το κέρδος αυτής της διαολεμένης άπνοιας
μετριέται στις σημαίες που γλείφουν τα κοντάρια τους

όλοι φοβούνται να αγαπήσουν έναν ετοιμοθάνατο
υπήρξα ετοιμοθάνατος όλη μου την ζωή

κάποιοι φοβούνται να αγαπήσουν λόγω της πεποίθησης
πως η αγάπη επιστρέφει και τι θα βρει;

μία γυναίκα με αγάπησε με όλη της την δύναμη
κι εκείνη η μία φορά που έκλαψε για την αχαριστία μου
ήταν μονάχα για να μου αποδείξει πως είναι απλά μια γυναίκα

μπόρεσα να αγαπήσω προσφέροντας
δεν είχα το σθένος για το αντίθετο

τα παιδιά μου με μαθαίνουν τι είναι αγάπη
δεν με συνδέει τίποτα μαζί τους παρά μόνο αυτή

γεμίζω γύρω μου πράγματα
αφήνω όλο και λιγότερο χώρο για κάποιον
να μου χαρίσει οτιδήποτε με οποιοδήποτε σκοπό

κι αν όντως μένει μόνο η αγάπη
τότε σίγουρα κάποιος έχει βρει τρόπο να την κλέβει
δεν εξηγείται αλλιώς

κι ένα μανταλάκι αρκεί
αν η είδηση έχει αίμα

κι όλοι ξέρουμε πως το αίμα
είναι το μόνο πράμα που μας ενώνει

όταν ξεχνάς το μπρίκι στη φωτιά
το νερό εξατμίζεται

έγινα αυτό που πάντοτε ήθελα
συνεχίστε την καλή δουλειά

πρέπει να επιμείνω
να συγκρατώ
τα γράμματα ξωπίσω μου

δεν είναι εύκολο
να βάζεις ένα τέλος
σε αυτή την άσχημη πόλη

είναι πάντα ένας φίλος που στέκεται
απέναντι
αλλά δεν είναι πάντα φίλος

έξω από το μπαλκόνι
με το ένα χέρι
κρατάει το κάγκελο
και με τ’ άλλο γνέφει χαμογελαστός

του υπόσχεσαι όλον τον κόσμο
αρκεί να τερματίσει
αυτή την ηλίθια φάρσα

και του ψιθυρίζεις με χείλη γλυκά
πήδα
πήδα
κι έρχομαι
δεν θα αργήσω, μάγκα μου

δε βιάζομαι να τελειώσω
γιατί έχω ήδη τελειώσει

δε βιάζομαι να σου πω τι νιώθω
γιατί ήδη το ξέρεις

δε βιάζομαι να επαναλάβω
την αδυσώπητη μέρα

γιατί το έχω ήδη κάνει
και θα το ξανακάνω για όσο χρειαστεί

δεν μιλάω για να πω αυτό που θέλω
μιλάω γιατί είναι όμορφο να μιλάς
όταν κάποιος είναι εκεί για να ακούσει
ή ακόμα καλύτερα όταν ψάχνεις αυτόν
που θα συνεχίσει να μιλά μετά από σένα
λέγοντας ακριβώς όλα όσα δεν πίστευες
ποτέ πως μπορούν να ειπωθούν για μας

κι αν στ’ αντίο βάζεις σιγαστήρα
όλοι θα ξέρουν πως πάνε μέρες που δεν σ’ είδα
λάμπουν κόκκινα τριαντάφυλλα στο πέτο
σπάει η καρδιά μου σ’ ανοιξιάτικο μπουκέτο

έδωσα στον ύπνο μου το τιμόνι

απλώνοντας το χέρι
από την θέση του συνοδηγού
στην αδιάλειπτη καρδιά του ονείρου

στην τελευταία άκρη του κόσμου
σε αυτή εδώ την στιγμή

πέτρες που μεταφέρουν το ποτάμι

σ’ αγαπώ

“Το ξύπνημα” – μικρού μήκος σενάριο των Λ.Κ. και Κ.Π.

