κάποτε αγαπούσα αυτό τον τόπο
αλλά έγινα ποιητής
κάποτε αγαπούσα τους γονείς μου
αλλά έγινα ποιητής
κάποτε αγαπούσα και τους φίλους μου
αλλά έγινα ποιητής

κάποτε αγαπούσα την γυναίκα μου
αλλά έγινα ποιητής
κάποτε αγαπούσα και την ποίηση
αλλά έγινα ποιητής

κάποτε ίσως να αγαπήσω τον εαυτό μου
αλλά θα γίνει με τον τρόπο ενός ποιητή

κι απλά θα ελπίζεις
να καταφέρεις να ταξιδέψεις μακριά
έξω από τα τείχη, πέρα από την συνήθεια
της ασχήμιας και του ελέους
μακριά πέρα από όσα γνώριζες
κι όσα αναγκάστηκες να μάθεις
κι όσα προσπαθείς μάταια να ξεχάσεις
πέρα από τις νεκροζώντανες παραλιακές πόλεις
κι ακόμη πιο πέρα από την χυδαιότητα
της λέξης πατρίδα
σε ένα μέρος να φτάσεις
που δεν σε περίμενε και σε περιφρονεί
σε ένα μέρος ακατάλληλο
για ανθρώπινες τραγωδίες
σε μια γωνιά γης
που θα σε αναγκάσει να χαμηλώσεις το βλέμμα
για να μην τυφλωθείς
κι εκεί τρελαμένος από την οδύνη
της τελικής σου επιστροφής
να ελπίζεις να βρεις κάποιον
να στέκεται δίπλα σου
μόνο και μόνο για να πιστέψετε κι οι δυο
πως όντως υπάρχει ζωή
και πως αυτή η ζωή σας ανήκει

είμαι πιο πλούσιος μόνος
με την μοναξιά μου κάτω απ την γλώσσα
πικρή αλώβητη
κατανοώ την σιωπή
ως παρακλάδι του χρόνου
τον χρόνο
ως μνηστήρα του ονείρου
είμαι τόσο πλούσιος μόνος
πρόσφυγας μεσοπέλαγα
βασιλιάς στο ικρίωμα
τόσο φτωχός
που θα μπορούσα να πεθάνω
δίχως δισταγμό
είμαι τόσο μα τόσο πλούσιος
μόνος
κι απαλός

Είχε δέκα μέρες να μιλήσει η γιαγιά. Ξαπλωμένη, μέσα σε λήθαργο, στο ντιβάνι δίπλα στην εξώπορτα την κρατούσαν στη ζωή με μάτια υγρά και ψέματα. Αυτή κοιτούσε πέρα στο άπειρο κι ήταν ήρεμη, με αυτά τα χείλη τα πάντα ολόισια. Κάποτε φάνηκα και γω, μέσα από τα σκοτάδια, με πήγε η μάνα μου να την αποχαιρετήσω. Ένας άντρας όχι μεγαλύτερος από αυτόν που καθησύχαζε η γιαγιά το βράδυ για να κοιμηθεί. Στάθηκα στο πλάι της ισάξια βουβός και την κοίταζα. Η μάνα μου δάκρυζε και της μιλούσε, «Θεία Αγγέλω μου, θειά μου», κ.τλ. Ξαφνικά η μπάμπω ανοίγει τα μάτια της διάπλατα, της πιάνει το χέρι και της φωνάζει, «Μαρία, το παιδί, το παιδί, Μαρία..», σχεδόν ουρλιάζοντας κι αμέσως ξανακλείνει τα μάτια και για πάντα σιωπά. Μετά από κανά δυο μέρες πέθανε. Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έγινε και τίποτε, αυτό θα ήταν μέγιστη αχαριστία προς την μητέρα μου, κυρίως, αλλά είμαι σίγουρος πως έχουμε δρόμο μπροστά μας. Έχουμε δρόμο.

Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις.
Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα.
Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση.
Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία.
Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές.
Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι.
Δεν είναι πια μυστικό.
Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους
καθημερινής τρέλας
κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.

Συνήθως, οι άνθρωποι πάνε στην δουλειά.
Σπανίως, βέβαια, κάποιοι καταφέρνουν να φύγουν
κι από την δουλειά. Οι περισσότεροι, όμως, απλά πάνε.
Αργούν να φτάσουν, αν υποθέσουμε πως φτάνοντας είσαι εκεί
κι όταν αυτό, αργά ή γρήγορα, συμβεί τότε απλά ξεχνάνε
ή, καλύτερα, προτιμούν να μην πολυσκέφτονται οτιδήποτε
εκτός αυτής και της πεποίθησής τους πως όλα τελικά
είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς τους
αποδεχόμενοι, έτσι, την οριστική και αμετάκλητη
υποχρέωσή τους να μην ζήσουν ποτέ ξανά
ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι.

