αρχίζω πάντα από την αρχή
τα μάτια της μητέρας μου
όπως ο πυθμένας μιας λίμνης
ολόγυρα τα ψάρια πετάνε αδιάφορα
το κουφάρι του πατέρα μου επιπλέει
δεν βρίσκομαι εκεί
αλλά η αγάπη μου είναι αυτή η αίσθηση
ασφυξίας και ματαίωσης
βαθιά κάτω από την επιφάνεια

επιστρέψουν στον εαυτό τους πριν κάποιος τα πείσει πως το και το αίμα γίνεται νερό. Μαθαίνω το όνομά μου όπως μαθαίνει κανείς να αποδρά από τον χρόνο, τον χώρο και όλα τα συναφή. Βαδίζω και παραμιλώ μέσα στις τσέπες του μπουφάν μου τελευταία μέρα του καλοκαιριού με σαφείς ενδείξεις πως δεν θα απομακρυνθώ και πολύ από όσα από πάντα προοριζόμουν να γίνω. Γίνομαι και παραγίνομαι και πέφτω κατάχαμα και κατρακυλώ μέχρι το πρώτο μπαρ, στο οποίο τυχαία φιλοξενείται και το 12ο παναιτωλικό φεστιβάλ ψυχιάτρων και ερωδιών, και αφότου παραγγέλνω μια μπύρα, πάω και κλειδώνομαι στην τουαλέτα μέχρι την Δευτέρα απουσία των πάντων, σε μια επαρχιακή κωμόπολη, με τα μαγαζιά κλειστά και με κατεβασμένα στόρια, δέκα κορονογιούς να σπέρνουν τον τρόμο κι εγώ επιτέλους μόνος στη μέση του δρόμου και φοβισμένος, απόκοσμα δαγκωμένος, η φυσιολογική μου κατάσταση, μόνος, ξένος, στην τελευταία μέρα ενός ακόμη καλοκαιριού. Πότε δεν ζήτησα κάτι. Πότε δεν προσπάθησα για αυτό. Αλλά να που τώρα ένας ολόκληρος κόσμος ξεψυχάει στην παλάμη μου. Κάνει ήδη τόσο κρύο.

Βγήκα στο λιμάνι για αέρα και καπνό. Έκατσα πάνω στην πεζούλα κι άναψα. Κόσμος πηγαινοέρχονταν, μέχρι την άκρη της προβλήτας και πίσω, κάτω από τις κίτρινες λάμπες, ζευγαράκια, οικογένειες, παιδιά. Δεν βολευόμουνα καλά κι έτσι όταν άδειασε το μοναδικό παγκάκι μεταφέρθηκα λίγα μέτρα πιο κει και έκατσα. Ξεκίνησα να γράφω κάτι και μου πήρε λίγη ώρα. Κάτι βαρύ για το τέλος του πολιτισμού. Σαν να γυρνάει η ίδια αυτή η λέξη ανάποδα και να καταπίνει τον εαυτό της. Όταν σήκωσα το κεφάλι από το κινητό είδα ένα νεαρό αγόρι να ψαρεύει με καλάμι στην άκρη του διαδρόμου με τα πόδια στην θάλασσα. Κρατούσε στα χέρια του ένα μικροσκοπικό ψαράκι. Τον αναγνώρισα εύκολα από ένα ματσάκι μπάσκετ που είχαμε κάνει μαζί πίσω στην πόλη την άνοιξη. Ήταν ένα ψηλό και γεροδεμένο παιδί που είχε μάτια και συμπεριφορά ενός πολύ μικρότερου από την ηλικία του. Του μίλησα, λέγοντας, τι κάνεις, φίλε; είναι μικρούλι, βρε, αυτό, πέτα το πάλι μέσα. Με κοίταξε και μου απάντησε, βλέπω με θυμάστε, πολύ ωραιά, χαίρομαι, είναι μικρό, όντως, θα το κρατήσω λίγο και θα το πετάξω μετά. Ξαναγύρισε προς την θάλασσα και γω συνέχιζα να στέκομαι εκεί κοιτώντας απαλά τριγύρω. Έπειτα από λίγο ξαναγύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε, λέτε να βρέξει σήμερα; μακάρι να βρέξει, να σωθεί η χώρα μας. Όλο βάζουν φωτιές. Ο παππούς μου έχει καραμπίνα στο βουνό. Αν χρειαστεί θα την πάρω την καραμπίνα και.. Εγώ δεν φοβάμαι, αναστέναξε θριαμβευτικά. Εκείνη ακριβώς την στιγμή περνούσε μία κυρία με καροτσάκι και μπεμπέ. Μπράβο, παιδί μου, φώναξε προς τον νεαρό. Έτσι πρέπει. Με την καραμπίνα. Αυτό χρειάζονται. Ωωω, τι έχεις εκεί; Ένα ψαράκι. Με αφήνεις να το δείξω στην μικρούλα μου; Βεβαίως, απάντησε το παιδί και η μαντάμ το έπιασε από την ουρά, το σήκωσε μπροστά στα μάτια του μωρού κι άρχισε να το κουνάει πέρα δώθε, χαχανίζοντας και μπεμπελίζοντας με χαρά. Σηκώθηκα και τράβηξα προς το λιμάνι. Θα συνέχιζα την διακήρυξη της ηλιθιότητας τρώγοντας ένα σουβλάκι χοιρινό.

