και γω αν μπορούσα θα τα χα κλείσει τα μάτια δικαιολογείται ο τραυματιοφορέας
στον παππού που εμπόδιζε με το πόδι του το φορείο χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο
για να μαζευτεί

ηλίθιο αστείο για τον ογκολογικό όροφο του νοσοκομείου καθώς οι περισσότεροι από μας γνωρίζουμε ήδη τον διακοσμητικό ρόλο των βλεφάρων

στον Στάθη

μπήκα Αθήνα και λέω
βάλε ράδιο
να ακούσω τα σπουδαία

μόλις τελειώνει
το αμερικάνικο
πετιέται η διαφήμιση

και τα γέρικα σκυλιά
μπορούν να μάθουν κόλπα
μην διστάζετε

σχολείο δεύτερης ευκαιρίας
για ηλικιωμένα σκυλιά
αδέσποτα κι ανένταχτα

απολαύστε, λέει
θα μάθουν τρόπους
θα είναι ευγνώμονα

κακούργα κοινωνία
κανείς δεν δικαιούται
να αλυχτάει από χαρά

ακόμα και τα σκυλιά
θα μάθουν να σέβονται
να αναγνωρίζουν το καλό

κακούργα επιστήμη
το μαστίγιό σου
η μητροπολιτική βοή

άνθρωποι στέκονται
στην στάση του λεωφορείου
κοιτάνε προς την ίδια κατεύθυνση

Οι γονείς μου ήταν μικρά σκληρά ανώριμα παιδιά όταν κι εγώ δεν ήμουν πάρα ένα ακόμη παιδί κοντά τους. Θυμάμαι ακόμα τον δάσκαλό μου στο δημοτικό να γελάει δείχνοντάς με, καθώς εγώ κλαψούριζα από το παράπονο μιας μπουνιάς που είχα φάει από έναν μισό από το ύψος μου συμμαθητή μου. Ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου. Ο ίδιος φασίστας δάσκαλος ήταν που χτύπαγε τον Αλβανό στο τελευταίο θρανίο γιατί δεν ήξερε ελληνικά. Από το γυμνάσιο και πέρα μονάχα βρισιές. Μπροστά από τα καφενεία πούστης και μπροστά στον πίνακα τζάμπα τα λεφτά του πατέρα σου. Η κύρια της έκθεσης μου είχε πει στο λύκειο πως αυτά που γράφω είναι ασυνάρτητα και πως θα έπρεπε να ζηλεύω τον τάδε συμμαθητή μου για την ικανότητά του στην γραφή. Έπειτα το γενικευμένο μίσος της μεγαλούπολης, το κοινωνικό, το ταξικό, το θρησκευτικό, τόσες και τόσες ομάδες, όλες εναντίων όλων. Γιατροί για να μας κλείσουν μέσα και δικηγόροι για να υπογράψουν. Κι ύστερα η ανάδυση μέσα από τις μικρές ραγισματιές του δρόμου μιας γνώσης που καταφέρνει να τα εξηγήσει όλα αυτά, οι φίλοι, οι σύντροφοι/φισσες, τα βιβλία κι ο έρωτας, που αναδομούν την εικόνα μου για τον κόσμο και με μαθαίνουν να επιβιώνω σε αυτό που ονειρεύομαι πως θέλω να μαι. Μακριά από τις προσταγές του πλήθους και της εικόνας. Κι ύστερα πάλι ο στρατός, η επιστροφή στην επωνυμία, η δουλειά, η νέα επιδρομή του κεφαλαίου, ο πόλεμος σαν ειρήνη και όλη η σύγχρονη παράνοια. Οι καρδιές που εξουθενώνονται κι οι φλέβες που εκπαιδεύονται στο δηλητήριο για να κρατηθώ ζωντανός. Ήμουνα πάντοτε οπλισμένος. Από την πρώτη φορά που τον έκανα να με φοβηθεί για να σταματήσει, μέχρι και τώρα που τα φαντάσματα κατοικούν μέσα από τα μάτια μου, είμαι πάντοτε με το χέρι σφιγμένο. Σε επιφυλακή για το επόμενο χτύπημα. Αυτή η μάχη δεν σταμάτησε ποτέ. Τα χρόνια πέρασαν κι είμαι βέβαιος, πια, πως ολοένα και πιο πολύ έλκομαι προς την εκδίκησή μου. Έχω υποφέρει αρκετά και ξέρω. Ανθρώπινη εκδίκηση ενάντια σε όλους τους και στον καθένα ξεχωριστά. Ενάντια σε αυτό το χυδαίο σύστημα που σπέρνει τον θάνατο και την ασχήμια. Ενάντια στους δολοφόνους των λαών. Είμαι ένας κοινός απλός καθημερινός άνθρωπος. Δεν φημίζομαι για την γενναιότητά μου. Οι φίλοι μου το ξέρουν αυτό. Αλλά μπορεί να μην γνωρίζουν πως είμαι πάντοτε οπλισμένος. Πως έχω απηυδήσει από την ντροπή και την ηθική μας καταστροφή. Η φρίκη σας δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Μπορεί κάποιος να σκεβρώσει. Να στρίψουν τα άκρα του κι η πλάτη και να μεταμορφωθεί σε ένα τσακισμένο λουλούδι καταμεσής του χωμάτινου δρόμου. Μπορεί κάποιος να σκεπαστεί από όλες τις ποινές του χρόνου, να συμμορφωθεί υπό την αντανάκλαση του φωτός πάνω στο θλιβερό ασήμι, να συντριφτεί στην άμορφη μάζα εικόνων και συναισθημάτων που δεν έχουν πια καμιά σημασία, παρά μονάχα αλέθουν μαζί με τις υπόλοιπες πληγές ότι έχει απομείνει από την σκέψη σου. Βάζοντάς σε, ξανά και ξανά, σε στάση εμβρύου, μες στα μουσκεμένα σεντόνια, με τα βλέφαρα κλειστά, έτοιμος και συ να ανυψωθείς μαζί τους προς το ληθαργικό γαλάζιο του ουρανού. Γιατί δεν θυμάσαι, πλέον. Αδυνατείς να θυμηθείς ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που τώρα με τόση λύπη θωρείς. Αυτός ο άνθρωπος που κάτι ανθρώπινο πια δεν σου θυμίζει. Αυτός ο άνθρωπος, ο πατέρας, ο φίλος, που σαν και σένα πέτρωσε, πια, και δεν υπάρχει αγάπη να τον ορίζει, μήτε σταλιά φροντίδας να τον νοιαστεί, μήτε πνοή ελέους να τον λυτρώσει. Μονάχα κάθεται αντίκρυ σου και σε κοίτα, όπως δύο πέτρες που στην άκρη της αβύσσου χάσκουνε νωθρές κι απογοητευμένες.

