα εξευτελίζει. Έπρεπε κάτι να κάνω αλλά ούτε τα σημειώματα, ούτε η διαχειρίστρια μου φαίνονταν καλές λύσεις. Η βία αυξανόταν κι είχα ήδη αρχίσει να ανακατεύομαι και να ανησυχώ. Ένα βράδυ παρκάραμε μαζί στην πυλωτή. Βγαίνοντας από τα αμάξια μας, και με την βοήθεια λίγης μπύρας που είχα πιεί, τον καλησπέρισα και του ζήτησα δύο λεπτά για να του πω κάτι. Αμέσως συνοφρυώθηκε, αλλάζοντας ύφος και ήρθε κοντά μου απειλητικά. Στην αρχή τα χασα, πήγα να κιοτέψω, τραύλισα κάτι καθώς αυτός αμίλητος γύρισε και περπάτησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν ξέρω πως έγινε αλλά πριν καν βγάλει τα κλειδιά του όρμησα με φορά πάνω του, σπρώχνοντας τον και πέφτοντας πάνω στην σιδερένια πόρτα. Έκανε να σηκωθεί από το πάτωμα όταν το πρώτο μου μπουκέτο του σκασε στη μούρη. Ακολούθησαν κάνα δυο ακόμη που δεν ανταπέδωσε ποτέ. Αίμα έτρεχε από την μύτη του. Ένιωσα μόλις τότε τον εαυτό μου να ανασαίνει με μανία. Ήθελα να τον κατασπαράξω. Τα χέρια μου έτρεμαν. Τον πλησίασα και του είπα κάτι σαν να είσαι ευγενικός ή τα παιδιά τα αγαπάμε, ρε αρχίδι, σκατόμπατσε, γαμημένε, με τα δόντια μου να τρίζουν, δεν θυμάμαι. Με κοιτούσε φοβισμένος. Άνοιξα την είσοδο και κάλεσα το ασανσέρ αν και ήδη αιωρούμουν ψηλά. Αυτή είναι ίσως η μόνη μη βιωματική ιστορία του μπλογκ. Αν και δεν θα έπρεπε.
Έφευγα από ένα καφεδάκι στην πλατεία κι έβγαινα με το αμάξι προς την Αλεξάντρας. Δίπλα μου πρέπει να ταν η κοπέλα μου. Είχα χτυπήσει κάνα δυο κόκκινα φανάρια ήδη, και εκείνη την στιγμή ένα ακόμη πριν την λεωφόρο. Κάπου ακούστηκε μια κόρνα και δίχως να το πολυσκεφτώ πάτησα κι εγώ άλλη μία σαν απάντηση. Άλλη μία ακούστηκε αμέσως από μακριά και παίρνοντας την σειρά μου ανταπάντησα με δύο ρυθμικούς χτύπους αυτή την φορά. Η γιορτή είχε ήδη ξεκινήσει. Κάποιο αμάξι ακολούθησε με κάμποσα ρυθμικά χτυπήματα και μέτα κι ένα άλλο και μετά κι άλλο κι εγώ ταυτόχρονα μαζί τους, σε ένα πανζουρλισμό από κόρνες, σε κάτι που ήθελε να μοιάσει σε τραγούδι, μουσική, αλλά ήταν κάτι παραπάνω. Ίσως η μόνη φωνή που θα μπορούσαμε να έχουμε, εκεί, κολλημένοι μέσα στους δρόμους της μητρόπολης, περικυκλωμένοι από το πλαστικό και το τσιμέντο, ο ένας δίπλα στον άλλον, παντελώς άγνωστοι, σχεδόν δίχως πρόσωπο, σχεδόν δίχως την επίγνωση της παρουσίας των άλλων. Ήταν μια διακήρυξη. Δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Είμαστε και πρέπει να είμαστε άνθρωποι, λοιπόν, και να ονειρευόμαστε σαν άνθρωποι. Ειδικά μέσα σε αυτήν και κάθε πόλη.