Όταν ένας πολιτισμός αυτοκτονεί είναι τουλάχιστον ηλίθιο να μιλάς για την ηλιθιότητα του πολιτισμού αυτού ή για κέντρα αποφάσεων και την αδυναμία σύγκρουσης μαζί τους ή ακόμα για κάθε πιθανή εναλλακτική. Η απόφαση να αυτοκτονήσεις είναι πολύ βαθύτερη από οποιαδήποτε διάνοια, πολύ πιο εμπεριστατωμένη από οποιαδήποτε άλλη απόφαση και μη αναστρέψιμη όσος χρόνος ή μικρά διαλείμματα ζωής κι αν περάσουν. Όταν είσαι πια βέβαιος πως θα αυτοκτονήσεις, ακόμη κι αν φαινομενικά προσπαθείς να το αποφύγεις, και μοιάζει πράγματι κάποιες στιγμές να το καταφέρνεις, ακόμη κι αν στο τέλος σε καταβάλει η αρρώστια και η φθορά, αυτά δε θα είναι πάρα τα βέβαια συμπτώματα της πρωταρχικής και απόλυτης απόφασής σου να τερματίσεις την ζωή σου αυτοβούλως. Όλα όσα ζούμε και όλα όσα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν γύρω μας, όσο ακραία καταστροφικά κι αν μας φαίνονται, θεωρώ πως δεν είναι παρά η καθολική και συμφωνημένη απόφασή μας σαν πολιτισμός να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα με αυτό το κακόγουστο πανηγυράκι.

