Το μέλλον είναι εδώ και με προφταίνει πριν πέσω στα γόνατα.
Πριν γίνω αυτός που είμαι πριν θελήσω να γίνω κάτι άλλο.
Η κάθοδός μας έχει δέκα γράμματα και κάμποσα μηδενικά.
Πριν τα μηδενικά γίνουν τα νούμερα που όλοι ποθούμε να είμαστε.
Βουτιά στο τσιμέντο, βουτιά στην ποίηση, βουτιά στον ζόφο.
Ένας μετεωρίτης αντανακλάται στα γυαλιά σου και μετά από λίγο
φεύγεις
Δεν ζει κανείς εδώ. Είναι ήδη αργά. Με λίγη πεποίθηση ακόμα
θα καταφέρουμε να αποκτήσουμε την κοσμική τραγικότητα
που τόσο πολύ ζηλέψαμε από το φεγγάρι.
Μηχανές ταΐζουν τη νύχτα. Οι βρυχηθμοί τους καταπίνουν
κάθε λογική. Αύριο κάποιος θα αποφασίσει να σε σημαδέψει στο κεφάλι.
Κάποιος άλλος θα σε κοιτάξει στο χώμα και θα θυμηθεί
πως ήθελε να φάει ένα παγωτό. Ο αέρας θα επιμένει πως όλα
είναι ένα ψέμα αντάξιο πίστης. Ένα τσιγάρο που αφήνει πίσω του
μια απουσία που δεν έγινε ποτέ.
Μήνας: Ιουλίου 2023

Όλοι τους κρύβουν
λίγο παράδεισο
αλλά
τίποτα
μόνο μια καλημέρα
*αντιστρέφοντας το ποίημα Μόνος του Τζίμη Τσουκαλά
Ο ένας είναι η υπερπολύτιμη συναισθηματική μου νοημοσύνη, ο άλλος ο γνωστικός μου νους, ο υπερβολικός και άμετρος, Θεό δεν βρήκα να πιστέψω, ο άλλος είναι η επιβεβαίωση πως αυτός ο κόσμος πονάει πολύ και δίχως προφανή αιτία, ποτέ δεν μπόρεσα το χωνέψω, ο άλλος ο μυστικιστικός λήθαργος της νύχτας, ο άλλος μια βόλτα χωρίς πολλά πολλά, μία βόλτα ανολοκλήρωτη, εις τους αιώνες των αιώνων, να μην κοιτάς πίσω όταν οδηγάς, ο άλλος ένα ανιαρό αστείο αλλά τόσο μα τόσο αναγκαία ωφέλιμο, ο άλλος η σοφία όλης αυτής της διαδρομής σε μηνύματα καπνού πάνω από τα κεφάλια μας, ο άλλος σβέλτες μανούβρες μες στην πόλη, αποφεύγοντας μπάτσους, γνωστούς και ποιητές, ο άλλος ένας άλλος ακόμη πιο άλλος από οποιονδήποτε άλλον σαν αυτόν, ο άλλος ανύπαρκτος και φυσικός σαν καταστροφή καταμεσής του ονείρου, μπουσουλώντας με κόπο πάνω σε υποχρεωτικές καλημέρες, μεροκάματα και διαφημίσεις, ο άλλος κάτι σαν σύννεφο αλλά χωρίς ορίζοντα, σελιλόιντ κομμένο βίαια πάνω στο άνθος της ομορφιάς του, ο άλλος να με κοιτάει γνωρίζοντάς με από μία ζωή χιλιετιών αλλά αδυνατώντας να ψελλίσει το παραμικρό μυστικό, ο άλλος αυτό, ο άλλος περισσότερο, ο άλλος ακόμη λιγότερο, μα οι περισσότεροι άλλοι ένα τίποτα, μία σχέση που δεν λύθηκε ποτέ, να κατηφορίσει στον γκρεμό με θύμα της μια ανθρωπότητα, οι περισσότεροι εκεί για να πάρουν αυτό που θέλουν, όταν το θέλουν, χωρίς εμένα, χαρίζοντάς μου εμένα σε αυτό που αν και πάντα ήξερα πως είμαι ποτέ δεν συμπάθησα, όλα αυτά τα άχρηστα δώρα στο κατώφλι μου, στάχτες της παιδικής μου ηλικίας, του τρόπου που μεγάλωσα, της ποίησής μου, ένα μεγάλο αδιάφορο πιάνο που στοχεύει το κεφάλι μου από την στρατόσφαιρα, αδιαφορία και κόμπλεξ, βαρβαρότητα, εγώ μόνος, δίχως υπόνοια προσευχής, οι περισσότεροι άλλοι μια τρίχα από τα αρχίδια μου στο στόμα μου, να την τραβάω και να μην βγαίνει, χίλιες δικαιολογίες της επερχόμενης συντριβής μας, δεν γαμιέται, όπου πάνε όλοι θα πάμε και μεις αλλά τουλάχιστον να ξέρουμε αδέρφια μου πόσο μαλάκες ήμασταν, πόσο ειλικρινά και απεριόριστα ηλίθιοι έχουμε υπάρξει.
