θα μπορούσε να λέγονται εκκινήσεις

δεν το επανέλαβα ποτέ
όσες φορές απαιτούνταν
για να μπορέσω να κλάψω

απαλός ήλιος
ανεκτοί άνθρωποι

πάντα πίστευα ότι τα παιδιά μου
θα μου μοιάζανε περισσότερο
μέχρι που τα αντιπάθησα που το κατάφεραν

πέρασαν τα χρόνια κι όμως
δεν περάσαμε ποτέ
το κατώφλι του μεσονυκτίου

η μοναξιά που μοιράζομαι
παραμένει μοναξιά

η κίνηση είναι η καλύτερη αφορμή
για να στρίψεις ένα τσιγάρο

έπινε τα σύννεφα σαν ήλιος
στο χάραμα

όσες γάζες και να βάλω
αυτή η ειρήνη
δεν επουλώνεται

οι νικητές υπάρχουν
για να επιταχύνουμε την λήθη

θέλω τσιγάρα
θέλω μπύρες
θέλω αυτή την γαμημένη
χελώνα από τον ουρανό

η πραγματική αγάπη
μας βοηθά
να μένουμε μόνοι
όσο μόνοι χρειάζεται
για να κοιτάξω τα μάτια σου
καθώς φεύγεις

όλα μοιάζουν όμορφα όταν είσαι
ο μόνος άνθρωπος
στον πλανήτη γη
που ξέρει πόσο πολύ την αγαπάς

η αρχή είναι η υπόσχεση του τέλους

δέντρα στο προφίλ του βουνού

δεν είμαι ποιητής
είμαι απλά ένας πολύ τυχερός άνθρωπος

σκότωσα τον καρκίνο σε πέντε μήνες
θα χρειαστώ κάτι παραπάνω για όλους εσάς

ο θόρυβος είναι η ουρά μου

δεν με πειράζει που χάνω ανθρώπους
το πρόβλημά μου είναι
που πνίγονται μόνοι τους

έχω γράψει την διαθήκη μου
τα αφήνω όλα να πέσουν

κάθε στιγμή είναι

Το αμάξι τρέχει στην εθνική. Είναι βράδυ, μέσα φθινοπώρου. Έχει την κίνηση τριημέρου ο δρόμος. Στο πίσω κάθισμα, με το κεφάλι γερμένο προς το παράθυρο, ακουμπώντας το μάγουλο πάνω στην παλάμη του χεριού, ένας 40ρης άντρας, κουρασμένα μελαγχολικά μάτια, αναβοσβήνουν πάνω στα κίτρινα διάσπαρτα φώτα του δρόμου. Ο οδηγός είναι πιτσιρικάς και η κυρία στη θέση του συνοδηγού, βαμμένα ξανθά μαλλιά, ταλαιπωρημένο πρόσωπο, λέει, μας τελείωσαν κάθε εβδομάδα Αθήνα, μας πέθαναν. Ο άντρας πίσω κοιτάει προς τα έξω και προς τα πάνω, για δευτερόλεπτα, την μορφή μιας γυναίκας με μακριά μαύρα μαλλιά να στέκεται στην άκρη μιας γέφυρας πάνω από το δρόμο. Η σκηνή μεταφέρεται εκεί.

Η γυναίκα γυρνάει προς τα πίσω, προς την μεριά του δρόμου, στο επίπεδό της, και κοιτά με ένταση έναν άντρα, ακουμπισμένο βαριεστημένα στο καπό του αμαξιού. Τέλος, του λέει, βγάζοντας ένα δαχτυλίδι από το δάχτυλό της, τελειώσαμε. Ο άντρας συνεχίζει να την κοιτάει το ίδιο βαριεστημένα, ενώ από πίσω του περνάει ένα σπορ αμάξι με μεγάλη ταχύτητα. Η σκηνή μεταφέρεται στο τιμόνι αυτού του αμαξιού.

