Κοιτώντας την βιβλιοθήκη μου νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος. Ξέρω πως τους περισσότερους από αυτούς τους τίτλους δεν θα τους επισκεφτώ ποτέ ξανά. Ο χρόνος που θα απαιτούσε κάτι τέτοιο δεν αρκεί καθώς η ζωή μου αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερες υποχρεώσεις, που δεν διασταυρώνονται με την πλειονότητα αυτών των ιστοριών. Μα ακόμα κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο πως θα μπορούσα να απαρνηθώ μια ολόφρεσκια νέα αφήγηση από έναν ή μία συγγραφέα που όπως οι περισσότερες νέες σχέσεις μοιάζει να υπόσχεται τόσα πολλά. Κοιτώ τις ράχες αυτών των βιβλίων και λυπάμαι πραγματικά για τον επικείμενο χωρισμό. Έναν χωρισμό που θα διαδραματίζεται καθημερινά, καθώς θα στέκομαι απέναντί τους ανίκανος να ερωτευτώ από την αρχή το δράμα και τους ήρωες στους οποίους χρωστάω την ικανότητά μου να ερωτεύομαι και να αγαπάω τα βιβλία που με συντροφεύουν στη ζωή. Κι ο έρωτας πάντα εκεί, διακριτός σαν μελάνι σε χαρτί, να σε αναστατώνει με εκατοντάδες νέες σελίδες που κρατάς με τα δυο σου χέρια και υπόσχονται μια ακόμα μεγαλύτερη συγκίνηση, μια ακόμα παραπάνω ζωή έτοιμη να γίνει δική σου. Λυπάμαι για όλον αυτό τον κόσμο που εκεί, πάνω στο ράφι, θα απομονωθεί με την σειρά του από ότι πραγματικά χρειάζεται για να λάμψει υπάρχοντας. Έναν αναγνώστη, δηλαδή, που θα δεχτεί το κάλεσμα, θα ανταποδώσει την ευγένεια και θα εισέλθει ολοκληρωτικά στην μοναδική ιστορία που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Η μόνη μου έννοια είναι αυτή. Ποιος θα είναι αυτός που θα συνεχίσει την αγάπη μας, όλα αυτά τα χρόνια που μοιραστήκαμε μαζί, τόσες και τόσες ιστορίες, την λατρεία που νιώσαμε ο ένας για τον άλλον μοιράζοντας από κοινού τις ζωές μας, από την πρώτη ξανά σελίδα.
Μήνας: Δεκέμβριος 2022
Με ένα σύμφωνο κι οχτώ φωνήεντα στην κωλοτσέπη / να μπλέκονται με τα φταλέ / να γκαζώνει το κουπλέ / μαύρο αστράφτει ναργιλέ / όλα μας τα όνειρα στίχος υπεραστικός /φεύγει με δύναμη εμπρός / όλο το βιός κι ένας μονάκριβος γιός / είμαστε ξένοι σε αυτή την πόλη/ πόσο γουστάρω να με φωνάζουνε καριόλη / δεν έχει σημασία / η ώρα πήγε μία / θα προχωρήσει όπως μπορεί / οι μπάτσοι στήνουνε αυτί / θέλουν να μάθουν πως τη ζω / αν έχω σύρμα κι αν μπορώ / με μια μου λέξη να τους σβήσω απ τον κανόνα / να αρχίσει να βρέχει μέχρι να θαφτούν στο χώμα / το μπουκάλι δεν έχει πώμα / κρατώ στο χέρι τον αιώνα / τον πάω μια βολτίτσα ως τον ελαιώνα / και περιμένω το φιλί / την γάργαρη και δροσερή πηγή / απ όπου όλες οι ομορφιές πηγάζουν / και πέφτοντας ψηλά φωνάζουν / δώωωωωσε.
φυλλάδιο 2ο μες στη χρονιά, από δω κι εκεί.