Η γυναίκα μου ξέρει πόσο μόνος αισθάνομαι.
Αυτό την διευκολύνει στο να κινείται δίπλα μου
δίχως να αναζητά κάποιο σημείο αναφοράς.
Τα βήματά της οδηγούν σε κάτι αρκετά χαμογελαστό
και για τους δυο μας. Συνήθως αρκεί και μόνο
η αίσθηση αυτής της πανάρχαιας ισσοροπίας
των σωμάτων μας μες στο μικρό μας σπίτι.
Ο κόσμος συνεχίζει να μεγαλώνει μέρα με την μέρα.
Κάποιος γεννιέται και κάποιος δεν έχει πια καμιά σημασία.
Η γυναίκα μου τακτοποιεί τα σιδερωμένα ρούχα στα συρτάρια.
Έπειτα μου ανακοινώνει πως το φαγητό είναι έτοιμο.
Δεν ξέρει αν θέλω πραγματικά κάτι από όλα αυτά.
Δεν την νοιάζει κιόλας. Μου κλείνει το μάτι και προχωρά.

η λέξη πατρίδα προφέρεται σωστά
όταν δεν έχεις πια άλλο οξυγόνο στα πνευμόνια
ή όταν απλά η αξιοπρέπειά σου
είναι ισάξια με αυτήν ενός κατά συρροήν δολοφόνου παιδιών και αμάχων

προσθέτω ένα κι άλλο ένα να διασφαλιστεί η ήττα μου
η απόσταση που με χωρίζει από τον εαυτό μου
η κατανόηση πως ο κόσμος είναι ένα μέρος κάπου μακριά
κανείς δεν ξέρει που ή με ποιον τρόπο θα φτάσουμε εκεί
κανείς δεν γνωρίζει αν συνεχίζει να υπάρχει
κανείς δεν νοιάζεται, ούτε κι εγώ, ούτε κι εγώ
το ότι ο καιρός ζέστανε είναι μάλλον αρκετό
για να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε την άγνοιά μας

Περιμένω ραντεβού στις 12. Η ώρα είναι 10 και 53. Δίπλα μου δυο τσιγάρα είναι ήδη καπνισμένα. Κάθομαι κάτω από μία μουριά και κάθε τόσο πέφτουν τα μούρα ολόγυρα και χτυπάνε πάνω στα χαλίκια. Μέχρι στιγμής δεν έχει πέσει κανένα στο κεφάλι μου. Έχω πολύ χρόνο ακόμα. Είτε για να φτάσει 12, είτε για να φτάσει 1. Έχω πολύ χρόνο κι είμαι σίγουρος πως αυτό το κειμενάκι θα τελειώσει σε λίγα λεπτά. Μετά θα εξακολουθώ να έχω πολύ χρόνο ακόμα. Είτε για να φτάσει 12, είτε για να φτάσει 6. Θα περιμένω με υπομονή. Δεν έχω άλλη επιλογή. Όλοι το ίδιο κάνουν. Το ραντεβού έτσι κι αλλιώς είναι απλά μια πρόφαση για να περάσει ο χρόνος. Θα ανανεωθεί αυτόματα μόλις παρέλθει η ώρα του. Έτσι κάνουν όλοι. Τα μούρα συνεχίζουν να πέφτουν. Η βαρύτητα είναι ένας πιστός σύντροφος που μάλλον δεν αξιοποιούμε επαρκώς.

για τον Αντώνη Αντωνάκο και το βιβλίο του Με τον Χένρυ στη Λίμνη, όπως διαβάστηκε στο βιβλιοπωλείο Αγαύη την Παρασκευή 02/06/2023

