η Ελλάδα είναι ένα χαζό αστείο
που γίνεται καθεστώς
και αναιρεί τον εαυτό του σε δάκρυ

μισώ την Ελλάδα
όχι για αυτό που είναι
αλλά για αυτό που φαντάζεται πως είναι
στις πλάτες μας

η Ελλάδα είναι το βασανιστήριο
με το φτερό στην πατούσα
γελάς, κλαις, τρελαίνεσαι

η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
για αυτό και μόνο
δεν θα ενηλικιωθεί ποτέ της

η Ελλάδα είναι ένα τρομερό
έλλειμμα αυτογνωσίας
με αλλεπάλληλες sold out παραστάσεις

η Ελλάδα έχει σοβαρούς καλλιτέχνες
και γελοίους πολιτικούς

στην Ελλάδα κάθε χριστοπαναγία
είναι ένας ακόμη γρύλος
που παραμένει στα αζήτητα

στην Ελλάδα ο αυνανισμός
είναι τόσο δημοφιλής
που όλοι παντρεύονται
για σιγουριά

μία είναι η μεγάλη είδηση στην Ελλάδα
η ευημερία της κατσίκας του γείτονα

ημέρες αγάπης
μόνος στο σπίτι
επιβιώνω

ξέρω
πως θα ρθουν
και για μένα

με τα δωράκια τους
και τις γλυκανάλατες
ευχές τους

ξέρω
πως θα απαντήσω
όταν κλωτσήσουν
την πόρτα

με τα καλά τους
και τους ωραίους
τους τρόπους

κι ο αέρας
έσπειρε τα άλογα
στην όχθη
της λίμνης
αφήνοντάς τους
μόνους ξανά
ανίκανους
να διανύσουν
και το παραμικρό
τους βήμα

ανακάλυψα το άπειρο
παίζοντας κρυφτό στην γειτονιά

άρχισα να μετράω
με τα μάτια κλειστά

και δεν σταμάτησα ποτέ
κι ούτε πρόκειται

έβγαλε λέει τέσσερα κατοστάρικα
στα κάλαντα
δέκα πέντε χρόνων παιδί
δίχως ούτε ένα θείο ή μια γιαγιά
μόνο με την μαγκιά του
και το φως του άστρου εκεί ψηλά

θα αγοράσει τώρα την καραμπίνα
που ζαχάρωνε από καιρό
να πάει για κυνήγι με τον πατέρα του
να τους γαμήσει τον Χριστούλη
για πουλάκια και κότσυφες
κι ότι άλλο θαυμαστό βρεθεί μπροστά του

έξω μακριά στα χωράφια

βάρεσα alarm διαγώνια
και μπήκα στο take away
ένα καφέ να πάρω να πιω
χαμογελώντας κι ευχόμενος

οι δύο πιτσιρικάδες
στη γωνία του μαγαζιού
γύρισαν προς τη μεριά μου
και με κάρφωσαν επιδεικτικά

ο ένας φορούσε μαύρα γυαλιά
κι ο άλλος χαμογελούσε σφιχτά
κι έλαμπαν τα σάλια του
στην άκρη του στόματός του

ένιωσα άσχημα κι απέστρεψα
και θύμωσα βαθιά μες στο στομάχι
όπως πάντοτε σε αυτή την πόλη
μέρες γιορτινές από μικρό παιδί

ευχαρίστησα πλήρωσα κι έφυγα
να βρω φίλο έξω μακριά στα χωράφια
όπως πάντοτε σε αυτή την πόλη
η ίδια ζωή από μικρό παιδί

βελτιώθηκε το ποσοστό
της δυσαρέσκειας
για την κυβέρνηση

έπεσε 4 μονάδες
από το 62% στο 58%

αυτό είναι που λέμε
χαρούμενα χριστούγεννα

ένα σαπούνι και μια φυλακή
να πως γεννιούνται οι μοναχοί
να πως κι ο θεούλης ακόμα
θα γούσταρε να έχει σώμα
και να τον τρίβει ένα παιδί
με ένα σαπούνι σε μια φυλακή

