Το αμάξι τρέχει στην εθνική. Είναι βράδυ, μέσα φθινοπώρου. Έχει την κίνηση τριημέρου ο δρόμος. Στο πίσω κάθισμα, με το κεφάλι γερμένο προς το παράθυρο, ακουμπώντας το μάγουλο πάνω στην παλάμη του χεριού, ένας 40ρης άντρας, κουρασμένα μελαγχολικά μάτια, αναβοσβήνουν πάνω στα κίτρινα διάσπαρτα φώτα του δρόμου. Ο οδηγός είναι πιτσιρικάς και η κυρία στη θέση του συνοδηγού, βαμμένα ξανθά μαλλιά, ταλαιπωρημένο πρόσωπο, λέει, μας τελείωσαν κάθε εβδομάδα Αθήνα, μας πέθαναν. Ο άντρας πίσω κοιτάει προς τα έξω και προς τα πάνω, για δευτερόλεπτα, την μορφή μιας γυναίκας με μακριά μαύρα μαλλιά να στέκεται στην άκρη μιας γέφυρας πάνω από το δρόμο. Η σκηνή μεταφέρεται εκεί.
Η γυναίκα γυρνάει προς τα πίσω, προς την μεριά του δρόμου, στο επίπεδό της, και κοιτά με ένταση έναν άντρα, ακουμπισμένο βαριεστημένα στο καπό του αμαξιού. Τέλος, του λέει, βγάζοντας ένα δαχτυλίδι από το δάχτυλό της, τελειώσαμε. Ο άντρας συνεχίζει να την κοιτάει το ίδιο βαριεστημένα, ενώ από πίσω του περνάει ένα σπορ αμάξι με μεγάλη ταχύτητα. Η σκηνή μεταφέρεται στο τιμόνι αυτού του αμαξιού.
Που τελειώνει αυτός ο δρόμος, ρε μαλάκα; αναρωτιέται, φωναχτά, ο οδηγός, νεαρός και πιωμένος, καπνίζοντας. Ο συνομήλικος συνοδηγός πίνει μια μυτιά, γελώντας, και απαντά, πάτα το και θα δούμε. Για δευτερόλεπτα, ξανά, από το παράθυρο του συνοδηγού διακρίνεται μια φιγούρα που κρατά ένα ποδήλατο στο φανάρι. Το αμάξι τους περνάει με κόκκινο. Ο ποδηλάτης είναι μετανάστης, εργάτης γης, φοράει παλιά ρούχα και το ποδήλατο είναι παλιό, επίσης. Μόλις περνάει το αμάξι, ξανακοίτα τον δρόμο και διασχίζει, με προσοχή, την διασταύρωση. Καβαλά το ποδήλατο και απομακρύνεται στον αγροτικό δρόμο. Αχνοφαίνεται το κόκκινο φαναράκι στο πίσω μέρος του ποδηλάτου. Τον ακολουθεί η κάμερα καθώς περνά μπροστά από την αυλή ενός σπιτιού.
Εκείνη την στιγμή μια γυναίκα βγαίνει από το σπίτι και φωνάζει στα παιδιά που παίζουν στην αυλή, με κάτι πλαστικά πιστόλια που κάνουν θόρυβο σειρήνας και αναβοσβήνουν κόκκινα φωτάκια, τέλος το παιχνίδι, ελάτε μέσα γρήγορα.Το ένα παιδί σημαδεύει τον ποδηλάτη.
Την σκηνή παρακολουθεί από το μπαλκόνι του ένας γείτονας κι η κάμερα τον πλησιάζει, ο οποίος στον χτύπο του τηλεφώνου που ακούγεται μέσα από το σπίτι, πετάει από κάτω το τσιγάρο και μπαίνει στο σπίτι, κλείνει την τηλεόραση που παίζει το τηλεπαιχνίδι » τροχός της τύχης», με το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ, που βρίσκεται δίπλα στο σταθερό τηλέφωνο, το οποίο και σηκώνει και ακούγεται μια γυναικεία φωνή να λέει, που είσαι ρε Τάκη, η..
..η μαμά. Στην λέξη αυτή βλέπουμε την γυναίκα που το λέει. Βρίσκεται καθισμένη οκλαδόν σε μια παραλία, βράδυ. Κρατά το τηλέφωνο λίγο ακόμα στο αυτί της και μετά το κλείνει δίχως να πει κάτι άλλο. Κοιτάει την σκοτεινή θάλασσα. Σηκώνεται και περπατά ως εκεί που τελειώνει το κύμα. Κοίτα επίμονα το σημείο και μετά πάλι ευθεία μες στην θάλασσα κι έναν φάρο, με κόκκινο φως, απέναντι στην στεριά.
Η κάμερα ταξιδεύει πάνω στο κύμα και σηκώνεται ξαφνικά στο πρόσωπο ενός γέρου ναυτικού, μες στο ψαροκάικό του, καθώς ρίχνει τα δίχτυα. Πέρασαν τα χρόνια, μονολογεί δυνατά και όπως πετά τα δίχτυα στο νερό η κάμερα βυθίζεται και αυτή.
