δεν τελειώνει στα αλήθεια το καλοκαίρι, οι ευκαιρίες μας τελειώνουν, η ικανότητα να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, η δύναμη να συγχωρέσουμε και να συγχωρεθούμε, η γεύση της αλήθειας σε δύο στόματα που ενώνονται, η μουσική της φλέβας που χτυπάει στο κέρασμα της καρδιάς, το ποτήρι που καθώς υψώνεται αντανακλά τον ήλιο, τα βλέμματά μας που διασταυρώνονται για να αγκαλιάσουν τον κόσμο, τα βήματά μας που κρατάνε την ιστορία αυτού του δρόμου ζωντανή, πάνω στην σκόνη, τις πέτρες και την λάσπη που πέφτει από ψηλά

δεν τελειώνει στα αλήθεια το καλοκαίρι, εμείς τελειώνουμε, νιώθουμε τα πόδια μας βαριά, τα μάτια μας κολλάνε στο τίποτα όπως τα νυχτοπεταλούδια στον ηλίθιο στύλο, τα ποτήρια μας πλυμένα στον νεροχύτη, χάσκουν βαριεστημένα το αστικό κενό, κολλάει το σάλιο στο στόμα, αμετανόητοι, μόνοι, ξέροντας πως ίσως αυτή να είναι η τελευταία φορά

δεν τελειώνει στα αλήθεια το καλοκαίρι, είναι απλά που ξεκινά ο χειμώνας καμία φορά, έτσι ανώφελα, χωρίς σημασία

μετά το Άουσβιτς γράφτηκε
ποίηση

μετά την Γάζα θα εφευρεθεί
μια νέα γλώσσα

θα χει ένα φωνήεν και μια σιωπή

ότι απαιτείται δηλαδή
για να εμπεδωθεί η φρίκη

θα μπορούσαμε να σκοτωθούμε μεταξύ μας, αφού έτσι κι αλλιώς το μίσος είναι ότι έχει απομείνει από αυτό που κάποτε λεγόταν τάξεις μας

αλλά ακόμα κι ο θάνατός μας συντελείται δι’ αντιπροσώπων, είμαστε πολύ νεκροί για να πολεμήσουμε, πολύ ζωντανοί για να πιστέψουμε πως ο θάνατος αυτός θα είχε κάποια σημασία

Λευτεριά στην Παλαιστίνη
Ακόμα κι όταν κανένας δεν μείνει
Η Γάζα σαν μαύρη τρύπα θα μας καταπίνει