η τελευταία φορά που τραγούδησα
λίγες λέξεις μαζί με κάποιον
η τελευταία φορά που με είπανε
πρεζάκια μες στα μούτρα μου
η τελευταία φορά που κοίταξα
τον πατέρα μου σαν να τον γνωρίζω
η τελευταία φορά που θέλησα
να μισήσω τον κόσμο για πάντα
η τελευταία φορά που τα κατάφερα
η τελευταία φορά που βοήθησα
κάποιον να περάσει τον δρόμο
η τελευταία φορά που κατάλαβα
πως έχω τρελαθεί, τι κρίμα
η τελευταία φορά που πίστεψα
πως θα πεθάνω, πόσο λυπηρό
η τελευταία φορά που ανέβηκα
στον Βλοχό με τον γιο μου
η τελευταία φορά που είπα ψέματα
στον εαυτό μου για χατήρι σου
η τελευταία φορά που έγειρα
στην απολυτοσύνη της σιωπής
η τελευταία φορά που σε κοίταξα
στα μάτια. τελεία
η τελευταία φορά που θέλησα
να σε φάω, ολόκληρη
η τελευταία φορά που ήμουνα
ένα ναυάγιο τα ξημερώματα
η τελευταία φορά που έγραψα κάτι
από καθαρή απόγνωση
η τελευταία φορά που χάθηκα
μες στο χαμόγελό σου
η τελευταία φορά που χόρεψα
σαν να το εννοώ
η τελευταία φορά που κέρασα
όλο το μαγαζί ότι πίνανε
η τελευταία φορά που έπεσα
στα γόνατα για να το γιορτάσω
η τελευταία φορά που τόλμησα
να θεωρήσω πως αδικήθηκα
η τελευταία φορά που αθωώθηκα
με τρία χρόνια αναστολή
η τελευταία φορά που πυροβόλησα
η τελευταία φορά που σκότωσα
κάτι που είχε καρδιά
η τελευταία φορά που με φώναξαν
αφεντικό για εκδίκηση
η τελευταία φορά που μου χρωστούσαν
διακόσια χιλιάρικα
η τελευταία φορά που έγραψα
με κιμωλία
η τελευταία φορά που η κιθάρα μου
είχε χορδές
η τελευταία φορά που ήμουν
η φωνή μου στο ζωηρό το πρωινό
η τελευταία φορά που είπα
πως έχω κουραστεί
η τελευταία φορά που προσπάθησα
να κάνω κάποιον να γελάσει
η τελευταία φορά που επέζησα
αυτής της σκιερής πόλης
η τελευταία φορά που υποτάχθηκα
στην Κυριακάτικη μελαγχολία
η τελευταία φορά που επιχείρησα
να βγω από την ντουλάπα
η τελευταία φορά που ορκίστηκα
πως θα ήταν η τελευταία φορά
αλλά δεν ήταν

όλοι έχουμε λόγους να θρηνούμε
κι αυτό είναι μια χαρά που μοιράζεται
και γίνεται δύναμη
όχι απλά για να αντέξουμε τον πόνο
αλλά για να διακινδυνεύσουμε ακόμα παραπάνω

πως πυκνώνει η αφήγηση
καθώς λιγοστεύουν οι σελίδες

όλοι προετοιμάζονται
για την μεγάλη έξοδο

αυτό που απομένει
καθώς το χέρι
κλείνει για τελευταία φορά
το βιβλίο

ο χρόνος είναι το νόμισμα με το οποίο
πληρώνουμε αυτή την ζωή

άλλες γεννιούνται με αυτόν
κι άλλες τυχερές και γενναίες τον γεννάνε

μα οι περισσότερες αδυνατούν
να αναγνωρίσουν αυτή την στιγμή
ακόμα κι ανάμεσα
στα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα
με αποτέλεσμα να συσσωρεύουν
τον κόσμο ολόκληρο στην άκρη των ποδιών τους
πιστεύοντας πως κάπου εκεί τριγύρω
θα βρίσκεται κι ο χρόνος

μα πάντα απ το τέλος αγναντεύουν την αρχή

ο χρόνος είναι το νόμισμα με το οποίο
αγοράζουμε τον θάνατό μας

ένας άστεγος δεν μεταλλάσεται
αν του προσθέσεις δυο λέξεις
ή του αφαιρέσεις τρεις