Η πρώτη ανάμνηση κάθε ανθρώπου είναι η αγάπη. Τα χρόνια περνούν κι η ανάμνηση φεύγει, ή αποκτά μια ακατανόητη μετάφραση που κι αυτή με την σειρά της δεν μπορεί παρά να στοιβαχτεί μαζί με όλες τις υπόλοιπες παλιές και μπερδεμένες ιστορίες. Τα χρόνια περνούν μα ποτέ δεν παρατάς την προσπάθεια, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα, να πείσεις τον εαυτό σου πως η ανάμνηση αυτή ήταν αληθινή κι ήταν πράγματι η αγάπη. Καθώς μεγαλώνουμε η πιο συνηθισμένη μας αμφιβολία είναι το αν μας αγαπούν κι αν, φυσικά, αγαπάμε και μεις, αληθινά. Ο μόνος τρόπος για να καταφέρεις κάτι τέτοιο είναι να εξασκηθείς στην αγάπη όσο περισσότερο μπορείς. Με κάθε δυνατό τρόπο. Όλοι γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό. Έτσι θα μάθεις τι σημαίνει και από ποια υλικά αποτελείται κάτι το τόσο μοναδικό κι ίσως κάποια μέρα να κατορθώσεις να θυμηθείς όλες τις αδιανόητες λεπτομέρειες της πρώτης σου αυτής ανάμνησης. Τα χρώματα, την μυρωδιά, την υφή ή ακόμα και την γεύση που είχε όλη αυτή η απίστευτη, πρωτόγνωρη αγάπη. Τότε θα σαι σίγουρος πια πόσο πολύ αξίζεις να κρατάς αυτή την ανάμνηση βαθιά μες στην καρδιά σου. Θα είσαι βέβαιος, επιτέλους, πόσο πολύ αξίζει να αγαπάς.
η τιμωρία
με είπανε τυφλό κι έχασα ευθύς κάθε ελπίδα επιστροφής στον τόπο μου
με είπανε κουφό και δεν ξανάγγιξα ποτέ μου το νερό
μου είπανε πως δεν έχω καρδιά κι έτσι από τότε έρπομαι στο χώμα σαν οχιά
με είπανε αλήτη και ρουφιάνο κι έβγαλα τα νύχια μου απ’ τη ρίζα
με είπανε τρελό και δεν κατάφερα να ξαναγαπήσω ποτέ ξανά
πλουτίσαμε τόσα γράμματα, τόσες λέξεις
τόσες πολλές εικόνες και ήχους στην καρδιά μας
που πλέον κανείς δεν φτάνει ως εδώ
κανείς δεν τολμά να μας αγγίξει
δίχως τον φόβο πως θα κατασπαραχθεί
από την τόση πολύ ευαισθησία μας
ξερό ψωμί
τι άλλο μπορώ να ξέρω πέρα απ το ξερό ψωμί
πως αλλιώς μπορώ να νιώσω το κακό μέσα μου

ξερνάω μέσα στη φωτιά
είναι πολλά τα λάθη που ανθίζω
μόνη σιωπή η αγάπη μου
όπως την καταπίνω κλαίγοντας
επαναλαμβάνομαι
μα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω σε έναν κόσμο τόσο εύκολα αναγνωρίσιμο
η αγάπη θα μας ανακυκλώσει

έχω σκουπίδια
ειλικρινά, δεν χρειάζομαι άλλα
στην γλυκιά μου απόλυτη παρθενούλα
αν αληθεύει ότι πριν πεθάνεις βλέπεις όλη σου την ζωή να περνάει
μπροστά από τα μάτια σου τότε θα ήθελα να αντέξω την προβολή του δράματος
μέχρι το πρώτο μας φιλί. τα υπόλοιπα, σχεδόν αποκλειστικά όλα τους
ανήκουν στον παράδεισο. εκεί έχω ήδη φτερά και μια αιωνιότητα μαζί σου
τσ Χριστούγεννα είναι ο πιο δύσκολος μήνας.
ιδίως αν είσαι ο Χριστός ή κάποιος εξίσου φτωχός
επιβιώνοντας χάρις στις ανάσες των ζώων
ή την παγερή καλοσύνη του ξάστερου ουρανού
συντρίμμια ροής
ξέρεις πως διαβάζεις την ζωή σου
καθώς η φωνή προηγείται
και συ απλά την ακολουθείς
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
ξέρεις το ποίημα απέξω κι ανακατωτά
το χεις δει να τσακίζεται, να πέφτει
μέρα τη μέρα, πνοή την πνοή
κι έπειτα πάλι να σηκώνεται
και να σε τραβάει λιγάκι πιο πέρα
από εκεί που πίστεψες πως θα ζήσεις
ξέρεις κι αυτό και όλα τα άλλα
μα δεν ενδιαφέρεσαι πραγματικά
παρατηρείς τις στροφές και τις ευθείες
και νιώθεις το στομάχι σου να ανακατεύεται
σε κάθε μεγάλο στίχο μα δεν είναι αρκετό
ξέρεις πως ένα λάθος είναι πιο τίμιο
από την ακατάσχετη φλυαρία των θαυμάτων
μικρών μεγάλων και γιγάντιων
έτοιμων να κατασπαράξουν ότι έχει απομείνει
από αυτή την αβάσταχτη πίκρα που σε κρατάει όρθιο
ξέρεις μα δεν το μαρτυράς
κι ο καιρός περνάει
κι η φωνή σου σε περικυκλώνει
ζητώντας ολοένα και περισσότερη αλήθεια
και συ δεν έχεις που να πας
φοβάσαι πως θα σε τιμωρήσει
με κείνη την παλιά κίτρινη σιωπή
κι απλά ακολουθείς τα βήματά της
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
μήπως και καταφέρεις να την κοιτάψεις στα μάτια
και την κάνεις επιτέλους να καταλάβει, να αισθανθεί
πως δεν υπάρχει πια κανείς σκοπός, κανένας λόγος
το ποίημα αυτό να συνεχιστεί
Ωραία που είναι η Κυριακή
μαύρη με μπλε κηλίδες
φεγγοβολάν κι αστράφτουνε
στα μάτια μου οι τσίμπλες.