μου ζήτησαν να επιβεβαιώσω
πως τους ακούω

το έκανα κλείνοντας τα μάτια μου

μου ζήτησαν να επιβεβαιώσω
πως τους καταλαβαίνω

το έκανα παραμένοντας σιωπηλός

μου ζήτησαν να επιβεβαιώσω
πως τους αγαπάω

το έκανα γυρνώντας τους την πλάτη
και φεύγοντας όσο μακρύτερα γίνεται

διέγραψα το καλύτερό μου
ποίημα
από τα μέσα μου

τώρα θα έπρεπε να
διασφαλίσω
να μην μου το κλέψουν
με κάνα φιλί στην παλάμη

στην απόσταση που μας ενώνει

άνεμος είναι οι προσευχές που εισακούστηκαν
άνεμος είναι η απόδειξη πως ακόμα και χωρίς θεό το θαύμα επιβιώνει

ψυχή είναι αυτό που τραβάς
μέσα από ένα λόφο από σκατά
για να το δείξεις στον ήλιο

δεν είναι ποτέ λιγότερο
απ τον μόχθο σου
δεν θα ταν τίποτα δίχως τον ήλιο

μπορεί και να ναι απλά
σκατά κολλημένα στην χούφτα σου

φύσαγε λυσσασμένα
και θα χα φύγει από νωρίς
αν μονάχα δεν έπρεπε
να πληρώσω

μια σάπια άγκυρα
η εκδίκησή μου
με κρατούσε αιωρούμενο
στο βαθύ το απύθμενο αγέρι
να περιμένω