το μικρό σου ευλαβικό κεράκι
δεν θα του ζεστάνει τα πόδια
ακόμα κι αν το δάσος φωτιστεί
αυτό το θεοσκότεινο βράδυ

τα πρόσωπά σας μπορεί
να συναντηθούν
όπως μια σκιά περνάει και χάνεται
σε έναν άλλο κόσμο

τι είναι πιο εύκολο το ένα ή τ’ άπειρο;
τι είναι πιο διασκεδαστικό το δύο ή το τρία;
τι είναι πιο αναγκαίο το εκατό ή το χίλια;
τι είναι πιο σίγουρο το μηδέν ή το ογδόντα;
τι είναι πιο σέξυ το εξήντα εννιά
ή το χίλια εκατόν έντεκα;
τι είναι πιο κωμικό το τριάντα τρία
ή το ένα δισεκατομμύριο;
τι είναι πιο μεταβατικό το εννιά
ή το τέσσερα;
τι είναι πιο βαρυσήμαντο το είκοσι
ή το σαράντα πέντε;
τι είναι το μηδέν; το δύο ή το τρία;
το έξι ονειρεύεται ή το εννιά αιωρείται;
το εφτά κάνει ενίοτε χαρακίρι;
το σίγουρο είναι πως πέντε;
χίλια και δύο ξημερώνει;
εκατόν είκοσι οπουδήποτε αλλού;
το εκατό ως μαγικός καθρέπτης;
το εκατό ως μαγικό ραβδί;
το εκατό ως συμβόλαιο απάθειας;
το οκτακόσια ογδόντα εννιά χιλιάδες
τριακόσια δέκα τρία ως ταυτοποίησή μου;
το τριακόσια πενήντα τέσσερις χιλιάδες
πεντακόσια ενενήντα ένα ως ταυτότητα;
το μηδέν ως οφθαλμός ή γεύση;
στο άπειρο μέρα παρά μέρα;
στο άπειρο πιο πέρα είναι ακόμη μέρα;
το ένα είναι δυνατόν;

σε μια πολύ παλιά πορεία αναρχικών
ξέφτιζαν στην ουρά της
τα περιθώρια της ιστορίας

όταν κάποια στιγμή ακούστηκε
το γνωστό κλασικό πια σύνθημα
οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη

ένα τζάνκι που σέρνοταν ξοπίσω
φώναξε με όση φωνή του απέμενε
κι ο θρύλος μας την δίνει

πόσοι τόνοι κύλησαν από τότε
στις φλέβες μας ομάδα, ομαδάρα μου

οικογενειακή υπόθεση

τέλη Ιουνίου εγώ στο τελείωμα
με playmate ξαδερφούλα στο δωμάτιο
σελίδα με κώλο η στύση ορθώνεται
εξωφυλλάρα μου το σόι μου μέσα
σελίδα βυζάκια, σελίδα ανφάς, μωρό μου
σπέρμα κυλάει στη σχισμή
το περιοδικό κλείνει οπισθόφυλλο
λουσμένος στον ιδρώτα ασθμαίνοντας
βάζω βρακί βερμούδα
στο ψυγείο για νερό
η γιαγιά πάνω από το άδειο της φλιτζάνι
με ρωτάει, αγοράκι μου, πείνασες;
ναι, γιαγιά, απαντάω, να φάμε
στο μπαλκόνι για τσιγάρο
η θειά μου καταβρέχει τον δρόμο
με ένα χοντρό πράσινο λάστιχο