Που τελειώνει αυτός ο δρόμος, ρε μαλάκα; αναρωτιέται, φωναχτά, ο οδηγός, νεαρός και πιωμένος, καπνίζοντας. Ο συνομήλικος συνοδηγός πίνει μια μυτιά, γελώντας, και απαντά, πάτα το και θα δούμε. Για δευτερόλεπτα, ξανά, από το παράθυρο του συνοδηγού διακρίνεται μια φιγούρα που κρατά ένα ποδήλατο στο φανάρι. Το αμάξι τους περνάει με κόκκινο. Ο ποδηλάτης είναι μετανάστης, εργάτης γης, φοράει παλιά ρούχα και το ποδήλατο είναι παλιό, επίσης. Μόλις περνάει το αμάξι, ξανακοίτα τον δρόμο και διασχίζει, με προσοχή, την διασταύρωση. Καβαλά το ποδήλατο και απομακρύνεται στον αγροτικό δρόμο. Αχνοφαίνεται το κόκκινο φαναράκι στο πίσω μέρος του ποδηλάτου. Τον ακολουθεί η κάμερα καθώς περνά μπροστά από την αυλή ενός σπιτιού.

Εκείνη την στιγμή μια γυναίκα βγαίνει από το σπίτι και φωνάζει στα παιδιά που παίζουν στην αυλή, με κάτι πλαστικά πιστόλια που κάνουν θόρυβο σειρήνας και αναβοσβήνουν κόκκινα φωτάκια, τέλος το παιχνίδι, ελάτε μέσα γρήγορα.Το ένα παιδί σημαδεύει τον ποδηλάτη.

Την σκηνή παρακολουθεί από το μπαλκόνι του ένας γείτονας κι η κάμερα τον πλησιάζει, ο οποίος στον χτύπο του τηλεφώνου που ακούγεται μέσα από το σπίτι, πετάει από κάτω το τσιγάρο και μπαίνει στο σπίτι, κλείνει την τηλεόραση που παίζει το τηλεπαιχνίδι » τροχός της τύχης», με το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ, που βρίσκεται δίπλα στο σταθερό τηλέφωνο, το οποίο και σηκώνει και ακούγεται μια γυναικεία φωνή να λέει, που είσαι ρε Τάκη, η..

..η μαμά. Στην λέξη αυτή βλέπουμε την γυναίκα που το λέει. Βρίσκεται καθισμένη οκλαδόν σε μια παραλία, βράδυ. Κρατά το τηλέφωνο λίγο ακόμα στο αυτί της και μετά το κλείνει δίχως να πει κάτι άλλο. Κοιτάει την σκοτεινή θάλασσα. Σηκώνεται και περπατά ως εκεί που τελειώνει το κύμα. Κοίτα επίμονα το σημείο και μετά πάλι ευθεία μες στην θάλασσα κι έναν φάρο, με κόκκινο φως, απέναντι στην στεριά.

Η κάμερα ταξιδεύει πάνω στο κύμα και σηκώνεται ξαφνικά στο πρόσωπο ενός γέρου ναυτικού, μες στο ψαροκάικό του, καθώς ρίχνει τα δίχτυα. Πέρασαν τα χρόνια, μονολογεί δυνατά και όπως πετά τα δίχτυα στο νερό η κάμερα βυθίζεται και αυτή.

Βλέπουμε σκοτάδι, ακούμε υποβρύχια και βγαίνουμε στην άκρη του μπαλκονιού του φάρου, όπου τρεις πιτσιρικάδες την πίνουν. Δώδεκα μισή, λέει ο ένας, κοιτώντας το κινητό του. Ο άλλος δίχως να του δίνει σημασία λέει στον τρίτο, δεν τελειώνει ποτέ, φιλαράκι, το τριπ είναι αιώνιο. Αυτός ο τρίτος απαντά, γύρνα τσιγάρο, μην τελειώσει το ρο και ποιος γαμάει το τριπ. Κόκκινη μεγάλη καύτρα. Ζουμ. Κόκκινος φάρος. Ζουμ. Κόκκινο φανάρι. Ανζουμ.