Έχω έναν φίλο φίλο του Θορώ. Ζει με λιγότερα από όσο κοστίζουν τα καθημερινά μου τσιγάρα κι είναι ευτυχισμένος. Έχει και δύο παιδιά και η περιπέτεια τους βρίσκεται στην άκρη των δαχτύλων τους, όπως μπλέκονται μεταξύ τους σε στιγμές ανάγκης και αγαλλίασης. Μια μέρα ήρθαν σπίτι μου για καφέ και άραγμα. Στις πρώτες εικόνες μετά την πόρτα ο μικρός σάστισε με την συλλογή κόμικ που κρέμεται στο σαλόνι μου πάνω σε υπερφορτωμένα ράφια. Μου λέει, τα έχεις διαβάσει όλα αυτά; Προς στιγμήν ντράπηκα, για το μέγεθος του χρόνου και του χρήματος που απεικονίζοταν μπροστά του, αφαιρώντας το ένα από το άλλο κάθε δικαίωμα χαράς από την πολύτιμη συλλογή μου, και δίχως να το πολυσκεφτώ απάντησα πως, δεν θυμάμαι, καλέ μου, Ηρακλή, πραγματικά πως θα μπορούσα ποτέ να θυμάμαι αν τα έχω διαβάσει όλα αυτά, τα κατά τα άλλα υπέροχα κόμικ. Ο μικρός με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με λίγο λύπη ή λίγο περιφρόνια που τιναζόταν από τα μακριά ξανθά βαμμένα από τον ήλιο μαλλιά του μπρος στα πόδια μου. Μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο και συνέχισα να μιλώ, χωρίς να το καταλαβαίνω απόλυτα, λέγοντας πως, δεν θυμάμαι ούτε πως βρέθηκαν όλα αυτά τα βιβλία εδώ μέσα, μπορεί να είναι της γυναίκας μου, ε; αλλά η γυναίκα που ξέρω δεν διαβάζει τόσο πολύ, βασικά δεν ξέρω σε ποιον ανήκουν όλα αυτά τα βιβλία, μήπως πρόκειται περί αστείου; σε ποιανού το σπίτι ήρθαμε ρε μπαγάσα, ρε τον Νίκο πλάκες που μου κάνει, κι άνοιξα την πόρτα κι άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες, όλο και πιο βαθιά, τρέχοντας σχεδόν, κουτουλώντας στους τοίχους και περνώντας από μέσα τους, για να φτάσω πίσω στην παιδική μου ηλικία, εκεί που ένα βιβλίο, μία σελίδα ενός βιβλίου, καλύτερα, κρατούσε μια αιωνιότητα, ένα καλοκαίρι και παραπάνω, μέσα στην καρδιά μου και στο μυαλό μου, για πάντα, δηλαδή, τόσο όσο απαιτείται για να νιώσεις όμορφα με την ομορφιά του κόσμου, κάτι το οποίο μπορεί να μετρηθεί και να μετρήσεις δίχως αριθμούς, αλλά με την ανάσα σου και το ποσό πραγματικό σε κάνει να νιώθεις, πόσο ειλικρινά πραγματικό μέσα σε έναν κόσμο που έτσι κι αλλιώς δεν υπήρξε ποτέ.

η λέξη πατρίδα προφέρεται σωστά
όταν όλα γύρω σου καταρρέουν
κι εσύ ακόμη πιστεύεις πως τα συντρίμμια
είναι κάτι άλλο πέρα από μπίζνα και θάνατος

leave your shit in Greece

όλη η Ελλάδα μπλε
κι ο ουρανός της κόκκινος

όλη η Ελλάδα μπλε
και η καρδιά μας μαύρη

όλη η Ελλάδα μπλε
κι η ψήφος μας λευκή σαν χιόνι
κι η αποχή το ίδιο, πάντα λευκή
κι οι 24ωρες απεργίες λευκές
κι οι πορείες των 40 ατόμων
στο κέντρο της πόλης
κι αν όχι λευκές σαν παγωμένες

όλη η Ελλάδα μπλε
κι εσύ διάφανος στο βάθος του ορίζοντα

Ζήτω η Ελλάδα!
Ζήτω η θρησκεία!
Ζήτω η Νέα μας υπέροχη Αφασία!