αν ένα α είναι ένας κόκκος
της κραυγής που μου χαρίσατε
τότε περιμένουμε έναν ωκεανό
ακατάπαυστης οργής
να σπάει γιγάντια πελώρια κύματα
πάνω στα ποιήματα
αυτής της ρημαγμένης ακτής

κι όμως ο άνεμος διευκολύνει
τον πόλεμο, μερικές φορές
είναι αυτός ο σωρός ηλιθιότητας
ανάμεσά μας

δεν αντιγράφω παρά
το μέλλον μου

κάποτε θα λένε
υπήρξανε άνθρωποι
που διαγωνίζονταν
ποιος την περισσότερη
και μεγαλύτερη θα πει
αλήθεια
ποιανού η αλήθεια
θα αναδυθεί
πάνω και πέρα από τις υπόλοιπες
ποιανού ιστορία
θα γενεί
λες κι οι πέτρες
θα σταματήσουν να ονειρεύονται
κάποτε θα λένε
υπήρξανε άνθρωποι
προσπαθούσαν την γλώσσα τους
γύρω από το κορμί τους
να τυλίξουν
κι ακόμα κανείς
δεν έμαθε γιατί
κάποτε θα λένε
υπήρξανε άνθρωποι
δεν θέλανε ελεύθεροι να ζούνε
υπακούανε τυφλά
το γούστο
του φιλοθεάμονος κοινού

ένα άδειο καφέ
σε χρόνο αχαρτογράφητο

όλα έχουν υποχωρήσει
ψυχή περιστρεφόμενου δερβίση
που ολοένα επιστρέφει

το σπίτι κι ο στύλος
τα ίδια πάντα μάτια
στην επανάληψη αυτού του μπαλκονιού

μνημονεύοντας με τον Α.
την φυσική ορμή
των ιπταμένων τσιγάρων
από την άκρη αυτού του γκρεμού
κατευθείαν στο δόξα πατρί σας

Ξοδεύτηκα σε ένα κείμενο. Σε έναν καταιγισμό ποιημάτων. Θέλησα την αλήθεια μα η αλήθεια είναι ότι δεν θέλησα κάτι παραπάνω από την ησυχία μου. Κι η ησυχία μου κόστισε, μέσα στον βαθύ αιώνα των μπαρ και των παιδικών χαρών, λόγια ξετρελαμένα από έναν πόνο πολύ μεγαλύτερο από την ζωή μας. Αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι μας υπερβαίνει. Συνεχίζω μες στο θρόισμα, ανασαίνω μες στην απατηλή οντότητα των πραγμάτων, εκφέρω τις λέξεις εαυτών που ποτέ δεν συνδέθηκαν με αυτό. Είμαι ένα όνειρο μες στο όνειρο, με όλες τις ακρογωνιαίες πυρακτώσεις του, με όλες τις ακροτελεύτιες εξισώσεις του, με όλα του τα ακροφαινή και τελεσίδικα λάθη του. Το πήγα κόκκαλο αλλά το κόκκαλο ήταν φλογέρα και το τραγούδι πήγε μακριά, πιο μακριά από ότι μπορούσα να φτάσω. Θέλω μια καληνύχτα, ένα χάδι αντίου, κάτι περισσότερο από κατανόηση στον τρόπο που απομακρύνομαι κι έπειτα σιωπή. Μαγική, γεννησιουργό σιωπή. Νότες εξοστρακισμένες από το σύμπαν του πληθωρισμού. Φωνές έτοιμες να σιγοτραγουδήσουν το ξημέρωμα μιας έμπνευσης ευγένεστερης από την απραξία. Λουλούδια βέλη στο καπέλο που φορώ και διαβαίνω τον βίο μας. Μοναδική μου αγάπη, πόσο εύκολα ανασταίνεσαι από την ασφυξία των συναισθημάτων μας. Υπάρχουν ευκαιρίες για όλα τα φιλιά μας. Κυρίως για αυτό που κρέμεται ακόμη στον ορίζοντα της εξώπορτας.

