Ήταν τρεις τύποι και πέσαν με το αεροπλάνο τους σε μία ζούγκλα. Η ντόπια φυλή τους έπιασε και τους πήγε στον αρχηγό της για να αποφασίσει την τύχη τους.
Ο ένας τύπος του είπε, αρχηγέ, κάνε οικογένεια, οχυρώσου και περίμενέ τους. Όταν θα ρθουν χτύπα τους με όλη σου την δύναμη.
Ο άλλος τύπος του είπε, φύγε, ταξίδεψε, γνώρισε ανθρώπους και τοπία, αγάπησέ τους όλους, ανεξαιρέτως δυνατότητας, κατάπιε τους και μην νιώσεις ποτέ σου χορτασμένος. Ακόμα κι όταν έρθει η ώρα να σκάσεις ζήτα τους ένα ακόμα φιλί.
Ο τελευταίος τύπος του είπε, αρχηγέ, ξέρεις τι είναι η ζωή, μείνε μόνος, μαζί ή μακριά από τους ανθρώπους δεν έχει σημασία, να αναπνέεις αργά και σταθερά αδιαφορώντας για αυτόν τον ξινισμένο χυλό. Κράτα τα χέρια σου καθαρά. Μην ακουμπήσεις το βρωμερό τους συμφέρον.
Ο βασιλιάς έκατσε για λίγο σκεφτικός κι έπειτα αναφώνησε, μα, καλά, πως γίνεται ο πιο μαλάκας από όλους σας να είναι πάντα ο Έλληνας;