Με ρώτησε ο φίλος αν θα αντάλλαζα μια συγκεκριμένη ιδιαίτερη ανάμνησή μου με ένα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Στην αρχή κόμπλαρα ως προς την φιλική διάθεση της ερώτησης αλλά ως γνήσιος ταύρος μπήκα μες στο υαλοπωλείο και απάντησα αυθόρμητα και ακριβώς επειδή δεν έχω την παραμικρή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου πως ίσως με κάνα μύριο θα το έκανα ευχαρίστως. Το ξανασκέφτηκα. Θα αντάλλαζα την συγκεκριμένη ανάμνηση με κάνα πενηντάρικο, τουλάχιστον. Αν ήταν δυνατόν θα πουλούσα και άλλες αναμνήσεις για είκοσι, δέκα και πέντε ευρώ. Υποθέτω πως μετά από ένα σημείο απώλειας της ταυτότητάς μου θα μου ήταν πιο εύκολο να απαλλαγώ από οποιαδήποτε ανάμνηση και για λιγότερα. Οπότε με κάνα δυο τρία χιλιάρικα επιτέλους θα γινόμουν το άγραφο χαρτί που τόσο ποθώ. Ένα μωρό, ένα τίποτα, ένας τυχαίος άνεμος σε μια τυχαία πόλη. Ένα τυχαίο δέντρο σε ένα εξίσου τυχαίο δάσος. Ένα έτσι δίχως άλλη ερώτηση και καμιά μα καμία απάντηση. Πως το χε πει ο Evan Dando; I’m too much for myself I wanna be someone else. Κι αυτός ο κάποιος κάποιος κανένας στη μέση του πουθενά.

Οι περισσότεροι ικανοποιούνται θέτοντας υποψηφιότητα για τον δήμο.
Εγώ πάλι χρόνια τώρα αποζητώ να εξοστρακιστώ.
Εν μέρει τα έχω καταφέρει.
Απλά έχω εθιστεί σε αυτή
την ατελείωτη έξοδο.

Η φιγούρα μου είναι αυτή που ενώ έχει ήδη ανυψωθεί ένα χέρι την γραπώνει από το πόδι και την επαναφέρει στην γη. Στην κόλαση και στον παράδεισο. Στην στιγμή που πάντα προσγειώνεσαι καταμεσής του πλήθους ανίκανος να συγκρατήσεις το σμπαραλιασμένο σου γέλιο. Κοιτάω τους ανθρώπους στα μάτια. Όλο και πιο σπάνια. Ειδικά όταν μιλάω και λέω αυτό που πιστεύω, αντί για τους υποτυπώδεις τύπους αστικής επιβίωσης, βλέπω πάντα ένα απροσμέτρητο και φιλικό κενό. Ο απέναντι τοίχος ή η τζαμαρία με τα νέα ήθη παπουτσιών. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να σηκωθείς έστω και λίγα εκατοστά από το έδαφος πια. Οι περισσότεροι σκάβουν τον λάκκο τους οικειοθελώς και ως γνήσιοι Έλληνες κρατάνε χώρο και για τους γειτόνους. Αδυνατώ να δω παραπέρα από την κόρη και το λευκό της περίβλημα. Κωλώνω. Όταν η νύχτα το αποζητά και είναι πλέον πολύ αργά για να της το αρνηθώ ρίχνω μια στιγμιαία ματιά που πάντα με στέλνει αδιάβαστο. Πονόκοιλος και τύψεις βαριές και ενοχές αδυσώπητες για μέρες. Τα βήματα μου σέρνονται δίπλα στα βήματα των άλλων. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να μιλάς μπροστά σε έναν άνθρωπο πια. Να σκέφτεσαι δίχως το μονότονο βουητό μιας μηχανής. Να αλλοιώνεις τον εαυτό σου με κάτι ολότελα ακατανόητο ακόμη και στα άστρα. Να σιωπάς όταν όλα τρίζουν εκατομμύρια δόντια πάνω σε λαμαρίνες και παλιοσίδερα. Είμαι παρατημένος κάπου στα λιγότερα ίσως από τα μισά της ζωής μου. Με κάθε κίνηση της φτερούγας μου νιώθω το βάρος μου να πολλαπλασιάζεται. Ο Κάπταιν Χουκ γελάει χαιρέκακα καθώς τραντάζει την σανίδα στην κουπαστή. Κι όσο σκέφτομαι το στομάχι του κροκόδειλου δειλιάζω και τρελαίνομαι μέχρι δακρύων. Μούφα.