κανείς δεν με αγαπούσε
οπότε κι αναγκάστηκα να στεφθώ βασιλιάς
ίδιος κι απαράλλακτος με τον καθένα μας
κηρύττοντας πόλεμο
φωτιά και τσεκούρι
σε όλους εσάς του άπιστους και ειδωλολάτρες
εγκαθιδρύοντας την απόλυτη μοναξιά μας
μέσα στο αίμα και την κονόμα
τόσων και τόσων χαρούμενων γιορτών
το βράδυ τα μάτια μου σωπαίνουν
μπορώ να κοιτώ τους ανθρώπους
διχως την αγωνία της κατανόησης
δίχως την αίσθηση της μοίρας
μπορώ να κοιτώ τον ουρανό
δίχως την υπενθύμιση της ιστορίας
δίχως τον φόβο της απουσίας μου
η λέξη πατρίδα προφέρεται σωστά
όταν η στάχτη έχει πλέον καλύψει τα πάντα
ή πιο απλά όταν έχεις μάθει να σκύβεις τόσο χαμηλά
που σε τίποτα δεν διαφέρει πια ο θάνατος από την ζωή
Κάτι μεταξύ Τσάτσα και Νικολάκη. Με ένα λευκό τίγρη στο πλάι να απαγγέλω ποίηση. Να καταβροχθίζω καθημερινή καθημερινότητα και να ξεβράζω τρέλα. Την μόνη ικανή απάντηση στην ερώτηση της ζωής. Την πιστότητα ενός χρόνου έξω από τον χρόνο των ρολογιών και των νευρωτικών απολήξεών μας. Κουβαλάμε κιβώτια. Μέσα στον ήλιο. Άρη Αλεξάντρου οι σπίθες κάψαν τα μάτια μας. Είμαστε τυφλοί και κανείς δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει. Γύρο φέρνω μέσα στην πόλη από το πρωί. Πίνω και κάνω πως μιλάω. Πως συναισθάνομαι τον ολοένα και αυξανόμενο πόνο. Το ατελείωτο κυνήγι ενός θησαυρού που ποτέ του δεν υπήρξε. Τρεις στο μπαρ. Οι δύο δουλεύουν, εγώ γράφω. Υπερασπίζομαι το αυτονόητο. Το να κάθεσαι απλά σε μια καρέκλα υπάρχωντας. Αναπνέοντας και φυσώντας τον καπνό με τόλμη. Κοιτώντας τον Πέρι με στωικότητα. Η οικογένεια είναι ο πιο δύσκολος δεσμός. Θεσμός και αποτροπιασμός, να κοιτάς τι σε συνθέτει, όλη αυτή η άδοξη βία. Το χάραμα της απουσίας. Δεν είμαι εδώ. Με βλέπεις; Δεν μπορώ να διακρίνω τον εαυτό μου από τον γιό μου. Την αγάπη από το μίσος που με ορίζει. Δεν θυμάμαι τι έλεγα. Αγόρευσα ξανά υπέρ της ομορφιάς. Αυτής του να κοιτάς λέγοντας μόνο τόσα ψέματα όσα για να υποστηρίξουν το σάλτο μας στην αθανασία. Γλυκιά μου ακροβατίσια μπύρα. Ο κόσμος περνάει έξω από το αιρ κοντίσιον και τρέχει. Έχει ένα νόημα να αναζητήσει. Εγώ ξέρω πως ο παράδεισός μου βρίσκεται στην κάφτρα αυτού του μοναχικού τσιγάρου. Φυσώ ξεφυσώ, όλα είναι όπως τα άφησα. Πότε θα με αρπάξετε από τον λαιμό αφήνοντας μου ένα δευτερόλεπτο για να πω την αλήθεια; Αγάπησα όσο μπορούσα. Αλλά κουράστηκα. Θέλω μια λατρεία να με αναβιώσει. Είναι καθαρά θέμα τιμής. Γαμήστε με, ρε μουνόπανα. Χώστε τα δόντια σας μέχρι μέσα. Το θαύμα ανθίζει αν στάξει το μονάκριβο δάκρυ. Πάνω στο χαμόγελο της αυθαιρεσίας. Πάνω στο χαμόγελο. Τι άλλα; Υπήρξε ποτέ κάτι καλύτερο από αυτό; Αμφιβάλλω. Καίει. Η ευτυχία μας εδράζεται πάνω στα χιλιοειπωμένα τσιμέντα αυτής της πόλης.