Η γνωριμία μας ξεκίνησε από την στιγμή του αποχωρισμού μας. Όλη η προηγούμενη ζωή, ο έρωτας, τα ταξίδια, τα παράφορα όνειρα, δεν ήταν πάρα οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε η απουσία του ενός από τον άλλο να δημιουργήσει την αλήθεια πάνω στην οποία, από δω και στο εξής, θα επιβιώναμε. Μαθαίνοντας ποιος είναι ποιος και τι, πραγματικά, είναι ικανός να κάνει, μονάχα στην απόσταση αυτής της έλλειψης και, κυρίως, κατά την ανάφλεξη της ισχύς της, μέσα σε τόσες και τόσες αναμνήσεις, πεταμένες στην ακμάζουσα πυρά που ένωνε και τους δυο μας. Ο κόσμος γύρω μας θεωρούσε την γεμάτη αλλόκοτα τέρατα τάφρο ως μία ακόμα καθημερινότητα που, ακριβώς για το λόγο που είναι φτιαγμένη, αποξενώνει ακόμα και τα πλησιέστερα των φρονημάτων. Κανείς δεν παρατηρούσε πως ακόμη και τα ελάχιστα περιστέρια που στάλθηκαν να διασχίσουν το ερεβώδες κενό κατέληξαν να το ταΐσουν, δίνοντάς του μια παραπάνω επίγευση κατακλυσμιαίας συντέλειας και καθαρού αμετανόητου μισανθρωπισμού. Είχαμε καταδικαστεί στην αιφνίδια χάραξη συνόρων απόλυτων ευθειών, μία ηλιθιότητα υπερβατική ακόμα και για τις μικρές μας πικραμένες καρδιές, όταν με δυσκολία μπορούσαμε να ξεδιαλύνουμε ποιος αγάπησε περισσότερο το τάδε μπαρ ή την τάδε έξοδο μακριά από την πόλη, αφού όλα κι όλα αυτά τα λιγοστά μέρη ήμασταν, αποκλειστικά, εμείς. Ένα απλό ανάγλυφο συναίσθημα που μας είχε γαλουχήσει για εκατοντάδες χρόνια. Πιόνια με αργές χαζές δειλές κινήσεις που τηλεμετάφερθηκαν, χάρις σε άγαρμπες γροθιές, στην άκρη της σκακιέρας. Αρκετά εστεμμένοι, εξίσου, ώστε να αντικρίζουμε στην κυρτή τεθλασμένη γραμμή του ορίζοντα την φτωχή και εξαίσια ιστορία μας. Μα τώρα, καθώς το διακύβευμα άνοιγε επικίνδυνα, έτοιμοι για όλα. Πιότερο από ποτέ κοιτάμε μπροστά, βλέπουμε την άκρη, συνομιλούμε με την αθανασία. Αυτό το ικρίωμα των εσχάτων πραγμάτων. Με την διαφυγή από τον ομιχλώδη θολό της σκιερής μας πόλης κι αυτών των γελοίων αποκρουστικών ονομάτων. Έχουμε ήδη αποχωρήσει από την τετριμμένη συνθήκη αυτού του σώματος, από τους ανθρώπους που αγαπάμε ή μισούμε, με τα ταπεινά νεύρα αυτού του ξερού χωμάτινου δικτύου, και από αυτόν, τον άλλο, τον καθένα σαν κι αυτόν, αυτόν που επέμενε να κρατάει τις λέξεις μας προσκολλημένες στη γη. Ολομόναχοι, απόλυτα μόνοι, τελεσίδικα, δίχως αυτόν και κανέναν πια, αναγκαζόμαστε να πείθουμε την αιωνιότητα πως η θέση μας είναι ακέραια και κατάφωτη μέχρι τα ακροτελεύτια μυστικά της. Ο ουρανός μου βρίσκεται, αποκλειστικά, υπό την ευθύνη μου, καθιστώντας με, παρά την θέληση μου και πέραν κάθε ικανότητας, σε θεό, λυτρωτικό εκδικητικό θεό, ανά πάσα στιγμή. Σε κάθε ευκαιρία. Μια εξουσία αναβλύζουσα εκ της απώλειας κάθε πίστης. Για αυτό και μόνο ανεξάντλητης και τυφλής. Ένας βαρύς συννεφιασμένος ουρανός που μπορεί μονάχα να εξοντώσει σε ατέρμονη βροχή τα απύθμενα έγκατά του. Εναντίον όλων. Προπάντων εμού. Τελικά, ο στόχος ήμουν πάντα εγώ. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα μας.

Οι ανθρώποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε πρόσφυγες και σε τουρίστες. Σε αυτούς, δηλαδή, που τρέχουν για να σωθούν και σε αυτούς, αντίστοιχα, που στέκονται μέσα σε έναν τόπο με την ελπίδα να χαθούν. Για να ξαναβρεθούν, σίγουρα, λίγο αργότερα, στο ίδιο ακριβώς σημείο έχοντας την δυνατότητα να επαναλάβουν την διαδικασία.

Η γελοιότητα και η αυτογνωσία δεν συνυπάρχουν. Αυτός που ξέρει το πότε, το πως και το γιατί προκαλεί την θυμηδία των ακροατών του λειτουργεί ως κάτοπτρο των από κοινού ριζωμένων εκφράσεων, με οποιαδήποτε αλήθεια ή υπερβολή, η διάθεση του προκρίνει. Η γελοιοποίηση υφίσταται όταν κανείς επιζητά κάποιο κέρδος πέραν της ατομικής και συλλογικής χασούρας των νοημάτων και της επανεπινόησης των αισθήσεων. Όταν, δηλαδή, με απλά λόγια ο βασιλιάς επιμένει πως είναι ντυμένος με τα καλύτερα υφάσματα.