Καθόμουν μόνος στην όχθη του ποταμού και παρατηρούσα ένα ξερό κλαδί να αιωρείται πάνω από τα πράσινα νερά, δεμένο στον κόσμο μας από τον ιστό μίας αράχνης. Λίγα μέτρα παραπάνω από την θέση μου η φλυαρία επιβεβαίωνε καθενός την θέση και εγώ κρατιόμουν στην μεταξύ μας απόσταση ήρεμος και σίγουρος πως ο ουρανός γρήγορα θα σκοτείνιαζε. Μικρά έντομα άφηναν ομόκεντρους κύκλους στα νερά και το γεφύρι μπροστά μου τόξιαζε τον χρόνο καταμεσής στο στήθος μου. Κάπνιζα και δεν περίμενα τίποτα να συμβεί. Ένα ζευγάρι εμφανίστηκε μετά, έβγαλε μία φωτογραφία κι έφυγε. Κι έπειτα ήρθε ένα παιδί με μία κιθάρα. Κάθισε λίγο πιο πέρα και γρατσούναγε και μουρμούραγε απαλά. Όχι μακριά από το κέντρο της σκέψης μου πέρασε η ανάμνηση του τραγουδιού που είχα γράψει πριν είκοσι και χρόνια, στην κόψη της νιότης μου, και που συνήθιζα να παίζω και να τραγουδώ όλα τα χρόνια μετά, όταν βρισκόμουν χιλιόμετρα παραπέρα από την πόλη, σε νησιά του Αιγαίου και σε βουνά της Ηπείρου, σε παραλίες και σε καλντερίμια, όταν βρισκόντανε όπως και τώρα μια κιθάρα ξέμπαρκη και φιλική και την οποία δανειζόμουν μόνο και μόνο για να παίξω αυτό το τραγούδι. Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που φωλιάζουν στο κελάρι μου, λέει ο πρώτος στίχος. Αφότου προσπάθησα να θυμηθώ για μία ακόμα φορά κάποιες ελάχιστες εικόνες μου μαζί του αναρωτήθηκα αν αξίζει τον κόπο να προσθέσω μία ακόμη. Ένιωθα το στόμα μου γαντζωμένο από τα τσιγάρα και την αγκαλιά μου δίχως χώρο για το όργανο. Ο νεαρός συνέχιζε ακόμα να παίζει διακριτικά. Κάπνισα λίγο ακόμη κι έπειτα πήγα και στάθηκα λιγάκι πιο κοντά του. Έπαιζε το Hey Hey My My. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ. Όταν πλάγιασε το τελευταίο ακόρντο του συστήθηκα και του εξήγησα ευγενικά την κατάστασή μου. Με χαρά που πάσαρε την κιθάρα και ευχαριστώντας τον προσπάθησα να βολευτώ. Είχε μεγάλο σκαρί και δεν έβρισκα θέση με τίποτα. Με έκπληξη διαπίστωσα πως δεν θυμόμουν ακριβώς και τα πατήματα στην ταστιέρα. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τα παρατήσω. Κι έπειτα άρχισα να παίζω και να τραγουδώ. Η φωνή μου κάλυψε το λάθος κούρδισμα και ήδη στο δεύτερο κουπλέ όλα ήταν εξίσου όμορφα όπως πάντα. Ίσως λιγάκι πιο βαριά. Ίσως με περισσότερη αυτογνωσία από ότι παλιότερα. Με τα μάτια μου στερεωμένα ευθεία στο κοινό αυτών των στίχων καθόλη την διάρκεια όλης αυτής της ζωής. Το τραγούδι τελείωσε, του έδωσα πίσω την κιθάρα και πιάσαμε μια πολύ ωραία κουβεντούλα για την μουσική, την αγάπη για το ελληνόφωνο, το διαχρονικό αδιέξοδο της ροκ στην Ελλάδα, την επαρχία και την θανάσιμη μοναξιά της, κι άλλα πολλά. Μου είπε πως έχει ήδη εφτά κομμάτια κι ένας φίλος του άλλα τρία, αλλά δεν βρίσκονται με την μπάντα και τα γνωστά. Τον συμβούλεψα να μην τα αφήσει και να τα κάνει όπως μπορεί, να βάλει κίνηση στην τέχνη του κι η κίνηση θα φέρει ότι είναι να ρθει. Αστειεύτηκα πως αλλιώς θα καταλήξει να δανείζεται κιθάρες στο πουθενά μόνο και μόνο για μια γλυκιά ανάμνηση. Γέλασε κι άρχισε πάλι να τραγουδά καθώς ανέβαινα τα σκαλιά για την πλατεία του χωριού.