Μες στο δωματιάκι μου το ρολόι δείχνει δέκα και τέταρτο αλλά μάλλον αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν. Όπως κανένας δεν ενδιαφέρεται αν μέσα σε αυτό το δωμάτιο η ώρα προχωρήσει, αργά ή γρήγορα, ώσπου να φτάσει για παράδειγμα μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα ή τέσσερις το πρωί ή πέντε ή ακόμα και την πιθανότητα η ώρα μέσα σε αυτό το μικρό δωματιάκι να σταματήσει, σαν αληθινό μαγικό ή παράδοξο, κι εγώ εγκλωβιστώ πίσω από την πόρτα του, την μικρή αυτή σκοτεινή πόρτα, με την ίδια πάντα σκέψη, καρφωμένη στο ίδιο πάντα λεπτό της ίδιας πάντα ώρας, πως κανένας πραγματικά δεν ενδιαφέρεται αν το ρολόι μου, που κοιτώ με αυτό το περίλυπο κι απορημένο ύφος, δείχνει κάτι που να έχει σημασία για οποιονδήποτε πάνω σε αυτή την στέρφα γη.
Τέλη Οκτώβρη και το φως μας κρατά ακόμα προσκολλημένους στον εαυτό μας. Ενήμερους για όλα όσα συμβαίνουν μέσα μας και μόνο. Ο κόσμος παραμένει άδικος και σκληρός μα είναι τόσο εύκολο να κλείσουμε τα μάτια και να αφήσουμε τα απαλά ζωντανά χρώματα να μας χαρακτηρίσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες μας.
Δεν θα αργήσει όμως να φτάσει ξανά το κρύο, η νύχτα και η άγονη γη, η σιωπή, ο χρόνος κι η ακόρεστη πείνα. Δεν θα αργήσει ο παντοδύναμος καθρέπτης της πλάσης να κομματιαστεί σε χιλιάδες κομμάτια, αναγκάζοντας μας να τρέξουμε με δύναμη στις αγκαλιές των συντρόφων μας, ικετεύοντας ο ένας τον άλλον για λίγη αγάπη, απόζητώντας μια μικρή έξοδο από τον τρόμο, τον πραγματικό και αληθινό τρόμο της απουσίας και του παραμικρού νοήματος της ύπαρξης μας.
ένας διαρκής αποχαιρετισμός
πορεία στο χώμα
ολοένα και πιο βαθιά
συμπληρώνω το όνομά μου
στο απουσιολόγιο
δίπλα σε τόσους νεκρούς φίλους
δίπλα στην ανάμνηση ενός ποιήματος
και το πετώ μέσα στη θύελλα
κανείς δε θα μας αγαπάει σε λίγα χρόνια
Παραγγέλνω αρκετά συχνά μεταχειρισμένα βιβλία από την γνωστή πλατφόρμα. Αυτές τις μέρες διαβάζω την μικρή Μπιζού του Μοντιάνο. Από τον ίδιο πωλητή, στην ίδια παραγγελία υπήρχε και ένα βιβλίο της Λαϊνά που το έχω ήδη διαβάσει. Σε άριστη κατάσταση και τα δύο, σαν καινούρια. Στο μικρό αυτό κομψοτέχνημα του Μοντιάνο υπάρχει ένα τυπογραφικό λάθος κάπου κοντά στην μέση της αφήγησης. Ένα άλφα στην θέση ενός όμικρον στη λέξη άδεια. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του βιβλίου, ή ιδιοκτήτρια, δεν θυμάμαι, το είχε διορθώσει γράφοντας έναν μικρό απαλό μολυβένιο κύκλο πάνω από το εν λόγω γράμμα. Ακριβώς στο μέγεθος της γραμματοσειράς του κειμένου και ολοστρόγγυλο σαν πανσέληνο. Αυτή η λεπτομέρεια δεν αναφέρονταν στην περιγραφή του τίτλου στην ιστοσελίδα από όπου το προμηθεύτηκα. Αν το γνώριζα ίσως αναθεωρούσα την απόφασή μου να το αγοράσω. Το έχω αφήσει εδώ και δύο μέρες και περιμένει μόλις μια πρόταση παρακάτω από το φέγγος αυτής της αγάπης.