Δεν βγαίνω απ’ το πάπλωμα
σκεπάζομαι ως απάνω
ο κόσμος συνεχίζεται
μα ξέρω πως να χάνω.
Με πίεσε η φούσκα μου
να βγω ή να τα αφήσω
μπορεί στο μπάνιο άμα μπω
κάποιον να αντικρίσω.
Κάλλιο κατρίλας κι άνετος
κάλλιο ονειροβάτης
παρά να περιφέρομαι
της Κυριακής σακάτης.
η εκκλησία μου
το ξεφτισμένο σ’ αγαπώ
με μαύρο σπρέι
στον κίτρινο τοίχο
δίπλα από την σπασμένη τζαμαρία
του εγκαταλειμμένου κτιρίου
τα αμάξια περνάνε πάνω κάτω
το σύμπαν συνεχίζει να διαστέλλεται
Η μοναξιά κόβει σύρριζα ότι περισσεύει. Η καραντίνα ήταν μόνο η αρχή. Συνεχίζω να συσσωρεύω τόσα πολλά, ιδέες, συναισθήματα, ύλη και κενό, πίσω από το πρόσωπό μου, που οποιαδήποτε προσπάθειά σου να με δεις θα χρειαζόταν χρόνια εξόρυξης. Οχυρωνόμαστε, άθελά μας, ολοένα και πιο βαθιά μέσα σε αυτό που παλιότερα ονομάζανε εαυτό, σήμερα απλά φωσφορίζει στην παλάμη του χεριού, ικετεύοντας για έναν δυνατό σεισμό, ή μια πλημμύρα, που είτε θα σκορπίσει το χάος ξανά στις καρδιές μας, είτε θα μας αναγκάσει να ανοίξουμε τα μάτια στο άγνωστο που καραδοκεί μόλις λίγα μέτρα μακρύτερα από την αποδοχή της ηλιθιότητάς μας. Αν κάποτε απαγγέλαμε διαφημίσεις για να γνωριστούμε τώρα η διαφήμιση είμαι εγώ και κάνεις δεν έχει το δικαίωμα να με ξέρει. Το ημίφως εκκολάπτει την ασάφεια κι αυτή με τη σειρά της γεννάει τέρατα. Αιώνες καταστροφής στα ακροδάκτυλά μου. Οι Θεοί λατρεύονται για χάρη μου. Μόνοι και σακαταμένοι από την αβάσταχτη φλυαρία μας συναντούμε τον άλλον μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε την νίκη μας. Σε περίπτωση λανθασμένου αποτελέσματος υποσχόμαστε βεντέτα και κλεινόμαστε στο κεφάλι μέχρι αυτό να υπερισχύσει οποιασδήποτε λογικής. Η πληροφορία ροκανίζει την πραγματικότητα. Με ένα ελαφρύ μούδιασμα αποδεχόμαστε τις σχιζοφρενικές μας τάσεις και απολαμβάνουμε τον τρόμο της προσθήκης ενός ακόμη ορόφου στον πύργο της Βαβέλ. Ο ουρανός είναι μια ψευδαίσθηση. Τα δέντρα είναι μια ψευδαίσθηση. Οι γάτες κι οι σκύλοι είναι μια ψευδαίσθηση. Οι άνθρωποι το ίδιο. Είμαι κλειδωμένος σε ένα κελί ολομόναχος. Έχω καταπιεί το κλειδί.
φεύγοντας από το πατρικό




είμαστε αθώοι

είχαμε πιστέψει πως θα φύγουμε από αυτή την πόλη
με ένα τσιγάρο στο στόμα πως θα πετάξουμε μακριά
τώρα η πόλη μας περιφέρει ολόγυρα στους δρόμους της
για παραδειγματισμό, τα παιδιά μας κοιτάν και γελάνε
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό που μίσησε
στα αλήθεια πόσο πολύ συνεχίζουμε να την μισούμε