Οι γείτονές μας μάς ακούν να κάνουμε sex μέσα από τα παντζούρια τους.
Είμαι σίγουρος πως κοκκινίζουν από ντροπή και έξαψη.
Όλους αυτούς τους νεκρούς των τελευταίων χρόνων (μες στα σπίτια τους) τους καταπίνουν αμάσητους.
Η πούτσα μου και το μουνί σου είναι που τους κάθονται στο λαιμό.

η λέξη πατρίδα προφέρεται σωστά
όταν η λέξη παρτίδα προφέρεται λάθος
όταν δηλαδή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
μεσολαβεί μονάχα ο θάνατος

ήξερα από παιδί
ότι σε αυτή την πόλη
θα πεθάνω από μελαγχολία
αλλά δεν περίμενα ποτέ
ότι η πόλη αυτή δεν θα φταίει
σε τίποτα

σαν αύριο μου φαίνεται το τώρα
πως χάθηκε για πάντα τούτη η ώρα
ποτέ μας δεν υπήρξαμε
τα χείλη μας σαν σμίξαμε
για τόσο όσο ήμασταν εμείς

προχώρα πάλι φεύγει τούτη η χώρα
ξανά όπως και πάντα μες στην μπόρα
ποτέ μας δεν υπήρξαμε
στην αγκαλιά σου σφίξε με
για τόσο όσο ήμαστε εμείς

Συνεχίζουμε να διανύουμε αποστάσεις λόγω καταγωγής. Άλλοι πιο γρήγορα, άλλοι πιο αργά, δεν έχει σημασία. Άλλοι προσποιούνται πως κάτι υπάρχει εκεί, άλλοι ξέρουν πως η άβυσσος έχει μονάχα μια κατεύθυνση.

Η ταχύτητα αυξάνεται και μαζί της οι ψευδαισθήσεις. Επιθυμίας και πόνου. Ίασης και παρακμής. Όλοι υπερασπίζονται έναν ρόλο που συναρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο σύγκρουσής τους με αυτό που απαντούν όταν βρεθούν εκεί που είναι. Ολιγόλεπτα διαλείμματα κερδίζονται σε συνθήκες σκότους.

Η γέφυρα βουίζει σαν σφήκα, ο διάδρομος ανοίγει φτερά, οι συρμοί πλάθουν την πέτρα, τα άκρα μας δαγκώνουν το φως. Μα το φως δεν λυγάει, ούτε ψεύδεται, με τόσο απαλές κι απατηλές κινήσεις. Μονάχα γελά, γελά όλο έκσταση, για την ζωή που μόλις είδε να σβήνει μπροστά του.

Αν οι αόρατες πόλεις είναι ένα μέρος από το οποίο πάντα και μόνο αναχωρούμε τότε οι αόρατοι άνθρωποι είναι αυτοί από τους οποίους σταθερά και αέναα επιστρέφουμε, μόνο και μόνο για να βρεθούμε καταμεσής της ζωής, πολύ προτού διανοηθούμε ότι κατορθώσαμε να αρθρώσουμε έστω και μία λέξη μακριά από την υγρή τους σιωπή, ότι καταφέραμε να απλώσουμε το χέρι μας έστω και λίγα εκατοστά πιο πέρα από την τρύπια τους καρδιά, ότι μπορέσαμε να βρούμε έναν οποιονδήποτε εαυτό έξω από το ακράδαντο παρελθόν και μέλλον που τόσο απλόχερα μας χαρίζουν, απλά στεκόμενοι εκεί, ακριβώς δίπλα μας, κάτω από την γελοία σοβαρότητα με την οποία ενδυόμαστε την ανυπαρξία μας.