Βλέπουμε σκοτάδι, ακούμε υποβρύχια και βγαίνουμε στην άκρη του μπαλκονιού του φάρου, όπου τρεις πιτσιρικάδες την πίνουν. Δώδεκα μισή, λέει ο ένας, κοιτώντας το κινητό του. Ο άλλος δίχως να του δίνει σημασία λέει στον τρίτο, δεν τελειώνει ποτέ, φιλαράκι, το τριπ είναι αιώνιο. Αυτός ο τρίτος απαντά, γύρνα τσιγάρο, μην τελειώσει το ρο και ποιος γαμάει το τριπ. Κόκκινη μεγάλη καύτρα. Ζουμ. Κόκκινος φάρος. Ζουμ. Κόκκινο φανάρι. Ανζουμ.
Είμαστε στα διόδια. Βλέπουμε τον άντρα που ήταν στο πίσω κάθισμα στην αρχή της ιστορίας, να ανοίγει τα μάτια. Βλέπει κι ακούει την δοσοληψία οδηγού και ταμία και ξανακλείνει τα μάτια. Ονειρεύεται μια γυναίκα να παίζει με ένα δίχρονο κοριτσάκι σε μια παιδική χαρά. Η εικόνα είναι ασπρόμαυρη και λίγο θολή. Βλέπει ιστοσελίδες με νέα για την Γάζα. Ακούει εκρήξεις, αν και δεν υπάρχει ήχος. Στο κάτω αριστερό μέρος της οθόνης είναι μια γυναίκα, σε ένα μικρό παράθυρο, που παριστάνει τους ήχους που υποτίθεται πως ακούγονται, σε μια άτυπη νοηματική γλώσσα. Ακούει, αλλά στην ουσία βλέπει τον φιλόσοφο Steiner σε μια συνέντευξη, οι υπότιτλοι γράφουν την φράση πως τα μωρά είναι πια αρκετά ώριμα για να πεθάνουν. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τους τοίχους στην Αττική οδό με κατεύθυνση προς Αθήνα. Ελάχιστα μπαλκόνια με φως. Τα ξανακλείνει. Ακούει αντρικά γέλια ή καλύτερα βλέπει στο κάτω αριστερό παραθυράκι τρεις άντρες να γελάν. Τα ξανανοίγει.
Κοίτα ένα νεαρό αγόρι να περπατά στο πεζοδρόμιο μπροστά από έναν βαμμένο τοίχο. Η κάμερα παίρνει την θέση του αγοριού. Το αγόρι κοιτάει έναν ντελιβερά να κατεβαίνει τον δρόμο με το μηχανάκι του. Η κάμερα παίρνει τη θέση αυτού. Ο άντρας κοιτάει μια κοπέλα να περιμένει να περάσει απέναντι. Η κάμερα παίρνει τη θέση της κοπέλας. Αυτή κοιτάει μια μεσήλικη οδηγό. Βρισκόμαστε στο αμάξι της, όπου ο εκφωνητής στο ράδιο λέει, φτάσαμε στο τέλος της εκπομπής μας, κι αμέσως πάμε στο πίσω κάθισμα, όπου μια έφηβη κοπέλα κοιτάει ένα short από μία μοδάτη ιντερνετική εκπομπή, στο οποίο η παρουσιάστρια λέει στον νεαρό καλεσμένο της, μια τελευταία ερώτηση, καλέ μου..
Τότε η σκηνή μεταφέρεται στο δωμάτιο μιας άλλης έφηβης, η οποία δακρυσμένη αλλάζει το συγκεκριμένο βίντεο, ενώ από πίσω ακούγονται ενήλικες φωνές, σκάσε μαλακισμένη, αντρική φωνή, θα σε σκοτώσω, γυναικεία φωνή.
Η κάμερα ταξιδεύει στον από πάνω όροφο όπου ένας γέρος κύριος γυρνάει μια σελίδα στο βιβλίο του και το κλείνει. Η κάμερα συνεχίζει στον από πάνω όροφο, όπου είναι ένα άδειο σπίτι με λευκούς τοίχους και μια λευκή πλαστική καρέκλα και μετά συνεχίζει προς τα πάνω, βγαίνοντας στην ταράτσα. Πηγαίνει προς τα κάγκελα και φεύγει απέξω και πέφτει προς τα κάτω αλλά πριν φτάσει στο έδαφος ταξιδεύει ως την δίπλα στάση του λεωφορείου, όπου δύο άντρες αγκαλιάζονται, σαν να χαιρετιούνται, γοργά, κι ο ένας μπαίνει στο λεωφορείο. Καθώς αυτό ξεκινά, ο άντρας πάει στην γαλαρία και κάνει ένα κωλοδάχτυλο, μέσα από το τζάμι, προς την μεριά του φίλου του. Αυτός χαμόγελα ενώ μια κυρία που περιμένει ακόμα στην στάση σαστίζει χαρακτηριστικά. Τέλος.