Είμαστε στα διόδια. Βλέπουμε τον άντρα που ήταν στο πίσω κάθισμα στην αρχή της ιστορίας, να ανοίγει τα μάτια. Βλέπει κι ακούει την δοσοληψία οδηγού και ταμία και ξανακλείνει τα μάτια. Ονειρεύεται μια γυναίκα να παίζει με ένα δίχρονο κοριτσάκι σε μια παιδική χαρά. Η εικόνα είναι ασπρόμαυρη και λίγο θολή. Βλέπει ιστοσελίδες με νέα για την Γάζα. Ακούει εκρήξεις, αν και δεν υπάρχει ήχος. Στο κάτω αριστερό μέρος της οθόνης είναι μια γυναίκα, σε ένα μικρό παράθυρο, που παριστάνει τους ήχους που υποτίθεται πως ακούγονται, σε μια άτυπη νοηματική γλώσσα. Ακούει, αλλά στην ουσία βλέπει τον φιλόσοφο Steiner σε μια συνέντευξη, οι υπότιτλοι γράφουν την φράση πως τα μωρά είναι πια αρκετά ώριμα για να πεθάνουν. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τους τοίχους στην Αττική οδό με κατεύθυνση προς Αθήνα. Ελάχιστα μπαλκόνια με φως. Τα ξανακλείνει. Ακούει αντρικά γέλια ή καλύτερα βλέπει στο κάτω αριστερό παραθυράκι τρεις άντρες να γελάν. Τα ξανανοίγει.

Κοίτα ένα νεαρό αγόρι να περπατά στο πεζοδρόμιο μπροστά από έναν βαμμένο τοίχο. Η κάμερα παίρνει την θέση του αγοριού. Το αγόρι κοιτάει έναν ντελιβερά να κατεβαίνει τον δρόμο με το μηχανάκι του. Η κάμερα παίρνει τη θέση αυτού. Ο άντρας κοιτάει μια κοπέλα να περιμένει να περάσει απέναντι. Η κάμερα παίρνει τη θέση της κοπέλας. Αυτή κοιτάει μια μεσήλικη οδηγό. Βρισκόμαστε στο αμάξι της, όπου ο εκφωνητής στο ράδιο λέει, φτάσαμε στο τέλος της εκπομπής μας, κι αμέσως πάμε στο πίσω κάθισμα, όπου μια έφηβη κοπέλα κοιτάει ένα short από μία μοδάτη ιντερνετική εκπομπή, στο οποίο η παρουσιάστρια λέει στον νεαρό καλεσμένο της, μια τελευταία ερώτηση, καλέ μου..

Τότε η σκηνή μεταφέρεται στο δωμάτιο μιας άλλης έφηβης, η οποία δακρυσμένη αλλάζει το συγκεκριμένο βίντεο, ενώ από πίσω ακούγονται ενήλικες φωνές, σκάσε μαλακισμένη, αντρική φωνή, θα σε σκοτώσω, γυναικεία φωνή.

Η κάμερα ταξιδεύει στον από πάνω όροφο όπου ένας γέρος κύριος γυρνάει μια σελίδα στο βιβλίο του και το κλείνει. Η κάμερα συνεχίζει στον από πάνω όροφο, όπου είναι ένα άδειο σπίτι με λευκούς τοίχους και μια λευκή πλαστική καρέκλα και μετά συνεχίζει προς τα πάνω, βγαίνοντας στην ταράτσα. Πηγαίνει προς τα κάγκελα και φεύγει απέξω και πέφτει προς τα κάτω αλλά πριν φτάσει στο έδαφος ταξιδεύει ως την δίπλα στάση του λεωφορείου, όπου δύο άντρες αγκαλιάζονται, σαν να χαιρετιούνται, γοργά, κι ο ένας μπαίνει στο λεωφορείο. Καθώς αυτό ξεκινά, ο άντρας πάει στην γαλαρία και κάνει ένα κωλοδάχτυλο, μέσα από το τζάμι, προς την μεριά του φίλου του. Αυτός χαμόγελα ενώ μια κυρία που περιμένει ακόμα στην στάση σαστίζει χαρακτηριστικά. Τέλος.