ΣΚΗΝΗ 1

Κοιτάμε ένα ορεινό χωριό από ψηλά. Καμινάδες καπνίζουν. Βλέπουμε τους άδειους δρόμους του, νοτισμένους από την υγρασία του χειμώνα. Ένα σκυλί σουλατσάρει αμέριμνο. Ένα αγόρι πέντε με έξι ετών στέκεται όρθιο έξω από την είσοδο ενός σπιτιού κρατώντας ένα μακρύ λεπτό ξύλο. Δείχνει βαριεστημένο. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και μια γυναίκα με ορεινή προφορά του φωνάζει:

Γυναίκα: Τσακίσ’ έλα μέσα.

Το αγόρι πετάει το ξύλο στην άκρη του τοίχου και μπαίνει μέσα με αργά βήματα.

ΣΚΗΝΗ 2

Στο εσωτερικό ενός σπιτιού δύο γυναίκες κάθονται σε ένα τραπέζι στην κουζίνα και άλλη μια γυναίκα πλένει πιάτα και ποτήρια στον νεροχύτη. Από την αρχή της σκηνής ως και το τέλος της ακούγονται αποσπάσματα του διάλόγου τους τα οποία όμως δεν είναι συγχρονισμένα με την εικόνα. Θα παρατίθενται ανά τμήματα καθώς εξελίσσεται η σκηνή. Στο τραπέζι οι δύο γυναίκες τελειώνουν τον καφέ τους. Υπάρχει ένα αντίτυπο του βιβλίου Γουόλντεν του Χένρι Θορώ και ένα αντίτυπο του Γκαγκάν Μυτεράν του Θόδωρου Μπασιάκου. Και οι τρεις γυναίκες δείχνουν χαρούμενες.

Τρεις Γυναίκες – ηχητικό – οι φωνές αλλάζουν σε κάθε σημείο

Καλή φάση, ρε, εντάξει και στην τελική στη βάρεσε φεύγεις / άσε μωρέ και ο πολιτισμός έχει τα καλά του, δεν ξέρω, αλλά δεν τον βαριέσαι κάποια στιγμή; / για μένα πολιτισμός είναι ο Χρηστάκος μου και όχι δεν τον βαριέμαι / όλα τα βαριέται ο άνθρωπος / είπε η σοφή Ηρώ και συνέχισε τον δρόμο της / καλά, καλά γελάτε αλλά δεν σας είδα να ξεκουβαλάτε για τίποτα, σπίτι, δουλειά, Χρηστάκος, Μπίλης κι άντε καμιά βόλτα στο εξοχικό, μες στη ζωντάνια.

ΣΚΗΝΗ 3

Οι τρεις γυναίκες περιφέρονται στο σπίτι και μαζεύουν τα πράγματά τους. Μπαίνουν στο αμάξι της οικοδέσποινας και κατευθύνονται προς τον προαστιακό σταθμό. Είναι σούρουπο. Γελάνε και δείχνουν χαλαρές. Ένας τσοπάνης που τις κοιτάει επίμονα τις κάνει να σαστίσουν αλλά λένε κάποιο αστείο και γελάνε. Τις βλέπουμε μέχρι και τον αποχαιρετισμό τους στον προαστιακό. Η γυναίκα μπαίνει ξανά στο αμάξι της και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι.

Τρεις γυναίκες – ηχητικό – οι φωνές αλλάζουν μετά από κάθε σημείο

πάλι πίσω / πιο πίσω δεν έχει / θα ξαναρθείτε, μωρέ, όποτε θέλετε / γιατί εσύ εδώ θα την βγάλεις, παρέα με τους λύκους; / όχι ρε, σε λίγες μέρες θα γυρίσω κι εγώ / γιατί κάποιος να μείνει μόνος του εδώ; / για ησυχία; / για γαλήνη; / ξεκολλάτε ρε, θα τελειώσω κάτι εργασίες που χρωστάω, θα δω/ ναι, καλά, ου / μωρή ανώμαλη μπας και βρήκες κανέναν εδώ; / σαν αυτόν, τι είναι αυτός; / πω πω / ο τύπος είναι φεύγα / χαχαχαχα / γελάνε κι οι τρεις / νομίζει ότι είμαστε μάγισσες / τι θα κάνεις, τώρα, πες αλήθεια / θα πάρω lsd / χαχαχαχα /  γελάνε κι οι τρεις / θα τα πούμε / ναι, στείλε κάνα μήνυμα / έλα γειά.