απεξάρτηση












είμαι ένας άνθρωπος και έχω μια ιδέα
μια ιδέα που δεν έχει σημασία
μια σκέψη που δεν έχει νόημα
ένα όνειρο που δεν έχει χρόνο
μια αγάπη που δεν έχει πέρασμα
μια ζωή που δεν έχει τέλος
έναν κόσμο που δεν έχει λόγο
μια πρόταση που δεν λέγεται
ένα κείμενο που δεν γράφεται
ένα δρόμο που δεν υπάρχει
ένα σκοτάδι που δεν βλέπεται
ένα μυστικό που δεν γνωρίζεται
ένα γέλιο που δεν εκρήγνυται
ένα γέλιο που δεν εκρήγνυται
μια γραμμή που δεν στοχεύει
μια φωνή που μόνο τρέχει
προς τα πίσω, πάντα πίσω, ολοταχώς
μια φωνή που μόνο τρέχει
προς τα πίσω, πάντα πίσω, ολοταχώς
σαν μια τρελή παράξενη πτώση
που καταπίνει όλα τα πράγματα
και τα βάζει σε μια μπάλα
σε μια τυχαία κλήρωση
μια κλήρωση χωρίς νικητή
δύο-τρία-πέντε-έξι-δέκα
κενό, κενό, κενό, κενό
ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε-έξι-δέκα
κενό, κενό, κενό, κενό
δύο-τρία-πέντε-έξι-δέκα
κενό, κενό, κενό, κενό

το γράμμα, η ψυχή, το άπειρο
δεν ξέρω τίποτα, το σκουλήκι, ο τοίχος

η πόλη είναι πάντα στην δύση
όταν οι δρόμοι της προσφέρουν μια λύση
μία απλόχερη και βουβή συγχώρεση
χιλιάδων ματιών η δειλή συσσώρευση
σε αυτό που στέκει ξανά αναμεσά μας
η μεγάλη έξοδος από την φτωχή καρδιά μας
ψίθυροι
Ότι βρίσκω είναι το από πάντα χαμένο βλέμμα μου της παιδικής ηλικίας.
Ότι κοιτώ είναι ο εαυτός μου που μου γνέφει από μακριά. Τις περισσότερες φορές προσπαθώ να τον αγνοήσω για να κατανοήσω ποιος είμαι.
Ότι ακούω είναι η σιωπή ενός κόσμου αρθρωμένη σε λέξεις και πράματα που συνθλίβονται στην προσπάθειά τους να παραμείνουν σιωπηλά.
Ότι γεύομαι είναι το νερό ή ακόμη κι ο αέρας που ανεβαίνει πιο ψηλά από την μύτη μου και με πνίγει.
Ότι αισθάνομαι είναι ο σκοτεινός βροχερός άδειος δρόμος προς την κατεύθυνση της επιστροφής στο κορμί μου.
Ότι πιστεύω είναι αυτό που είναι ήδη αργά για να γλυτώσω από αυτό.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Αλλά είμαι πολύ καλός στο dada,
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι πολύ λυπηρό, για αυτό πρέπει να πω
με τον τρόπο του dada, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
δεν μπορείς να σκέφτεσαι, δεν μπορείς να νιώσεις
το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σταματήσεις.
Να μην σκέφτεσαι ποτέ τίποτα, με τον τρόπο του dada,
δεν μπορείς να κάνεις τίποτα καλά,
είναι πάντα μόνο ένα έτσι και μια μπάντα,
όλα χάνονται σε μια χαμένη αγκαλιά,
κουρασμένος και κλεισμένος μέσα στον κόσμο.
Η καρδιά μου βγήκε από την πόρτα.
Και πήγε στον δρόμο με τα πόδια μου.
Δεν ήταν πρόβλημα για μένα.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Μπορεί να μου δώσετε μια ποίηση;
Μπορεί να είναι στα ελληνικά;
Ελπίζω ότι μπορείτε να με βοηθήσετε!