Μία κλεψύδρα κι ένα ζάρι. Αναποδογυρίζεις την κλεψύδρα με όσα έχουν ήδη συμβεί και πετάς το ζάρι στην πιθανότητα να συμβούν όλα αυτά ξανά και ξανά. Η κλεψύδρα κρατάει την λεπτή λευκή άμμο μέσα στα όρια μιας σημασίας, ενώ το ζάρι ξεξαρδίζεται στην έδρα του τρία με την καρδούλα του να σφυροκοπάει το άπειρο, ακριβώς όπως ο νυχτερινός ουρανός σμιλεύει τα αστέρια.

ο μπάτσος σου κρατάει το κεφάλι
ο παπάς σου πιάνει τον κώλο
κι ο έμπορος σου δένει τα χέρια
ξέρεις πως σε γαμάνε κάθε μέρα
ειδικά όταν η γλυκιά υπαρξιακή αγωνία
καθώς νυχτώνει στο μπαλκόνι Κυριακάτικα
καταμεσής Αυγούστου μετά από τριήμερο
σε κάνει να αηδιάζεις τόσο πολύ
που εύχεσαι να ξημερώσει Δευτέρα
μια ώρα αρχύτερα, πάντα Δευτέρα, μόνο

από πάντοτε αγαπούσα εκείνο το αγόρι
που μεγάλωνε
αφήνοντας πίσω του χιλιόμετρα
κακοτράχηλου δρόμου
πυροβολημένες πινακίδες
δέντρα πανύψηλα
που θροΐζουν ασταμάτητα ένα τραγούδι
από καιρό ξεχασμένο
και τώρα
εδώ, σ’ αυτή την απότομη στροφή
έμαθα πως το αγόρι αυτό είμαι εγώ
και πως αυτή η ζωή μου ανήκει
δεν είναι περίεργο;
συνεχίζω να το αγαπώ
κι ας είναι μόλις ένα ακόμη αγόρι
που μου μοιάζει στα αλήθεια τόσο πολύ

Έχω χτίσει ουρανοξύστη πάνω στα νεύρα μου. Δεκαεννιά ορόφων. Σε απόσταση το πολύ εκατό μέτρων εγώ, ξάπλα ή καθισμένος, αλλά, κυρίως, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο να επιβλέπω με τα αυτιά μου την φασαρία που σηκώνεται από την ανέγερση ενός τέτοιου μεγαθήριου. Απλά, γιατί είμαι άνεργος εκείνη την περίοδο ή λίγο ακόμη φοιτητής ή λιγάκι παραπάνω άρρωστος από συνήθως. Περνάω την μέρα μου στο σπίτι και ακούω κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια αυτού του ηχητικού εγκλήματος, μέχρι το αίμα να βράσει στις φλέβες μου και οι σκέψεις να χαθούν από το μυαλό μου και να μείνω μόνος, ολομόναχος. Εγώ και ο συρικτός μεταλλικός θόρυβος, σίδερων που σκίζονται και ξύλων που τρίβονται και κόβονται και χτυπιούνται, μηχανημάτων που γουργουρίζουν ατελείωτα, χωνεύοντας και την παραμικρή μου όρεξη για ζωή, αφήνοντας με μόνο, ολομόναχο. Να ατενίζω το βρώμικο κατεστραμμένο σμπαραλιασμένο σύμπαν μου και να σπρώχνω τα πόδια μου προς την έξοδο των δοντιών μου που τρίζουν και βλαστημούν, προς ένα δευτερόλεπτο παλιάς φυσικής σιωπής. Ούτε ένα νεύμα από μακριά. Λουλούδια που πέφτουν μες σε ένα αργό βωβό πλάνο. Σκοτάδι και μαύρη κολλητική ταινία στα μάτια και στο στόμα. Ο ουρανοξύστης των δεκαεννιά ορόφων έρημος και χορταριασμένος, μόνος, ολομόναχος. Μέσα στην απόλυτη λήθη ενός πλανήτη ήσυχου πια και ξένοιαστου από ανθρώπινη βλακεία. Ή εξυπνάδα. Από λεκέδες φωνών μες στο γλυκό αυγουστιάτικο αεράκι. Ήρεμα. Σχεδόν σιωπηλά. Μια νότα αισιοδοξίας στριφογυρνά μες στα φυλλώματα των δέντρων. Δεν είναι κανείς εκεί για να την προσβάλλει με την αγαλλίασή του.