ΣΚΗΝΗ 4

Η γυναίκα οδηγάει βουβά. Τώρα δείχνει πιο συγκρατημένη. Ανοίγει το ράδιο και πέφτει σε τοπική διαφήμιση για κρεοπωλείο. Ακούει λιγάκι και το κλείνει απότομα. Έχει βραδιάσει. Σταματά στο μίνι μάρκετ ενός προηγούμενου χωριού. Μπαίνει ράθυμα στο κατάστημα και περιεργάζεται τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα είδη στους μικρούς διαδρόμους με ιδιαίτερη περιέργεια. Ακούγεται ο υπάλληλος, ένας νεαρός άντρας.

Υπάλληλος: Θέλετε να σας βοηθήσω;

Γυναίκα: Όχι

Παίρνει ένα μικρό καλάθι και βάζει μέσα σοκολάτες, γαριδάκια, μακαρόνια, μία οδοντόκρεμα, ξηρούς καρπούς, ένα ουίσκι. Πηγαίνει στο ταμείο. Ο υπάλληλος αρχίζει να χτυπά τα αγαθά στην ταμειακή.

Υπάλληλος: Ζείτε επικίνδυνα, βλέπω.

Γυναίκα: Ναι, σας ευχαριστώ. Κάνω ότι μπορώ.

Παίρνει την σακούλα μπαίνει στο αμάξι και φεύγει. Την βλέπουμε να οδηγεί νύχτα. Δείχνει απογοητευμένη. Σε μια διχάλα υπάρχει πινακίδα προς τα δεξιά για το χωριό τάδε κι αυτή στρίβει αριστερά. Συνεχίζει να οδηγεί. Σε λίγο βρίσκεται πάλι σε μια διχάλα και πάλι παίρνει τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που δείχνει η πινακίδα. Βλέπουμε την πινακίδα φευγαλέα. Μοιάζει κι η ίδια να απορεί με την επιλογή της. Συνεχίζει να οδηγεί αλλά τώρα έχει αρχίσει να δείχνει αναστατωμένη. Σε λίγο φτάνει σε έναν χωματόδρομο. Κοντοστέκεται και δείχνει αναποφάσιστη. Κλείνει τα μάτια, πατάει γκάζι, μπαίνει στον χωματόδρομο κι αμέσως τα ανοίγει ενώ ταυτόχρονα χαμογελάει σαν παιδί. Οδηγεί με αναταράξεις. Το αμάξι είναι ένα μικρό τζιπάκι. Έχει απόλυτο σκοτάδι και δεξιά αριστερά έχει δέντρα και πυκνή βλάστηση. Αρχίζει να τραγουδά ακατάληπτους δικούς της στίχους σε ρυθμό ραπ.

Γυναίκα: Λαλαλα, όλα πάνε μια χαρά, κοίτα πως σπινιάρω, στο σκοτάδι… πατινάρω, είμαι και η πρώτη, είμαι και καρότη..

Ο δρόμος γίνεται κακοτράχαλος. Σταματάει σε ένα μικρό πλάτωμα. Έξω είναι πήχτρα σκοτάδι. Δείχνει τρομοκρατημένη για μια στιγμή. Παίρνει μια σοκολάτα από την σακούλα. Την ανοίγει, τρώει μια δαγκωνιά και την πετάει στο κάθισμα. Καθώς τρώει την μπουκιά, προσπαθεί να αφήσει ένα δάκρυ να κυλήσει αλλά δεν τα καταφέρνει. Προσπαθεί ξανά μορφάζοντας αλλά και πάλι επανέρχεται σε μια απαθής έκφραση. Χτυπάει μπουνιά το τιμόνι. Τα λεπτά περνάνε και παραμένει εκεί βουβή. Κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου. Ο κρύος βραδινός αέρας την αναζωογονεί. Με σφιγμένα δόντια ανοίγει την πόρτα και βγαίνει. Ψάχνει το κινητό, ανάβει το φακό και φωτίζει τριγύρω. Τρομοκρατείται και ψελλίζει.