Δεν έχω μια καλή ποιότητα των λέξεων
και δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι δύσκολο να γράψεις ποίηση στην ελληνική γλώσσα
και χωρίς να ξέρεις την ελληνική γλώσσα είναι πολύ πιο δύσκολο.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι
ότι αυτός ο κόσμος είναι τρελός
και μπορείτε να μπερδευτείτε.
Το μόνο που χρειάζεται για να ζήσετε
είναι ένα σκουπίδι και ένα έτσι.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Κόσμος τρελός, κόσμος τρελός.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Δεν ξέρεις τι έχεις πάει σωστά
και μπορεί να χάσεις τον καιρό.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Τρυφερός, μεγάλος, και πάντα μεγαλώνει
και σκοτεινός, πουλί, βράχος, και μπάτσος
και πάντα είσαι μόνος.
Και τρέχεις και τρέχεις
και δεν πρόκειται να σταματήσεις.
Μέχρι να βρεθείς κολλημένος στο τέλος του κόσμου
κι αυτό είναι τρελό.
This world is crazy and you can be confused.
διαθήκη στίλβοντος ποδηλάτου
μέσα σε λίγα λεπτά προλαβαίνεις
μια καταιγίδα
μέχρι το κόκκαλο
μονάχος στο δωμάτιο
μπροστά στον υπολογιστή
με λόγια ξένα
μυστικά και πρόχειρα
μακριά από το ακράδαντο
μυρμήγκια στο σβέρκο
μαλάκας και πούστης
μεγάλο προνόμιο
μα εδώ σταματάω
Οι μέρες περνάνε. Προσπαθούν να φτάσουν τον χρόνο.
Στο σημείο όπου κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει ξανά.
Βρίσκομαι μες στις μέρες αυτές. Υπέροχες μέρες.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να τις βοηθώ
να επιτύχουν τον σκοπό τους. Δεν κοιτάω πίσω.
Μα δεν κοιτώ και μπροστά. Ίσως και οι δύο κατευθύνσεις
να συναντιούνται στην θέλησή μου να πετύχω
μια παύση αυτής της ασταμάτητης κίνησης.
Η επιθυμία μου να σταθώ έστω και για μια στιγμή στον χώρο
που καταλαμβάνει αποκλειστικά η ευτυχία μου να υπάρχω.
Η θέση από όπου μπορώ να κοιτάξω ολόγυρα
δίχως να αναγκαστώ να επιλέξω ποιος είμαι
ή τι κάνω και γιατί το κάνω. Το όνομά μου.
Για ποιο λόγο αγαπώ ή μισώ αυτό τον κόσμο
και όσους τον κατοικούν. Στα αλήθεια, ποιοι είσαστε;
Απλές αιτιάσεις ενός φαινομένου που ξεπερνάει την ποίησή μου.
Μικρές ρωγμές στην καρδιά του απόλυτου όντος.
Το πρόσωπό σου παρεμβάλει το σήμα. Είσαι κοντά.
Τα λόγια σου επαναλαμβάνονται ως ηχώ μέσα στις αποστάσεις.
Δεν γνωρίζω ποιος απαντά. Ποιος καλεί και ποιος
συνεχίζει να στέκεται ακίνητος καθώς όλα είναι πάντα σιωπηλά.
Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το πλάνο σε διαβούλευση.
Το μυαλό μου στοιβάζει τους χειμώνες και το επόμενο
κάθε φορά καλοκαίρι στο θησαυροφυλάκιο.
Πετάω το κλειδί όσο πιο ψηλά μπορώ. Αντίο.
Προσεύχομαι να μην αγγίξει το έδαφος πριν εξαφανιστώ.
Ανεβοκατέβαινε όλη μέρα το βουνό. Δεν είχε άλλη χαρά. Ούτε και λύπη.
