πάνω από το βουητό του κλιματιστικού η υγεία των κλεισμένων ματιών η ανάσα που ξέρει να χορεύει
Μήνας: Ιουνίου 2025
όμορφος τόπος
φυσάει υπέροχα
σκουπίδια και αντικουνουπικό
ο μεγάλος γαλανός ουρανός
φακίρης
πάνω στις κολώνες της ΔΕΗ
η ελιά και το αμπέλι υπάρχουν
μόνο στα χαρτιά
το καράβι ανήκει στον πρόεδρο
Δεν ξέρω αν αυτό είναι
το τελευταίο μου καλοκαίρι.
Αυτό μπορεί να είναι
το τελευταίο καλοκαίρι
για περισσότερους
από τους καρκινοπαθείς
του Αλεξάνδρας.
Ξέρω πως αυτό είναι
το τελευταίο καλοκαίρι
της χώρας που λέγεται Παλαιστίνη
και των ανθρώπων
που κάποτε την κατοικούσαν.
Είμαι υποχρεωμένος να ευτυχήσω;
Θα μπορούσα να μην είμαι;
Ξέρω πως κι εσύ
θες να πιεις μαζί μου απόψε.
Είναι πικρό
πικρό και άδειο το ποτήρι μας.
μπορώ να θυμηθώ την γιαγιά μου
κοιτώντας την
μέσα από την φωτογραφία
σε κάποια γωνιά του πατρικού σαλονιού
η ζωή μου μαζί της
το χέρι της να απλώνεται
τα μακριά της μαύρα μαλλιά
τα μάτια της όπως με κοιτούν
με την μικρή τους φλογίτσα
του καντηλιού
μέσα στο φτωχικό κατώι
μια θάλασσα
μια σκούρα ταραγμένη θάλασσα
μια θάλασσα
που μοιάζει να κινείται
προς οποιαδήποτε κατεύθυνση
ένα συναίσθημα
πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί
παρά μονάχα νερό
σκούρο ανακατεμένο νερό
που ανασαίνει
και νιώθεις σαν κάποιος
να είναι κοντά σου
κάτι δικό σου
που αν άπλωνες το χέρι σου
αν είχα μονάχα χέρι
κι αν μπορούσα να θυμηθώ
τα σκληρά της ροζιασμένα δάχτυλα
νερό που ανεβοκατεβαίνει συνεχώς
σκούρα μπλεγμένη μαύρη θάλασσα
ή έστω μια υποψία αυτής
δυο μάτια
που κοιμούνται
μέσα στο θολό νερό
δεν μπορώ παρά
να σου γνέψω αντίο, γιαγιά
ίσως αυτή είναι η τελευταία φορά
που βρισκόμαστε
που μπορώ ακόμη να φανταστώ
την μορφή σου
σαν αστραπή στον ορίζοντα
μία ελάχιστη στιγμή
έξω από το σκοτάδι
λίγο πιο πάνω απ’ την θάλασσα
σ’ ένα b-side έμαθα
να ζω
κατανοώντας την αγάπη
ως την μοναδική απάντηση
του κύματος
που έρχεται πάντοτε
το τέλος της θάλασσας να ορίσει
ίσα για να προλάβω
τον ήλιο να δω να δύει ξανά
μια μέρα ακόμη
μέχρι το νερό
όπως του ‘ναι γραφτό
να καλύψει τα πάντα
Τα καλύτερα τσιγάρα είναι όταν η καρδιά σου χτυπάει δυνατά. Όταν έχεις πετάξει λίγο βάρος από πάνω σου, είτε με την μορφή άσκησης ή με ένα καλό δροσερό ντουζάκι. Όταν είσαι, δηλαδή, λιγάκι πιο καθαρός από ότι συνήθως και ο καπνός γράφει επάνω σου με απαλές αβίαστες κινήσεις το ήρεμο του τραγούδι. Ασημένιες βουνοκορφές με πελώρια άσπρα σύννεφα. Φλέβες που χτυπάνε στο άκουσμα της μουσικής κι επιστρέφουν τον κόσμο σαν κύμα που ωριμάζει φορά την φορά. Ένα αέρινο παιχνίδι απόσταξης των ιερότερων των αισθήσεων. Σχεδόν ψεύτικο, σαν το χαμόγελο που απομένει όταν το τσιγάρο έχει πλέον σβηστεί και δεν είσαι σίγουρη αν ο ήλιος που είδες να τρέχει στο βάθος του ορίζοντα έχει στα αλήθεια περάσει από κει.