Είναι Δευτέρα. Ίσως και να τανε από πάντα Δευτέρα αλλά ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα το σθένος να το αντιληφθώ, να ακολουθήσω τα βήματά μου μέχρι το σπίτι, να φιλήσω τα παιδιά μου καληνύχτα και να καθίσω ήρεμος μες στο δωμάτιο, σαν σε παγκάκι στην παραλιακή, Αύγουστο μήνα, να καίει το σούρουπο μισό τσιγάρο ατελείωτο και να κοιτώ τον κόσμο να περνάει όπως περνάνε οι ώρες κι οι μήνες, η ειρήνη κι ο πόλεμος, με πίστη ακέραια να κοιτώ και να βλέπω και να αισθάνομαι το νερό σαν ιστορία που ανεβαίνει μέχρι τα γόνατα και σε προετοιμάζει να ξεχάσεις τα πάντα για μια τελευταία φορά.

Η γιαγιά μου η Αγγέλω ήταν μια πολύ καλή γριά. Βουβή και υγρή, δεν μίλαγε πολύ έως καθόλου και έδειχνε πάντα να περιβάλλεται από την πάχνη μιας φθινοπωρινής ορεινής λίμνης. Μου χε πει μερικά παραμύθια όταν ήμουν μικρός και στα αλήθεια τα έλεγε ωραία. Πάντα ένας ιππότης και μια πεντάμορφη. Κι ο απαραίτητος κακός δράκος, κακός κόσμος, κακός οτιδήποτε. Λέγανε πως η γιαγιά μου η Αγγέλω ήταν παρθένα. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και πότε δεν την είδανε με άντρα κι η αλήθεια είναι πως τότε αν την βλέπανε θα το έλεγαν με περίσσεια ευκολία. Ακόμη και στην εφηβεία μου συνήθιζε να μένει σπίτι μας τα Σαββατόβραδο, που οι δικοί μου βγαίναν ως αργά, έτσι για να έχει μια εποπτεία του σπιτιού κι όσο μπορούσε να με προσέχει μην βάλω καμία φωτιά που δεν θα μπορούσα μετά να σβήσω. Ένα τέτοιο βράδυ κατέληξα με την κοπέλα μου στο δωμάτιο μου. Η γιαγιά είχε κλείσει την πόρτα της γονεϊκής κρεβατοκάμαρας κι ούτε που ανέπνεε. Εκείνο το βράδυ η κοπέλα μου και γω, έπειτα από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, ξεπαρθενευτήκαμε. Ειμασταν κι οι δύο ελαφρώς σαστισμένοι από το πόσο εύκολο ήταν τελικά να έχουμε μια ολοκληρωμένη επαφή και μονάχα οι μικρές κηλίδες αίματος στο σεντόνι προσέδιδαν στο γεγονός μια κάποια αύρα ενός για πάντα πια χαμένου μυστηρίου. Πριν φύγουμε από το σπίτι χτύπησα την πόρτα της γιαγιάς και της έδωσα το σεντόνι. Της είπα, γιαγιά, σε παρακαλώ, πλύντο. Με κοίταξε με κείνα τα μεγάλα μονίμως απορημένα μάτια, πήρε το σεντόνι στην αγκαλιά της, κουλουριάζοντας το και μου έγνεψε καταφατικά. Φύγαμε για λίγη πόλη ακόμη και μόλις τώρα, τόσα χρόνια μετά, φαντάζομαι την γιαγιά μου να τρίβει το ξεραμένο αίμα με τα μικρά ροζιασμένα της χέρια και να το απλώνει πεντακάθαρο στο μπαλκόνι νυχτιάτικα για να στεγνώσει.