το να μάθεις να μιλάς σύμφωνα με τις ανάσες σου
να μία άσκηση πειθαρχίας και ακολούθως αυτογνωσίας
να καθώς βήχω και ξεροκαταπίνω και φτύνω και πονώ
δεν έχω την ευκαιρία να υπερασπίσω ή να υπερασπιστώ
με όλη αυτή την γνώριμη συνείδηση της γλώσσας
δεν μου μένει παρά η βύθιση στον μεγάλο αρκτικό ωκεανό
η σιωπή ως μέθοδος ανύψωσης κάπου ευτυχέστερα από την αλήθεια

παντού διαφημίσεις
ότι κι αν ανοίξεις
παντού διαφημίσεις
σε όλες τις στιγμές μας
στο στόμα
στον καθρέπτη
στην πληγή
όχι ιδέες
ούτε και συναισθήματα
αλλά η έμμεση προσταγή
να αγαπηθούμε
γιατί έτσι μας αρέσει
παντού διαφημίσεις
στην πορεία
που διαγράφεις
μέσα στην έρημη πόλη
ένα μικρό βήμα
για να έρθεις κοντά
κρεμασμένα σεντόνια
στα κάγκελα
tags στις βιτρίνες
που αντανακλούν
διαφημίσεις
ότι κι αν ανοίξεις
παντού διαφημίσεις
άσε την ψυχή σου
να ξεχειλίσει
κλείσε τα μάτια και σκέψου με
μέτρα τα δευτερόλεπτα
μέχρι την παράβλεψη του προσώπου μου
κι έπειτα της ζωής
και μετά
δεν μένει παρά η αίσθηση μιας μελωδίας
κάπου ανάμεσα στο θρόισμα των φύλλων
μια μελωδία που μουρμουρίζουμε
δίχως λύπη ή χαρά
μια μελωδία σαν όλες τις άλλες
παντού και πάντα διαφημίσεις
όπως κι αν μιλήσεις
λατρεμένες διαφημίσεις
αυτό είναι κατανοητό
ακόμα και από ένα παιδί
η ιστορία κατρακυλά
στην αναπαραγωγή του εαυτού της
ο χρόνος μετρά αντίστροφα
προς την επόμενη επιθυμία
παντού διαφημίσεις
ότι κι αν ανοίξεις
γιατί ανήκεις εδώ
οι αγορές, η απουσία
πλαστική άγευστη τσίτα
παντού διαφημίσεις
όπου κι αν γυρίσεις
για όσο κι αν γυρίσεις
ζήσεις, δεν ζήσεις
θα φτάνεις πάντοτε εκεί
στη μίμηση του χαμόγελου
αυτής της ακόρεστης ευτυχίας
καμιά σχέση με τις άλλες
καθώς ταυτόχρονα το στήθος σου
σφίγγεται με βία πάνω στο κενό

η χώρα μου είναι αυτό το
διαρκές προαίσθημα θανάτου

που αναζητά δικαίωση
και που εύκολα την βρίσκει

σε απλές καθημερινές πρακτικές
όπως το να πηγαίνεις σπίτι από την δουλειά

ή να κοιμάσαι ύπνο βαθύ το μεσημέρι
αλλά και σε πιο ειδικές κάπως περιστάσεις

όπως το να ταξιδεύεις νέος ακόμη πολύ
για να γνωρίζεις αν πρόκειται να φτάσεις

σε όλη την δυστυχία
την ατελείωτη δυστυχία του κόσμου
πρέπει να προσθέσω
πέρα από τα πικρά μου βάσανα
και την μοναξιά της ποίησής μου
την σιωπή τόσων εκατοντάδων ποιημάτων
τις λίγες μετρημένες λέξεις του φίλου
και την ανεπαίσθητη ταλάντωση του ιστού
που με κρατάει συνδεδεμένο με τον κόσμο –
όπως μια μύγα σε έναν αργό θάνατο