πότε δεν θέλησα έργο
ήμουν ικανοποιημένος με τις φωνές
στον ακάλυπτο
τον χειμώνα έπεφτα για ύπνο
στα μπουλούκια των φαναριών
γεννήθηκα με δυο μάτια προβολείς σπασμένους
και το πανί καμμένο από την αρχή
πολύ λεπτός κάτω απ’ τον ήλιο
τσιγαρόχαρτο γαλάζιο
και κάτι λίγα τρίμματα
θάλασσα στο φεγγάρι
όπως σπάει η γραμμή
και εκρήγνυται
ολόγιομο αλύχτι
μες στην ατόφια της γλυκά
στενάζει η φλέβα
μάρμαρο
της προτομής
συκώτι
στο ποταμού το βουητό
αλήθεια είναι
ο μυστικός πόνος
που προσφέρει στα λουλούδια
την ανάσα τους
τίποτα δεν ζει ποτέ μου
πάνω από μέρα
όπως σκάει η σιωπή
και πάει
η οριστική επιθυμία
αυτού του ποιήματος
ένα έντομο στον περίβολο της εκκλησίας
πάσχιζε να γυρίσει και πάλι την κοιλιά του στη γη
ο Θεός είναι ένα ψέμα, η πίστη είναι ένα ψέμα
σκεφτόμουν καθώς το βοηθούσα να πατήσει ξανά
η αλήθεια είναι ψέμα και η αγάπη δέκα φορές περισσότερο
σκεφτόμουν νιώθοντας τα ακίνητα βουβά βουνά στην πλάτη μου
σκεύος το φως
και μεις αλήθεια του
ο χρόνος μαρτυράει
την απόλαυση των συνδαιτυμόνων


αν αποζητούσα την προσοχή
θα είχατε ήδη μάθει το όνομά μου
αν αποζητούσα την αγάπη
θα γνωρίζατε ήδη πως είμαι αδερφός σας
αν αποζητούσα πλούτη
δεν θα έσκαβα κάθε μέρα τούτη την κάλπικη
τρύπα
μα κάτι άλλο ζητώ
που ακόμη κι αν το ήξερα
δε θα μπορούσα να το πω
πως σβήνει το καλοκαίρι έτσι απλά
σαν να μην είναι αληθινό
συγνώμη σας ζητώ και ταπεινά
σας συγχωρώ
πολλά μου έσωσε η ζωή
μου χάρισε το φως
πικρό το ποτήρι της σωτηρίας μας
η ανθρωπότητα τελείωσε πριν την ιστορία
έρημο Αγρίνιο λευκό μεσημέρι
ούτε οι σκιές δεν ζούνε εδώ
καθρεπτίζομαι στο τσιμέντο
χαμογελάει πίσω αδιάφορο
αυτό είναι κάτι που κατανοώ
άδειο Αγρίνιο Κυριακή μεσημέρι
ευτυχώς εδώ δεν φτάνει το κύμα
τι είναι το τραγούδι
αυτά τα κλειστά μάτια
ένας ολόκληρος κόσμος που τρέχει προς το απίθανο
ένα μακρινό μπουμπουνητό, ο τζίτζικας κι η αναπνοή μου
θα μπορούσες να ξαφνιάσεις
τους μαλάκες
που έχεις για φίλους
στέλνοντάς τους
γυμνές φωτογραφίες
της γυναίκας σου
κανείς δεν θα καταλάβαινε
πως πρόκειται περί αστείου
κανείς ποτέ δεν κατάλαβε
πόσο μαλάκας είσαι
κανείς ποτέ δεν σου έστειλε
φωτογραφίες
της δικής του γυναίκας
κανείς ποτέ δεν γέλασε αληθινά
οι Έλληνες κομίστες μου χρωστάνε
τρεις φορές νικητής στους διαγωνισμούς
του socomic.gr
και δεν έλαβα ούτε μία σοκολάτα
μου τάξανε σοκολάτα
και πήρα τα αρχίδια μου
ακόμη αγοράζω ελληνικά κόμικ
ακόμη αγοράζω τις σοκολάτες μου
εκεί που κοίταγα έναν κώλο