Άρχισαν να φεύγουν οι ανάσες του μες στο σκοτάδι και κίναγε να τις φτάσει. Μάταιος κόπος. Το μυαλό του αναμοχλεύοταν και διαμαρτύροταν. Εσφιξε τα χείλη κι άρχισε να απαγγέλει την ιερή του έκφραση. Εύχομαι να κοιμόμουν για χιλιαδες χρόνια, χιλιάδες όνειρα φτιαγμένα από δάκρυα, χιλιάδες χρόνια, φτιαγμένα από δάκρυα, χιλιάδες όνειρα, φτιαγμένα από δάκρυα. Άνοιξε τα μάτια και κοίταγε βαθιά μες στο όνειρο και στο όνειρο πιο μέσα. Ότι ήταν. Ένιωσε τις άκρες των δαχτύλων του να κυρτώνουν, λες κι ετοιμαζόταν από κάτι να πιαστεί. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Πότε δεν υπήρξε κάτι πουθενά. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την τουαλέτα. Άδειασε και γύρισε να δει την φάτσα του στον καθρέπτη. Η ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Ο χρόνος που πιέζει προς τα μπρος, ο χώρος που πιέζει προς τα κάτω κι αυτός δίχως καμία διάθεση να διαπραγματευτεί την θέση του σε όλα αυτά. Ντύθηκε και πήγε ως την πόρτα. Δεν χρειαζόταν απολογίες, δεν ήταν κάποιου είδους έκπληξη. Φόρεσε τα παπούτσια του και στριφογυρισε στην πόρτα το κλειδί. Δεν ήξερε για που τράβαγε και πάλι. Δεν τον ένοιαζε. Όπως κι η γάτα της Αλίκης ήξερε πως αν περπατήσει αρκετά ο δρόμος θα φανεί. Η νύχτα έξω, πάντα απέξω η νύχτα, ήταν ιαχή μαζί και ψίθυρος. Λαξευμένη από τους πόθους τόσων και τόσων αιώνων. Παντοδύναμη αειθαλής μεγάλη νύχτα. Περπάτησε μέσα στον σιωπηλό αέρα όπως πήγαινε για κάμποσα μέτρα και σταμάτησε χωρίς να το σκεφτεί σε ένα μικρό άνοιγμα από παρκαρισμένα αμάξια. Έκατσε χάμω στο πεζοδρόμιο και αναψε ένα τσιγάρο. Κάπνιζε και φανταζόταν όλα όσα πρόκειται να του συμβούν . Δίδασκε το μέλλον μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού που αιωρουνταν πάνω από το κεφάλι του. Σε λίγο θα ήταν και πάλι εκεί.

λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα
το μεταιχμιακό χρώμα του ορίζοντα
η πρώτη ύλη θαυμάτων

η εγγενής καχυποψία
του να βρίσκεσαι στο σκοτάδι
και να κοιτάς φώτα μακρινά

το φεγγάρι ως διασώστης
αραχνοΰφαντων σκιών

το φεγγάρι σαν καθρέπτης
μες σε καθρέπτη

το φεγγάρι ως λυτρωτής
απαλών επιφανειών

Η ποίησή μου είναι αυτό το κλειδί
που κρατάω μπροστά στα μάτια σας.
Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που ανοίγει
ή αυτό που κλειδώνεται ξοπίσω του
ή αν πρόκειται, απλώς, για ένα αντικείμενο
χαμένο από κάθε προορισμό.
Είναι ένα κλειδί σαν όλα τα άλλα.
Σαν το κλειδί του σπιτιού σας
ή εκείνης της παλιάς σκονισμένης αποθήκης.
Κάνεις δεν ξέρει αν και πότε
θα χρησιμεύσει σε κάτι.
Κι όμως είναι ένα κλειδί.
Αυτό από μόνο του είναι, ίσως, αρκετό
για να το κρατήσετε έστω και λίγο
στην παλάμη σας, κοιτώντας το
για μία ελάχιστη κοινή στιγμή
προτού ξεχαστεί μαζί με τα υπόλοιπα δάκρυα
στο βάθος του τελευταίου συρταριού.

Ήταν τρεις τύποι και πέσαν με το αεροπλάνο τους σε μία ζούγκλα. Η ντόπια φυλή τους έπιασε και τους πήγε στον αρχηγό της για να αποφασίσει την τύχη τους.

Ο ένας τύπος του είπε, αρχηγέ, κάνε οικογένεια, οχυρώσου και περίμενέ τους. Όταν θα ρθουν χτύπα τους με όλη σου την δύναμη.

