κάθε βράδυ η μάχη
πως ζούμε μονάχοι
κάπως σαν νεκροί
στου Άδη μπροστά την tv

θάλασσα οι αθώοι
και βουνό οι φτωχοί
καθώς φλέγονται αντάμα
στου σαλονιού τη σιωπή

ώσπου σκάει η καρδιά
κι απ το παράθυρο φεύγει
κατεβαίνει όλο φόρα
να βρει μια άλλη ζωή

μπαίνει μες στο σκοτάδι
και ανάβει σαν μπόρα
να ξεπλύνει το αίμα
να στρίψει πάλι η γη

κι αν γραφτεί η ιστορία
κάποια ονόματα λείπουν
κάποια ονόματα λείπουν
Εμπρός! μουσική

διέγραψα την φωτογραφία
της αγάπης μου
έσκισα το ποίημα
που θα με κρατούσε ζωντανό
κι εκείνο το τραγουδάκι
της πρώτης επιθυμίας μου
δεν υπάρχει πουθενά

έσωσα τον εαυτό μου
από τα θηρία
κι ίσως ακόμη κι από μένα

περάσανε οι εποχές και μεις
δεν καταλάβαμε πως φύγαμε
πως ξεμακρύναμε μες στο σκοτάδι

διασχίζοντας τον έρημο αυτό δρόμο
μουδιασμένοι από τον τρόμο
φλεγόμενοι από την αγάπη μας

όπως γινόμαστε ξανά αληθινοί
έστω για μια μικρή στιγμή
καθώς συνεχίζουμε πάντα να φεύγουμε
ολοένα και πιο μακριά

χρωστάω στον κόσμο μία εξήγηση
δεν έχω τίποτα να προσθέσω
ικανοποιημένος δηλώνω
από όλα όσα χάθηκαν
κι από όλα εκείνα ακόμη
που επρόκειτο να χαθούν
μη θέλοντας τίποτα άλλο
παρά να απολαύσω με καθαρή καρδιά
αυτήν την τελεσίδικη περιδίνηση
μέχρι το τίποτα της καταγωγής τους

η θανάσιμη μοναξιά
επιστρέφει με κάθε καλό νέο
γιατί είναι πάντα πολύ πιο εύκολο
να είσαι νεκρός
ή να τον παριστάνεις πέφτοντας
από κάθε ταράτσα
αυτής της σκατούπολης, γκντουπ!
από τα εξαίσιά μας νιάτα
μέχρι αυτή την γελοία καρικατούρα
από το χάος ολόισια στο κενό
ενός ακόμη απογεύματος
αφού όποιος δεν με σέβεται
θα με λυπάται
και θα φοβάται πως αν τα καταφέρω
έστω και για μια στιγμή
ίσως αναγκαστεί να με αγαπήσει ξανά