ζωή είναι αυτό το διάστημα μεταξύ δύο μεγάλων καταστροφών, μεταξύ ζωής και θανάτου

υγ: εγώ θα πάρω το ηλιοβασίλεμα

η πατούσα μου δεν μαφήνει
τον πατερούλη μου να σκεφτώ
το πως φορούσε τακουστικό του

-καταραμένη φαγούρα
βγάζω την παντόφλα μου και ξύνομαι
πιέζοντας την φτέρνα μου
στην διχάλα της παντόφλας
του άλλου ποδιού

άι! ο καημένος ο πατέρας μου
δεν μου μιλούσε και πολύ
μπορεί και να με νοιαζόταν

-διαβολεμένη φαγούρα
στη φτέρνα την αριστερή
μυρμήγκια με κατασπαράζουν
μαλακισμένο ποίημα
χρειάζομαι τα δάχτυλά μου

Ο ήλιος με πάτησε με δύναμη στο πεζοδρόμιο. Κατάπιε τον ίσκιο μου σαν σιρόπι φράουλα.

Έκανε τόση ζέστη που όλα ανέβαιναν προς τα πάνω. Σαν προσευχές ξεχασμένων φασματικών γριών.

Σαν σελιλόιντ που καίγεται αναποδογύριζαν τα βλέφαρά μου, προσπαθώντας να γλυτώσουν από το θανατερό φως.

Κάθε που έκλεινα τα μάτια ξεφύτρωνε μια έρημος καταμεσής του μυαλού μου. Ανυπέρβλητο κιτρινο καφετί χρώμα με κόκκινες ανταύγειες σιωπηλών εκρήξεων. Καμιά διαφυγή.

Όλο μου το κορμί δεν ήταν πάρα ένα κομμάτι κρέας. Ένα πεσμένο ψίχουλο από την κοσμική ψησταριά.

Ακόμη και το φως της λάμπας με τρομοκρατούσε. Πέρναγε από μέσα μου φτάνοντας μέχρι τον πυθμένα.

Λευκό, τρομοκρατικό λευκό, ξέξασπρο, αλυσοδεμένοι στον γλωσσοδέτη του βλοσυρού ελληνικού μεσημεριού. Μαρμαρόσκονη στις φλέβες μας.

στον Α. το παιδί καύλα

Θα ζωγραφίζαμε, δεκαετία του 80′, στο 11ο Δημοτικό Σχολείο Αγρινίου. Καθόμουν μπροστά σε ένα μπλοκ ακουαρέλας και προσπαθούσα να σκεφτώ τι να σχεδιάσω. Πήρα τον μαύρο μαρκαδόρο και τράβηξα ένα μεγάλο βάζο, από αυτά με την πλατιά βάση και τον στενό λαιμό, γεμίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της σελίδας. Πήρα πάλι να σκέφτομαι πως να συνεχίσω. Αγαπούσα την κυρία μας με τον τρόπο που ένα παιδί ευγνωμονεί τους ευγενικούς ανθρώπους. Πήρα τον πράσινο μαρκαδόρο κι άρχισα να γράφω το κοτσάνι ενός λουλουδιού, που έγειρε προς τα δεξιά και άπλωσε προς τα κάτω, τελειώνοντας σε έναν κόκκινο μίσχο με κίτρινα πέταλα. Δεν ήξερα αν είναι αρκετό με τον τρόπο που ένας καλλιτέχνης ψάχνει το παιδί μέσα του. Τότε πλησίασε η κυρία μας και κοιτάζοντάς το μου αποκρίθηκε, «Γιατί, Κωστάκη μου, το λουλούδι είναι πεσμένο; Είσαι λυπημένος, αγόρι μου; Τι συνέβη;». Σχεδόν ντράπηκα ακούγοντας τα λόγια της και φανερά εκνευρισμένος αναφώνησα, «Δεν χώραγε, κυρία. Απλά, δεν χωρούσε». Με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαιρεκακίας και περιφρόνησης έμεινα να κοιτάζω τα μεγάλα γεμάτα οίκτο μάτια της καλής μου κυρίας.