στο κέντρο του κόσμου μια μαύρη τρύπα
μπροστά στα μάτια μου εσύ
είναι πραγματικά πολύ εύκολο πια

το πηγάδι μέσα μου είναι αχόρταγο
ρίχνω τον Καίσαρα, ρίχνω και τον Χριστό
μα δεν λέει να το βουλώσει
ρίχνω φασίστες με το σωρό
ρίχνω χριστιανούς με το βλέμμα στην σκανδάλη
ρίχνω ανύποτους τρόμους πρωινού ξυπνήματος
μεροκάματα στο Αιγαίο
αναμονές χιλιομέτρων στον γκισέ
συντροφικές αδιαφορίες
νεύρα τραβηγμένα από μηνύματα συντέλειας
χιλιάδες τρόπους να επιβεβαιώνεις την ηλιθιότητα
χιλιάδες έξυπνες συσκευές να επιβεβαιώνουν τη σιωπή
μα δεν λέει το γαμημένο να σταματήσει να ζητά
ρίχνω την δημοκρατία μας
ρίχνω 5 εκατομμύρια ψηφοφόρους
έναν έναν και με ρυθμό
μα αυτό όλο ζητάει και μου ζητάει κι άλλο
ρίχνω και ρίχνω κι όλο ρίχνω
ρίχνω βιβλία αγαπημένα και ποιήματα
ρίχνω το Siamese Dream ξανά και ξανά
και κείνη την συνέλευση που με έκανε να πιστέψω
πως ο κόσμος είναι ένα χωράφι μαγιάτικο
καταμεσής του απείρου
και συνεχίζω να ρίχνω
ρίχνω τη μάνα μου και τον πατέρα μου
ρίχνω την αδερφούλα μου με μία σπρωξιά
και κάθε μαλάκα φίλο που αγάπησα ποτέ
και ρίχνω τον ορίζοντα
το τελευταίο σύνορο πριν την απόλυτη τρέλα
μα το πηγάδι είναι βαθύ και άσπλαχνο
και μου ζητάει κι άλλα κι άλλα πολλά
ρίχνω και συνεχίζω να ρίχνω
και δεν υπάρχει τελειωμός
ίσα με το να πάρω την απόφαση
και να πέσω κι ο ίδιος μέσα
να ξαναβρώ την φρίκη απ την αρχή
να της συστηθώ ολολεξής και να τη φτύσω
και να πάει να γαμηθεί
και το πηγάδι κι ο κόσμος όλος
Παντού σε αυτή την πόλη πραγματοποιείται ένα έργο.
Ένας δρόμος που δεν οδηγεί πουθενά.
Ανοιγμένα στόματα περιμένουν τις μύγες από την Αθήνα.
Κωλοδάχτυλα πυροβολούν τις γριές που διασχίζουν το φανάρι.
Τη μια μέρα γελάς, την άλλη τυλίγεσαι με το σχοινί του ακροβάτη
κι ελπίζεις να μην σου προσφέρει κανένας βοήθεια.
Τζιπ γυαλισμένα με μουνάρες θειάδες εμβολίζουν ντελιβεράδες.
Τα σουβλάκια στην άσφαλτο καρβουνιάζονται θλιμμένα.
Ο χρόνος περιμένει με τα υπόλοιπα δέματα στα γραφεία μεταφορών.
Οι κουβέντες λιγοστεύουν.
Λες καλημέρα μόνο και μόνο για να τους προκαλέσεις αμηχανία.
Ένα μεγάλο σπυρί γεμάτο πύον στη θέση του φεγγαριού.
Οι δορυφόροι αδυνατούν να μεταφράσουν το δράμα σε κώδικα.
Τα μπαλκόνια είναι το πιο επικίνδυνο μέρος πια.
Όλοι τρέχουν σε κύκλους γύρω από την ιστορία της πόλης
ενώ η πόλη δεν υπήρξε ποτέ, ούτε σαν πόλη, ούτε σαν κάτι άλλο
εκτός, ίσως, από ένας διακομιστής απουσίας νοήματος προς το σύμπαν.
Ροκανίδια πανοπτικού θεάματος, τρύπιες κάλτσες μέσα στα σιδερωμένα adidas.
Χρόνια κλύσματα ποίησης και ολέθρου στο αποχετευτικό δίκτυο.
Ένας διαρκές μπουμπουνητό που δεν ξεσπά ποτέ.
Ανίερη κουφόβραση και μπύρα, μπύρα, μπύρα, μπύρα.
Ούζο, τσίπουρο και αγχολυτικά. Αντιψυχωτικά και μαύρο.
Ένστολοι απόστολοι με το χέρι στη θήκη.
Μια τρύπα στη θέση της καρδιάς να ισσοροπεί το χάος.