Ο άλλος τύπος του είπε, φύγε, ταξίδεψε, γνώρισε ανθρώπους και τοπία, αγάπησέ τους όλους, ανεξαιρέτως δυνατότητας, κατάπιε τους και μην νιώσεις ποτέ σου χορτασμένος. Ακόμα κι όταν έρθει η ώρα να σκάσεις ζήτα τους ένα ακόμα φιλί.

Ο τελευταίος τύπος του είπε, αρχηγέ, ξέρεις τι είναι η ζωή, μείνε μόνος, μαζί ή μακριά από τους ανθρώπους δεν έχει σημασία, να αναπνέεις αργά και σταθερά αδιαφορώντας για αυτόν τον ξινισμένο χυλό. Κράτα τα χέρια σου καθαρά. Μην ακουμπήσεις το βρωμερό τους συμφέρον.

Ο βασιλιάς έκατσε για λίγο σκεφτικός κι έπειτα αναφώνησε, μα, καλά, πως γίνεται ο πιο μαλάκας από όλους σας να είναι πάντα ο Έλληνας;

Τα πόδια μου τσιμεντωμένα από την ζέστη. Ακυβέρνητο πλοίο μπαταρισμένο στους τέσσερις τοίχους, κουβαλώντας τόνους καθημερινής φαρμακευτικής επανάληψης. Οι αιώνιες αδιέξοδες διαδρομές που επιπλέουν μες σε αυτήν την γλιτσερή μιζέρια. Καναπές, κρεβάτι, ψυγείο. Κρεβάτι, ψυγείο, καρέκλα. Καναπές. Η οθόνη του μαρτυρίου αναβοσβήνει δίχως σκοπό. Δίπλα στα δέντρα που καίγονται τα καλύτερα βιβλία για την παραλία. Δίπλα στους ανθρώπους που συνθλίβονται το μυθικό ελληνικό καλοκαίρι. Απέχω από κάθε επαφή. Η πραγματικότητα διάτρητη, σαν το παντζούρι που με κρατάει ζωντανό, στάζει λεκέδες ρόρσαχ πάνω στα ιδρωμένα σεντόνια μου. Έι, κάπου σε ξέρω εσένα. Τρίβομαι, περιτυλιγμένος από τις ριπές του ανεμιστήρα, με εκείνον τον παλιό τρόπο του Ουίλιαμ, αναμειγνύοντας τέλος του κόσμου με θειούχα πρωκτική βλέννα, κατεστραμμένες φλέβες, ορίζοντας επιμηκυσμένων φωνηέντων. Κλειστά μάτια. Πτήσεις που κατακρημνίζονται στην σωτηρία τους, ξανά και ξανά. Αλλαγή πλευρού. Επιλογή φαντασίωσης με μόνο κριτήριο την παραδοξότητά της. Νιώθω άβολα με το νόμισμα στην πλάτη. Αλλαγή πλευρού. Ένα σύρμα περασμένο από αυτί σε αυτί τρυπάει τις σκέψεις και τις χτυπάει κομπολόι στην ώρα που προσπαθώ να περάσω ανάμεσά τους. Τίποτα δεν συμβαίνει, πάρα μονάχα ο ήχος από τις χάντρες, καθώς η μία χτυπάει την άλλη, πέφτοντας από ψηλά, κι η ανία επιβεβαιώνει το μάτι του γαλαξία και το χαμόγελο του τρελού στο πρόσωπό μου.

θα γούσταρα να έχω ένα υγιές
δυνατό και όμορφο σώμα
να πηδάω ως τον ήλιο
αλλά θα προτιμήσω το κενό

θα γούσταρα να έχω πολλούς φίλους
να παίζουμε και να δημιουργούμε μαζί
να νοιαζόμαστε ο ένας για το άλλο
αλλά θα προτιμήσω το κενό

θα γούσταρα να ταξιδεύω
σε μέρη μακρινά πάντα
μες στην καρδιά σου πάντοτε
αλλά θα προτιμήσω το κενό

θα γούσταρα να γράψω ένα ποίημα
που θα τους κάνει όλους χαρούμενους
έστω και για μια στιγμή στιγμούλα
αλλά θα προτιμήσω αυτό εδώ