βόλτα με τον μπέμπη #9



Κάποια στιγμή αποφασίζεις να καθίσεις σε μία καρέκλα και να παραμείνεις καθισμένος για όσο μπορείς. Δεν σηκώνεσαι για να κλείσεις το φως ή για να αδειάσεις το τασάκι. Δεν σηκώνεσαι για να πιάσεις το κινητό σου από την άκρη του τραπεζιού. Θες να μείνεις ακίνητος σε αυτή την θέση για όσο περισσότερο μπορείς. Δεν θα ήταν καλύτερα να ξαπλώσεις καθώς έτσι θα ήταν πιο εύκολο να χαλαρώσεις και να συνεχίσεις να πηγαίνεις από εδώ κι από κει νοερά. Κάθεσαι στην καρέκλα προσδοκώντας να σταματήσεις να κινείσαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Χρειάζεσαι κάποιο χρόνο εγρήγορσης για να μπορέσει αυτό να συμβεί. Για να το αποδεχτείς σιγά σιγά. Για να ρίξεις όσα βλέμματα χωράνε στον απέναντι τοίχο ή στον δρόμο που περνά κάτω από το παράθυρό σου και να αδειάσεις σταδιακά από τον διάλογο που προσπαθούν με το στανιό να σου ανοίξουν. Κάθεσαι στην καρέκλα και αποζητάς να συμβεί μόνο αυτό. Ούτε λέξεις να αιωρούνται, ούτε σκέψεις να καρφώνονται για κείνο και για το άλλο. Μόνο απλά να κάθεσαι και να περιμένεις. Να περιμένεις να εμφανιστεί. Ο εαυτός σου, οι εαυτοί σου, όσο κι αν απέχουν αυτοί μεταξύ τους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ήσουν στο πέρασμα των περασμένων μηνών, ίσως και χρόνων, να έρθουν κοντά σου, απαλά και αβίαστα, και να γίνουν εσύ. Εσύ που δεν μπόρεσες να τους οικειοποιηθείς μέσα στη βία της κίνησης από τον έναν στον άλλον. Μέσα στο ξεθώριασμα από τον έναν στον άλλον. Μέσα στην πλήρη άγνοια του ποιος είσαι και τι κάνεις και γιατί το κάνεις αρκεί μόνο και μόνο να τρέχεις μπροστά και να παράγεις και να δημιουργείς και να είσαι καλός όπου μπορείς και να προσπαθείς να είσαι ταυτόχρονα καλός και με τον εαυτό σου. Κάθεσαι στην καρέκλα και περιμένεις. Έχουν ήδη αρχίσει να έρχονται. Νιώθεις παράξενα. Δεν περίμενες ποτέ πως όλα αυτά, όλος αυτός ο κόσμος έχει πράγματι συμβεί, ζήσει μαζί σου και για σένα σαν να ήσουν εσύ. Ήσουν εσύ. Συνεχίζεις να είσαι καθώς κατανοείς το σωστό και το λάθος, την ηλιθιότητα αυτή της διάκρισης όταν μιλάς για ζωή. Τα μάτια σου βαραίνουν. Είναι κουραστικό να γίνεσαι ο οικοδεσπότης του εαυτού σου. Είναι τόσα πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν ξανά. Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για επανάληψη. Αλλά για την πρώτη φορά που είχες το χρόνο να αγαπήσεις όλη αυτή την ιστορία. Να νιώσεις την ποίηση που της ανήκε. Να θυμηθείς πόσο σημαντικός είσαι για σένα και για τους ανθρώπους που σε αγαπάν. Τις δυνάμεις που σου έδωσαν αυτή την περίοπτη θέση, εδώ στην καρέκλα απέναντι από τον τοίχο και το παράθυρό σου, την πιο όμορφη θέση που θα μπορούσες ποτέ να ζητήσεις. Την θέση όπου η ζωή σου συναντάται με τον δημιουργό της.
Πριν από κάθε απάντηση βρίσκεται τούτη δω η ημέρα.
Η γη παραμένει ένας άλυτος γρίφος.
Ένα χαλίκι στην παλάμη ενός μωρού.
Η νύχτα ξεπροβάλλει ως τα πέρατα.
Κρυβόμαστε βαθιά μες στις σπηλιές για να προφυλαχτούμε.
Πριν από κάθε απάντηση βρίσκεται τούτη εδώ η ζωή.
Κι ακολουθεί η ζωή μας.