μεγάλο αφράτο πράσινο μαγιό να σπρώχνει τον φουσκωτό πολύχρωμο μονόκερο με απαλές νωχελικές κινήσεις πάνω στον αφρό πάνω στον ήλιο λαμπυρίζοντας λαχταριστή φρέσκια αυθάδης αιμάτινη σάρκα δύο μύγες πέσανε μπροστά στα πόδια μου στον ίσκιο της πορτοκαλί ομπρέλας κολλημένες και πεταρίζοντας συνεχώς με τρεμάμενες γρήγορες νευρικές κινήσεις καθώς γαμιόντανε τρελαμένες από μυγοκαύλα κάνοντας κωλοτούμπες πάνω στην άμμο σπρώχνοντας η μία την άλλη θυμήθηκα πως το σωστό και το ωραίο η ιερή στιγμή αυτού του καλοκαιρινού μεσημεριού τίναξα το βλέμμα μου αναζητώντας τον μεγάλο τρομερό παλλόμενο κώλο με το πράσινο μαγιό ακτίνες φωτός αλμύρα κι ο ελαφρύς αέρας να σηκώνει την ανθρωπότητα από το χαράκωμα μα μόλις είχε σχεδόν κρυφτεί πίσω από κάτι αναίσθητα βράχια
στην άκρη του μικρού κολπίσκου
το να περιμένεις είναι να χτίζεις
σύννεφα στον ορίζοντα
ταξιδεύουν κάποιες στιγμές
σύννεφα στον ορίζοντα
όπου και να πάω βλέπω αυτόν
το γερό τζάνκι
στην Γρίβα, πίσω από το πάρκο
στον Άγιο, άσχετες ώρες
είναι παντού
το ίδιο ακουσμένος πάντοτε
χειρονομεί
και μιλάει στον αέρα, στα χαμένα
περπατάει όλη την πόλη
τα στέκια και τα στενά
ψάχνει κάτι μα δεν το βρίσκει
όσο κι αν τον κοιτάμε από απόσταση
Η καλύτερη και η χειρότερη πόλη της ζωής μας. Μία πόλη είναι το σημείο από το οποίο κάποτε φεύγεις. Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί για έναν άνθρωπο. Ένας άνθρωπος είναι η ζωή στην οποία πάντοτε επιστρέφεις. Ή, αλλιώς, τίποτα απολύτως.
δεν φοβόμαστε
εμείς δημιουργούμε τον τρόμο
χαμογελάμε
κι αδιαφορούμε
ο τελικός θα μεταδοθεί ζωντανά
από την δημόσια τηλεόραση
τα χόρτα έχουν ξεραθεί
στην άκρη του ασφάλτινου δρόμου
ας πάμε πίσω στις μέρες
ενός κυριακάτικου πρωινού
συγκεντρώστε τους στην αυλή
είμαστε έτοιμοι για εκτόξευση
σκόνη, πάγος, ακόμη και χρυσός
περάσανε τα χρόνια
κι αφήσανε τον ουρανό να πνέει
τώρα αίμα γλυκό τρέχει στις φλέβες μας
δεν έχεις τον χρόνο
δεν έχεις την τύχη
δεν έχεις την δύναμη
δεν έχεις την ορμή
δεν έχεις εκείνη την στάλα νου
δεν έχεις την φωνή
την δική σου συνηθισμένη φωνούλα
δεν έχεις την επιλογή
δεν έχεις τη θέληση
δεν έχεις τα τραγούδια
δεν έχεις το κρασί
δεν έχεις άλλον εύκαιρο σωσία
δεν έχεις την τιμή
δεν έχεις καν την πένα και το χαρτί
έχεις, όμως, αυτήν την πόλη
έχεις αυτήν εδώ την ήσυχη πόλη
δεν περιμένεις, πια, να νικήσεις
ή να ταξιδέψεις προς το φως
έχεις αυτήν εδώ την άσχημη πόλη
βυθίζεσαι νωχελικά
στην πραγματική σου ζωή