αρχίζω πάντα από την αρχή
τα μάτια της μητέρας μου
όπως ο πυθμένας μιας λίμνης
ολόγυρα τα ψάρια πετάνε αδιάφορα
το κουφάρι του πατέρα μου επιπλέει
δεν βρίσκομαι εκεί
αλλά η αγάπη μου είναι αυτή η αίσθηση
ασφυξίας και ματαίωσης
βαθιά κάτω από την επιφάνεια
επιστρέψουν στον εαυτό τους πριν κάποιος τα πείσει πως το και το αίμα γίνεται νερό. Μαθαίνω το όνομά μου όπως μαθαίνει κανείς να αποδρά από τον χρόνο, τον χώρο και όλα τα συναφή. Βαδίζω και παραμιλώ μέσα στις τσέπες του μπουφάν μου τελευταία μέρα του καλοκαιριού με σαφείς ενδείξεις πως δεν θα απομακρυνθώ και πολύ από όσα από πάντα προοριζόμουν να γίνω. Γίνομαι και παραγίνομαι και πέφτω κατάχαμα και κατρακυλώ μέχρι το πρώτο μπαρ, στο οποίο τυχαία φιλοξενείται και το 12ο παναιτωλικό φεστιβάλ ψυχιάτρων και ερωδιών, και αφότου παραγγέλνω μια μπύρα, πάω και κλειδώνομαι στην τουαλέτα μέχρι την Δευτέρα απουσία των πάντων, σε μια επαρχιακή κωμόπολη, με τα μαγαζιά κλειστά και με κατεβασμένα στόρια, δέκα κορονογιούς να σπέρνουν τον τρόμο κι εγώ επιτέλους μόνος στη μέση του δρόμου και φοβισμένος, απόκοσμα δαγκωμένος, η φυσιολογική μου κατάσταση, μόνος, ξένος, στην τελευταία μέρα ενός ακόμη καλοκαιριού. Πότε δεν ζήτησα κάτι. Πότε δεν προσπάθησα για αυτό. Αλλά να που τώρα ένας ολόκληρος κόσμος ξεψυχάει στην παλάμη μου. Κάνει ήδη τόσο κρύο.