Η μητέρα μου είχε μια συλλογή με τα άπαντα του Λόρκα. Ήταν εκεί, σε ένα από τα ράφια της οικογενειακής βιβλιοθήκης όταν μεγάλωσα τόσο ώστε να μπορώ να την δω. Κάποτε, καθώς τα χέρια μου αναζητούσαν τον προορισμό τους κι η καρδιά μου τον χτύπο που θα την δικαιολογούσε, κατέβασα έναν τόμο, ένα σκούρο μπλε βιβλίο με ένα πολύχρωμο πορτρέτο του ποιητή στο εξώφυλλο, και βάλθηκα να το διαβάζω. Να κουνάω τα μάτια μου στις σειρές των γραμμάτων του κι έπειτα την ψυχή μου κι έπειτα ξεπρόβαλλε η θάλασσα έξω από το μπαλκόνι μου, πήδηξα κι έπεσα μέσα της για πάντα. Νερό, καταρρακτώδες νερό, μία καρδιά από νερό που σκάει στο πρόσωπο του φεγγαριού κι η νύχτα απλώνεται ολόγυμνη σαν μάτια έτοιμα να φιληθούν για μία τελευταία φορά.

Μαθαίναμε να ζούμε μαθαίνοντας να αγαπάμε τα b-sides. Την δεύτερη ή τρίτη πλευρά του δίσκου. Κατανοώντας με την βοήθειά τους την ψυχή των ποιητών, συναντώντας τους, ακριβώς όπως θα συναντούσαμε έναν φίλο σε ένα τραπέζι κοινό, σε αυτά τα λιγότερο γνωστά, τα λιγότερο μεγάλα, σε έναν πρόχειρο καφέ εκμυστήρευσης των μεγαλύτερων μυστικών. Εκεί, στα κακόφωτα σοκάκια της μικρής επαρχιακής πόλης βρίσκαμε τον υπόλοιπο χαρακτήρα της μουσικής που δέσποζε στα φώτα του δρόμου και του λατρεμένου μπαρ, στην κεντρική αρτηρία του έργου και της εποχής. Όταν αυτή η τρίτη, τέταρτη πλευρά γινόταν το μισοσκόταδο που συμπλήρωνε την φωτογραφία, η απαραίτητα ανεξιχνίαστη, αλλά και τόσο προφανής, ταυτόχρονα, γωνία που κρατούσε το κάδρο ακέραιο και ενίσχυε την πίστη μας στο θαύμα που συντελούνταν μέσα μας. Σε αυτά τα μικρά φαινομενικά τραγούδια μαθαίναμε να αγαπάμε τους ανθρώπους όπως πραγματικά είναι. Κάποιες φορές τόσο εύκολοι που δεν κάνεις καν τον κόπο να τους διαβάσεις και κρατάς μονάχα μια φευγαλέα εικόνα που πάντα της φεύγει, δίνοντας στον χώρο τις πολύφωτες διαστάσεις του. Ακριβώς, τότε, τόσο σημαντικοί μέσα στην ρουτίνα των χιλιοειπωμένων εκφράσεων που τολμάς να αναγνωρίσεις το αριστούργημα όλων μας, φτιαγμένο από ένα χαμόγελο σαν το δικό μου κι ένα δάκρυ σαν της μητέρας μου όταν την πληγώνω. Μάθαινες να αγαπάς γιατί μονάχα η αγάπη ακούει το παράπονο που δεν ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του, ανακυκλωμένο μες στην γενικότερη κατήφεια, ή την γλύκα που εξαϋλώνεται σε αναίτιες κωλοτούμπες, ανάλατα πυροτεχνήματα ενός αδιάφορου ουρανού, και μάθαινες να αγαπάς γιατί αυτή ήταν και είναι η μοναδική απάντηση στην αίσθηση της τριμμένης φόδρας του χρόνου πάνω στο κορμί, της τρύπας στην τσέπη της αιτίας από όπου τα κλειδιά κι όποια ψιλά πέφτουν στο πάτωμα και κυλάνε, αυτό το κύμα που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να κρατηθεί η ακτή στην θέση της, για να έχεις ένα σημείο από όπου θα δεις τον ήλιο να βυθίζεται στο νερό, μέχρι το νερό να καλύψει τα πάντα.