Παρακολουθώ τον Αντώνη στη λίμνη εδώ και πολλά χρόνια. Σαν ταινία τον παρακολουθώ και σαν κείμενο που τρέχει κι ανοίγεται και σταδιακά μικραίνοντας την απόσταση μεταξύ μας σαν άνθρωπο. Τώρα τελευταία σαν έναν άνθρωπο που πέρα από δάσκαλος, ποιητής και κούκλος, φίλος, μάγκας και σύντροφος, είναι περισσότερο άνθρωπος από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό ή ιδιότητα προσδίδουμε με αφέλεια σε αυτή την λέξη. Ένας άνθρωπος που όλα αυτά τα χιλιόμετρα κάτω από τα πέλματά του και όλοι αυτοί οι ιριδισμοί του φωτός πάνω στα χαλκοπράσινα νερά, το κρώξιμο του κόρακα, το κόασμα του βατράχου, ο αέρας μέσα στις καλαμιές, οι καθρέπτες στα φύλλα των δέντρων, το αλύχτισμα των αδέσποτων είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο. Όλες αυτές οι ανθρώπινες φιγούρες που καθρεφτίζουν στο βλέμμα τους την απόσταση από την πόλη, με τα ακονισμένα αυτιά και τα λαξεμένα μάτια είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο. Ο Αντώνης στο φόντο της λίμνης δεν ξεχωρίζει περισσότερο από ένα φίδι που κουλουριάζεται κάτω από ένα βράχο για να ξαποστάσει.  Γίνεται μια επιπλέον φύση, μια φύση λιγότερη από όσο χρειάζεται για να εισπνεύσει όλη την πολυπόθητη ελευθερία του να βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που είσαι. Εκεί αγαπάει και εκεί μεγαλώνει. Από εκεί κοιτάει με το τηλεσκόπιο του αυτόν και κάθε κόσμο στέλνοντας συνεχώς μηνύματα θάρρους και απελπισίας, θυμίζοντας μας τον αρχέγονο χορό των αστεριών. Εκεί γεννάει όλα του τα χάδια, τις θωπείες και τις ηδονές, εκεί δαγκώνει τον ήλιο στα στήθη και γεννιέται ξανά και ξανά, δίχως ίχνος μεταμέλειας και ματαιοδοξίας. Είναι ήρεμος και μιλάει, μιλάει ακατάπαυστα, όχι σαν χρόνος που μετράει ανάποδα, όχι σαν συνείδηση που φθονεί το θαύμα, αλλά σαν λαμπύρισμα της χαοτικής δυναμικής των αισθήσεων. Σαν υπέρτατος ακροατής της μεγαλοφυούς εξέλιξης της χλόης. Βουβός και βαθύς κάθεται και μιλάει, και γράφει, και σχεδιάζει με το δάχτυλο στον αέρα και κοιτάει πέρα μακριά στον απέραντο ορίζοντα των σκελιών της, ερωτοτροπώντας με τον κοσμικό ρυθμό, εκτιμώντας βαθιά τον πλούτο και το μυστήριο του σκότους. Παρακολουθώ τον Αντώνη στη λίμνη εδώ και πολλά χρόνια. Οι εποχές αλλάζουν, βροχή πέφτει και ο πλάτανος στροβιλίζεται και πάει, θύελλες σπέρνουν τον νου στους ανθρώπους, ο Χριστός κατεβαίνει από τον σταυρό του για να πάει για κατούρημα, η γλώσσα του δυναμώνει σε ρυθμό, η αναπνοή του ενδύεται την ευγένεια της φωτιάς και την κομψοτεχνία του πάγου, ο Αντώνης πληθαίνει κι ονειρεύεται, εμένα και σένα, μας ονειρεύεται  γυμνούς μέσα στο νερό, οι στύσεις μας είναι υπέρλαμπρες, το ίδιο και οι σχισμές μας, κραυγάζουμε και χύνουμε, ένας ήλιος φυτρώνει πάνω σε έναν άλλο ήλιο, οι σάλπιγγες σημαίνουν. Ο Αντώνης χάνεται κάτω από την επιφάνεια της λίμνης. Επιστρέφει στην απύθμενη δεξαμενή των ονείρων. Αφουγκράζεται το βουητό της αιωνιότητας και αξιώνει την αλήθεια ακούγοντας τους ψιθύρους των ποιητών. Ένας Αμερικανός, το τρίτο παιδί ενός μικρό επιχειρηματία, ένας μαθητής του Έμερσον, νεκρός στα 44 του από φυματίωση, ζωντανός ακόμα, σαν πουλί που ποτέ του δεν τραγούδησε μέσα σε σπηλιά, σαν καλοσύνη που ποτέ της δεν αποτυγχάνει, του πιάνει το χέρι και τον ευχαριστεί για την προσοχή που του δίνει. Ελεύθερος ο χρόνος, το κεφάλι τους ήσυχο, τα ρούχα τους παλιά, τα δάχτυλά τους έμπειρα ψηλαφούν τον πλανήτη Γη και νιώθουν τα σπίτια που τρέμουν, προσπαθούν να θεμελιώσουν όλα αυτά τα σπουδαία κάστρα που χτίστηκαν στον αέρα. Συμφωνούν πως το μόνο φάρμακο για την αγάπη είναι η ίδια η αγάπη. Ο Αντώνης αναδύεται, βγαίνει και ξαπλώνει στην ακτή. Φοράει το μαύρο του τζιν και το μαύρο του μπλουζάκι και κάθεται δίπλα μου. Κρατάει ένα ακόμη βιβλίο στα χέρια του. Νάτος, εδώ μαζί μας. Μα τι θεσπέσια χαρά, τι μεγαλειώδης ανοησία και τι αγνή ομορφιά, τι μεγάλη αχόρταγη γιορτή που έχουμε στήσει κι απόψε φίλες μου και φίλοι, με βροντές και κεραυνούς, με λιοπύρι αυγουστιάτικο και σκόνη, με φεγγάρι ολόγιομο, πιο ψεύτικο κι απ’ τις φωνές μας, μαζεμένοι όλοι εδώ, έτοιμοι να αρπάξουμε τον άνθρωπο αυτόν από τον λαιμό και να τον καταβροχθίσουμε, να πιούμε το αίμα του και να γεννήσουμε τα παιδιά του, να τον θάψουμε έξι φορές και να τον αναστήσουμε χιλιάδες, να του πάρουμε το σκαλπ και να πιούμε το μυαλό του με καλαμάκι. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Ίσως και μόνο απλά να του σφίξουμε το χέρι και να του ευχηθούμε όλη αυτή η καύλα που μας έχει προσφέρει μέχρι τώρα να είναι μόνο η αρχή.