σε όλη την δυστυχία
την ατελείωτη δυστυχία του κόσμου
πρέπει να βρω το θράσος
και να προσθέσω στην άκρη του χαμού
και την μοναξιά της ποίησής μου

είναι κι αυτό μία μορφή δικαίωσης
μια τιμή που οφείλω να αναλάβω
ο προορισμός αυτού του ερήμου στίχου

και το σκυλί στο μπαλκόνι
για δικαιοσύνη αλυχτά

η κραυγή ως πίνακας
ελέγχου
ροής πληροφοριών

με ένα στόμα μπουκωμένο
στίχους
μαθαίνεις από τη μύτη να αναπνέεις

new wave χορός
αυτοερωτισμός

η κίνηση ως
αντώνυμο της ταχύτητας

τα δέντρα των εθνικών οδών ως
φάροι βραδυφλεγίας

ονειροπαθολογία

το λαμπρό μέλλον της ανθρωπότητας
μια τελευταία έκρηξη γέλιου

μονάχος πιες κι όσο θες αυτοκτόνα

το υπουργείο διαφήμισης προειδοποιεί
τα like είναι πολύτιμα
καταναλώστε τα απρόσκοπτα

ξεκινά τις εντολές σου στο chatgpt
με το σε παρακαλώ, ζώο

γονατίζεις για να ψηλώσει ο
ουρανός μα είναι το
χώμα στην αναπνοή σου

κι ο ορίζοντας γεννάει το φως
της ανανεωμένης φρίκης

πλουτισάμε αρκετά για να μπορέσουμε
να σκύψουμε πάνω από το κύπελο του σκύλου

αντέξαμε αρκετά για να μπορέσουμε
να φιλήσουμε αυτό το μαχαίρι στο μάγουλο

δεν πιστέψαμε σε κάτι για να μπορέσουμε
να είμαστε αυτοί που είμαστε

πόλεμο στην ειρήνη των δούλων

Δεν είχα facebook ποτέ. Με την εξαίρεση, ίσως, ενός μήνα, περίπου, κάπου κοντά στα τέλη της ολυμπιακής δεκαετίας και αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση ενός καλού σκοπού. Τότε στο μαγαζί που δούλευα είχα για συνάδερφο έναν 50αρη, τον Μανώλη, ο οποίος δεν άργησε να μου εκμυστηρευτεί την τραγική του ιστορία, έρωτα και απώλειας, και το πως αυτή τον σημάδευσε οριστικά και αμετάκλητα. Στα μέσα του 70 βρέθηκε στην Ιταλία, να σπουδάζει γιατρός σε μια εποχή και στον τόπο της, που θα τον συντρόφευε για πάντα. Κάπου εκεί, λοιπόν, και τότε ερωτεύτηκε σφοδρά και για τελευταία φορά. Μετά το μέλι και το γάλα της σχέσης του με μια Ελληνίδα συμφοιτήτριά του ακολούθησε ο χωρισμός τους και το πικρό ποτήρι που ο Μανώλης θα συνέχιζε να πίνει για μια ζωή. Πικραμένος, παρατά τα πάντα και επιστρέφει στην Ελλάδα για να κλειστεί στον εαυτό του, στο πατρικό του, στην μικρή επαρχιώτικη γειτονιά του κι από κει να μείνει για πάντα μόνος, χωρίς ερωτικό σύντροφο, δουλεύοντας σε ότι μαγαζιά φύτρωναν ανά τα χρόνια στην φτωχική γειτονιά, και πίνοντας και στοιχηματίζοντας τους μισθούς του, βδομάδα την εβδομάδα, σε ένα αργόσυρτο και αδιάλλακτο παρόν, μέρα με την μέρα, λεπτό το λεπτό.