με το αστικό
από Γαβαλού Αγρίνιο
βαριά χειμωνιάτικα σύννεφα
πατέρας και κόρη
πολύτεκνο και αναπηρικό
60 λεπτά του ευρώ
μισή ώρα ανάμεσα στα χωράφια
και τα εγκαταλειμμένα κτίρια
ραντεβού στο δημαρχείο
δίωρη περιήγηση στην πόλη
καφές στην πλατεία Δημοκρατίας
συναλλαγή στο περίπτερο
παρέα με τα άλλα παιδιά
μάθημα κοινωνικής αυτονομίας
είκοσι για την παιδαγωγό
και ότι χαλάσουν για την πάρτη τους
ενάμιση ευρώ χύμα με δύο ελιές
αναμονή με το βλέμμα στο τζάμι
χαρούμενος που είναι εκεί έξω
τρέμοντας που θα ζήσει εκεί
ο κόσμος αυτός δεν μαθαίνεται
ούτε αποστηθίζεται ο κανόνας
είναι το μικρό του γλυκό του μωρό
ποτέ δεν θα γίνει κάτι άλλο
κάτι άλλο θα της ράγιζε την καρδιά
τι να πληρώσει αυτή η δόλια της καρδιά
όταν η ώρα πέρνα τόσο γρήγορα
ραντεβού στο δημαρχείο
το τελευταίο αστικό
από Αγρίνιο Γαβαλού
σκούρο Δεκεμβριάτικο ψιλόβροχο
πατέρας και κόρη
πολύτεκνο και αναπηρικό
60 λεπτά του ευρώ
μισή ώρα ανάμεσα στα σκόρπια φώτα
και τα μαύρα σιωπηλά δέντρα

ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους
σε αγγελούδια

κουτσαίνει όποιος αρνείται να χορέψει

δεν μπορείς να πληγώσεις την φύση
μπορείς ίσως να της ξύσεις την πλάτη

σε πληρώνει με παρελθόν
εξαργυρώνει μέλλον

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προβάρεις την εξαφάνισή σου

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προσποιείσαι πως έχεις χαθεί

αποσιωπητικά
δειλό σήμα κινδύνου

ώρες ατέλειωτες ακρόασης
μια ολόκληρη ζωή
μέχρι να γίνει αυτό που πάντα ήταν
μια ολόκληρη ζωή

στην πόλη συνηθίζω να κοιτάω χαμηλά
τα σκουπίδια με ωθούν να συνεχίσω

δεν είμαστε αμοιβαίες αυτοεπιβεβαιώσεις
ηλίθια ναρκισσιστική ευφορία

μες στο στόμα μου σκατά και τρίχες
το καλό μου πουκάμισο

παλιές πέτρες πλάθουν το φρέσκο ποτάμι

όπως γλιστράς
μπορεί εκεί να σε κρατήσει
ο χρόνος
με τα χέρια και τα πόδια στον αέρα
και το κεφάλι στο άγνωστο
για χρόνια ολόκληρα πολλά
αν είσαι πραγματικά
τόσο ελαφρύς

Μικρά παιδιά που ανυπομονούσαν να κοιτάξουν τον ουρανό ως πέρα. Ερωτευτήκαμε, ή μάλλον παραδοθήκαμε, δίχως την παραμικρή αντίσταση, στον έρωτά μας. Πριν καν καλά καλά καταλάβουμε τι εστί χρόνος θελήσαμε να εφεύρουμε την αιώνια ζωή. Αυτήν την απειροελάχιστη στιγμή καύλας και ευτυχίας που για χατήρι της εκραγήκαμε σαν πρωτόφαντα παρθένα φυτίλια. Πόσο μικρά κι ανόητα πλάσματα πραγματικά είμασταν. Εκπαιδευμένα με ταχύρυθμα μαθήματα στην χορογραφία του τρόμου ακολουθήσαμε τις φτωχές μας καρδιές μέχρι τον απεχθέστερο των χορών, το σφιχταγκάλιασμα ενός μακρόσυρτου ερωτικού βαλς. Δεν υπήρχε κάποιος για να χαθεί στην θέση μας, αφού δεν υπήρχε πάρα η υπόνοια κάποιου εκεί, οπότε το χάος αναδιπλώθηκε, ξανά και ξανά, παρασέρνοντας τα κορμιά μας στην σύγκρουσή τους πάνω από τον ορίζοντα όλων των εσχάτων πραγμάτων. Μια μαύρη τρύπα, η υπόσχεση της αυτού μεγαλειοτάτης περιπέτειας, ένα αχανές ταξίδι στις πραγματικότητες που απαρτίζουν τον περιούσιο αυτόν όλεθρο. Ένα τέλος σε κάθε στιγμή και κάθε αρχή σε μία στιγμή ως το τέλος. Αγάπη μου.