Πάντα είχα μια αύρα κωλόπαιδου γύρω μου. Ίσως ο συνδυασμός της βλακείας και της εξυπνάδας στο βλέμμα μου. Λίγο το μονίμως ανοιχτό μου στόμα με την γλώσσα στο χείλος των δοντιών. Όχι πως δεν έχω υπάρξει βέβαια αλλά θεωρώ πως αυτές είναι μετρημένες ιστορίες. Ακόμη και τώρα στα 45 μου, με την μπάκα μου και την ξούρα μου και τα σκέτα μαύρα μπλουζάκια μου οι περισσότεροι με κοιτάνε καχύποπτα. Ίσως να κρέμεται κάτι πίσω μου καθώς περπατώ, πραγματικά δεν ξέρω. Αλλά σχεδόν από πάντα ήμουν ευγενικός και σχεδόν πάντοτε οι άλλοι ήταν κάτι παραπάνω από μαλάκες. Σαν τον άλλον, θυμάμαι, μπαίνω στο μπαρ και βλέπω αφισάκι για την διακίνηση του βιβλίου ενός παλιού και διάσημου πάνκη, τον ρωτάω για αυτό και τι μου απαντάει αυτός από τον θρόνο του στη γωνία του μαγαζιού; Δεν είναι για σένα, μου λέει. Κι ενώ πρέπει να σκίσω την αφίσα και να του την χώσω στο στόμα φεύγω και πάω και κάθομαι και παίρνω μπύρα. Είναι άπειροι οι πόλεμοι που έχω ονειρευτεί να ξεκινήσω. Με θύματα πολλά, σχεδόν γενοκτονιές και αποτροπιασμούς. Σκληρές εικόνες. Αλλά όλοι τους σχεδόν μείναν όνειρα. Ανοίγοντας τα μάτια μου αδυνατώ να νικήσω τον εαυτό μου και να στρέψω όλη αυτή την οργή σε αυτόν που πραγματικά την αξίζει. Πολύ αίμα κάτω από την γέφυρα κι είναι όλο δικό μου. Πλέον έχω αλλάξει διάθεση. Στο πρώτο φέγγος της μάχης, στον πρώτο ψίθυρο αιχμής, αποχωρώ, αλλά δίχως την παραμικρή ενοχή και κείνο το οικείο μου αίσθημα παραίτησης. Είμαι πια σίγουρος πως οι άντρες θα ηττηθούν με τον πλέον ντροπιαστικό τρόπο και όλοι τους θα παραμείνουν άταφοι, αιώνες ολόκληρους, χαμένοι στην συλλογική αμνησία μιας ανθρωπότητας εναντίον όλων. Είμαι πια βέβαιος πως η βία είναι δικό τους στοίχημα. Δεν έχω άλλο χρόνο. Αποζητώ ένα ήρεμο μέρος να καπνίσω φεύγοντας.

Ακούστηκε η μάνα πίσω από την κουρτίνα του μικρού ελάχιστου μπαλκονιού με τις δύο τρεις γλάστρες αραδιασμένες η μία δίπλα στην άλλη, στο ισόγειο μες στο μικρό στενό, «γιατί κατούρησες στην γλάστρα; πες μου, κατούρησες στην γλάστρα; γιατί κατούρησες στην γλάστρα;», κι επαναλαμβάνοταν οι φράσεις καθώς απομακρυνόμουν και χάνονταν μέχρι την δική μου παιδική ηλικία κι ολοταχώς μπροστά, μέχρι την άγνοια του πόνου που μοιραζόμαστε μέσα στις ατυχείς αναίτιες μοναξιές μας, μέχρι την ευχή μου να μην χάσω και να μην χαθώ από τους ανθρώπους και την κατάρα μου κάθε μέρα στην σειρά να ξυπνάω ολοένα και πιο έτοιμος να φύγω.