Δεν ήταν δυστυχισμένος όταν τον γνώρισα. Ο πόνος είχε σκάψει ότι ήταν να σκαφτεί κι είχε αφήσει έναν κυνικό, μα καλοσυνάτο, άνθρωπο, που δίψαγε για αληθινή επικοινωνία, για αυτή την αύρα ζεστασιάς και ικανοποίησης που ένας γόνιμος διάλογος προσφέρει, έχοντας το θάρρος να είναι αμείλικτα ειλικρινής, μα και συνάμα υποστηρικτικός στην ανάγκη των συνομιλητών του να επαναλάβουν τις λανθασμένες αντιλήψεις τους, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, όσες φορές κι αν χρειαστεί, μέχρι να πειστούν και οι ίδιοι για την απουσία έγκυρων επιχειρημάτων από την μεριά τους. Ο τύπος είχε την εμπειρία να ξέρει το σωστό και να το πράττει, αναλόγως, βέβαια, την περίσταση. Αρχίσαμε να πίνουμε μαζί κάποια βράδια και στα θρυλικά σαββατιάτικα ουζερί, που συνήθως μας άφηναν άχρηστους μέχρι να ξαναπιάσουμε δουλειά την Δευτέρα. Εκεί πάνω στον αφρό της τσαφωμένης μπύρας και την κάψα του ούζου μου είπε την ιστορία του. Κάποιες μέρες αργότερα τον πλησίασα όλο χαρά και του πρόσφερα τον μίτο της Αριάδνης, αν υποθέσουμε πως βρισκόταν σε κάποιο λαβύρινθο και όχι σε αυτό που με τιμή ονόμαζε ζωή του. Με πόση αφέλεια έκρινα τον φίλο μου. Του είπα για αυτή την εφαρμογή που χρησιμοποιούν όλοι πια και που βοηθά πολλούς ανθρώπους να βρεθούν μετά από χρόνια. Με κοίταξε με δυσπιστία και αρνήθηκε κάθε άλλη κουβέντα. Ακολούθησαν κάμποσα σκληρά μεροκάματα κι άλλα τόσα σκληρότερα πιώματα μέχρι να μου δώσει σε ένα χαρτάκι το όνομα του κοριτσιού και κάποιες γενικές πληροφορίες για αυτήν. Του ζήτησα να μου γράψει αυτός τι θέλει να της πω, να κάνει αυτός την προσέγγιση που επιθυμεί, με μένα να είμαι απλά ο μεσάζοντας σε αυτό το ταξίδι στον χρόνο, απλά η μηχανή, το εργαλείο. Την ίδια μέρα μου πάσαρε ένα ακόμη χαρτί με λίγα, αλλά γλυκά λόγια, ενός καθωσπρέπει κυρίου προς μια νεαρή κάποτε κοπέλα. Το ίδιο βράδυ την είχα βρει στο fb, ήταν σίγουρη αυτή βάση των πληροφοριών, έστειλα το μήνυμα κι έτσι τώρα δεν έμενε παρά η αναμονή της απάντησης και η διοργάνωση της γιορτής μετά από αυτήν.

Ήμουν τρελά ενθουσιασμένος για τον ρόλο μου, κυρίως, αλλά και για τον καημένο το φιλαράκι, που επιτέλους θα έβλεπε την ιστορία του να αποκτά ξανά το πρόσωπο εκείνης της τόσο παλιάς και τόσο ανυπέρβλητα μοναδικής αγαπημένης. Περιμέναμε μέρες, αλλά δεν ήρθε τίποτα. Πέρασαν κάνα δυο βδομάδες και δεν λάβαμε το παραμικρό σχόλιο. Μια μέρα στην δουλειά μου έβαλε σχεδόν συνωμοτικά ένα χαρτάκι στην τσέπη του μπουφάν, ζητώντας μου να το στείλω σαν τελευταίο ασπασμό. Το έκανα, μα δεν άλλαξε τίποτα, ποτέ. Πέρασε λίγος καιρός ακόμα και διέγραψα το προφίλ μου, τελειωτικά. Δεν το συζητήσαμε ποτέ ξανά με τον Μανώλη. Κάποια πράγματα είναι σωστό να παραμένουν χαμένα. Αν όχι απόλυτα κρυφά, να αφήνουν μόνο την υπόνοια μίας σκιάς, το ξέφτι ενός χρώματος, το ερωτηματικό ενός αδιόρατου χαμόγελου, στα πανταχού παρόντα, πια, φώτα αυτού του κόσμου. Δεν είναι το κόστος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην πιθανή ανάδυσή τους από τον ωκεανό της λησμονιάς, όσο το γεγονός πως κάποια πράγματα ως χαμένα καταφέρνουν να ζουν αληθινά και μονάχα έτσι μπορούνε να ζήσουν στην πλήρη αξία και ομορφιά τους. Μια ζωή μυστική, δίπλα στα όρια του ονείρου, του μύθου και όλων των υπολοίπων θεμέλιων στύλων της πραγματικότητας που μας ορίζει, θέλοντας και μη.

ο Οδυσσέας θα μπορούσε να είναι
μονογαμικός
κι η οδύσσεια καμιά 200αρια σελίδες
μικρότερη

το σκοινί στο κατάρτι πάντα θα μαρτυρά
πως η επιστροφή
είναι ζήτημα αυτοσυγκράτησης

ο Θεός εφηύρε την έννοια της αμαρτίας
για να δικαιώσει καύλες σαν τη δικιά σου

μάθαμε τα πάντα για τον έρωτα
μα παραμείναμε μονάχοι
κάπως σαν να φάγαμε
από το δέντρο της γνώσης
μα οι πόρτες του παραδείσου
να μην ανοίξανε ποτέ

ο καλός ερωτικός σύντροφος
μπορεί να είναι προσωπικός σαν μαλακία
και δημόσιος σαν παρτούζα

το να πιάσεις έναν κώλο
δεν είναι σπουδαιότερο από το να
τον φανταστείς
αλλά συνήθως είναι απολαυστικότερο

παρθένες, εσταυρωμένοι
σωσίες του Έλβις
υπάρχει αρκετή φορμόλη
για να συντηρήσουμε και να
απολυμάνουμε
την γαμημένη μεγάλη έκρηξη
πριν καν γίνει στύση

γαμήσι το λένε οι μαλάκες
εμείς το λέμε γαμήσι

σώματα εντός ξαστεριάς

πλέον σκέφτομαι πολύ πιο αργά
ακολουθώ την διαδικασία
παρατηρώντας τα αδιανόητα άλματά της
πάνω από το χάος των ιδεών

πλέον είμαι βέβαιος πως κάπου εκεί
τελειώνει κι η διασκέδαση της σκέψης

στο σημείο όπου ακόμα
και η λαμπρότερη εξ αυτών
πέφτει γελώντας μέχρι δακρύων
στο τίποτα από όπου και αναδύθηκε

τζιν ρετιρέ
το νόημα ενός καλού αστείου
είναι πάντα αυτό που διαφεύγει

κοιτάς τον πίνακα στην άκρη
των ποδιών σου
δυο φιγούρες
που απομακρύνονται στην παραλία
κι όμως μια αλλόκοτη απορία
πίσω απ’ τα δέντρα στον λόφο μπροστά
μετατρέπει την αίσθηση τέλους
σε μια ασύμμετρη απειλή

πατρίδα είναι ο χώρος μεταξύ
δυο αγνώστων
οι αμοιβαίες υποθέσεις
μέχρι την στιγμή της σύγκρουσης
και οι όποιες βεβαιότητες μετά

ψελλίζεις την λέξη
με ύφος Φουσέκη
σαγηνευτικό;
η σιωπή δεν αποδρά
τίποτα δεν δείχνει να συγκινείται
μέχρι πέρα και πάλι μόνος

γιορτάζω, γιορτάζω
με ακούτε να σας φωνάζω;
αδιαφορία ως το πρωί

απαστράπτων ετοιμοθάνατοι
μυρωδιά αγριόχορτων
ο ήλιος να δαγκώνει ελαφρά
το μονόπλανο
αυτό το γράμμα που ολοένα
ξεμακραίνει

δίχως τα σύννεφα
θα είμασταν στα αλήθεια
καταδικασμένοι

περιμένοντας το κουδούνι
της τελευταίας ώρας
ελπίζοντας να καθυστερήσει ένα
δύο λεπτά
ένα δύο λεπτά θα είναι αρκετά

ένα παράθυρο χτισμένο
στα όρια της ιστορίας
ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα χρειαστεί
να σωθεί

τα σκουπίδια λατρεύουν τον άνεμο

το να λες αύριο και να εννοείς
ποτέ ξανά
να ένα υψωμένο ποτήρι
φλέβες δακρύων
στο δρόμο προς το πάτωμα

οι μετανάστες έχουν την επιβίωσή μας
στα γονίδιά τους

πρώτα χάνει τα μάτια του
ο νεκρός
όχι την όρασή του
αλλά τον καθρέπτη μες στον καθρέπτη

ο Μάουι βρίσκει μια φίλη
δεν έχει σημασία αν κι εκείνη θα βρεθεί

η έφοδος των καπιταλιστών
στο διάστημα
ανάμεσα στα πόδια σου

τι ευλογία είναι που τα κόκκαλά μου
γίνονται χώμα
υπέρ της επιστροφής του δάσους

άδοξη συνθηματολογία
αγαπολογία και λοιπές καραμέλες

παραμύθια
μου διάβαζε παραμύθια
μου διάβαζε συνεχώς παραμύθια
προετοιμάζοντας την έξοδό της

μισό καρβέλι, φέτα, ντομάτα, ελιές
έτσι, μου ‘πε, θα προσεύχεσαι
για μένα
όπως κι εγώ σε λάτρευα

μου στέλνει φιλιά απ’ το μπαλκόνι
δεν μπορεί να κατέβει στη γη
είναι πολύ νωρίς ακόμη

ο αετός στα σωθικά μου
ήταν το δώρο
η φωτιά απλά συνέβη

ήξερα τα πάντα για τον χρόνο
τις δόξες του και τα βαλτοτόπια του
για το αλάτι που σκορπίζεται
όταν του γυρνάς την πλάτη
το τρένο που έφυγε πριν γίνει τρένο
και το πουλί στο στήθος της κραυγής
το σύννεφο που τρύπησε και έσταξε
όλες τις υποσχέσεις στα μούτρα μου
και η παλιά σφεντόνα του παππού
ο τρόπος με τον οποίο το μέλλον
πάντα σημαδεύει στο σταυρό
που ανοίγει το κύμα για να περάσουν
τα τελευταία πρωινά φαντάσματα
καθώς κι ο χρόνος γίνεται κρασί
από την δίψα που πίνει ο νεκρός
όταν αδυνατεί πια να συγκρατήσει τα γέλια
αφού έμαθε τα πάντα για το τίποτα
μα ξέχασε να το ψιθυρίσει στον Θεό
κι η αφήγηση θύμωσε και χάθηκε
σε κάποιου άλλου την ζωή και το όνειρο
σε κάποιο μακρινό άγνωστο άστρο
εκεί πέρα απ την ησυχία της απουσίας μου