Γυναίκα: Μαμά…

Σβήνει τον φακό του κινητού. Συνηθίζει το σκοτάδι κι αρχίζει να βαδίζει σιγά σιγά. Φτάνει τα πρώτα δέντρα. Τα ακουμπά και στηρίζεται πάνω τους. Θέλει να μπει στο δάσος. Κάνει δειλά βήματα στο σκοτάδι. Δεν βλέπει σχεδόν τίποτα και το ίδιο και εμείς σαν θεατές. Ακούμε τα βήματα της χάρις στα ξερά κλαδιά και το χώμα. Ξαφνικά βγάζει κάτι σαν επιφώνημα παγωμένο, σαν προσευχή, λιγάκι ηδονικό, λιγάκι απόκοσμο.

Γυναίκα: Αααααααααααααα.

Ακούμε την ανάσα της. Το επαναλαμβανόμενο μουρμουρητό μιας μελωδίας. Κοιτάμε το δάσος από ψηλά. Τα σύννεφα. Ξημερώνει. Βλέπουμε το αμάξι. Κάθεται στην πόρτα με τα πόδια έξω και καπνίζει ένα στριφτό τσιγάρο. Είναι αναμαλλιασμένη και ταλαιπωρημένη αλλά φαίνεται ικανοποιημένη. Πλήρης. Κοιτάει γύρω της και αφουγκράζεται την μέρα που ξεκινάει. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει και με ήρεμη και σταθερή φωνή λέει:

Γυναίκα: Καλημέρα.

λίγο ποιητής, πολύ μαλάκας
καταφέρνω να επιβιώνω

οι άνθρωποι με ανάγκασαν
να αντέχω τον εαυτό μου

κάποιες σπάνιες φορές
εκτιμώ το πόσο δειλός είμαι

πάνε προς την ιστορία
από την άλλη εγώ

στην απόσταση μεταξύ μας
ανθίζουν τα πουλιά
και τα λουλούδια κελαηδάνε

κάποιες φορές πράγματι
αυτό είναι ότι ζητώ

κάθε μου ποίημα κρατάει
για ένα βράδυ περίπου

μετά θα πρέπει να σηκωθώ
και να βρω νέα βάσανα

έναν στίχο αντάξιο
να δώσει στην μέρα

το τελειωτικό χτύπημα
μέχρι την επόμενη περιστροφή

46 χλμ για την Ανταρκτική

απ το μαχαίρι προτιμώ την στροφή
από το ξίγκι την βούτα

από τον ήλιο προτιμάω τα κέρατα
από το σπίτι την πόρτα

απ το σιφόνι τις λέξεις προτιμώ
κι απ την αλεπού την σκιά της σαν τρέμει

από το σύννεφο προτιμώ την υπόσχεση
από το άνθος την ρίζα

από τα κάγκελα προτιμάω την άνοιξη
κι από την τρέλα εμένα προτιμώ

από τους φίλους μου την σιωπή προτιμώ
την αδήλωτη, πως ταξιδεύει
κι από τα στήθη σου προτιμάω τον φόνο

από τους ανθρώπους δεν προτιμάω τίποτα
απολύτως
κι έτσι όπως είναι μου αρκούν

Η τρελά είναι αυτό το χαλί κάτω από το οποίο χωράνε όλα τα τέρατα. Κυρίως εσείς.

Όλη μου την ζωή κάποιος μου πετάει πέτρες από απέναντι. Ποτέ δεν σκέφτηκα να τον ρωτήσω το όνομά του.

Η γραφή είναι ένα υπέροχο ταξίδι ομορφιάς. Καταδικασμένο να αποτυγχάνει ολοένα και καλύτερα.

Προσεύχομαι σε έναν θεό της φαντασίας μου να μην υπάρξει ποτέ.

Πίσω από έναν μεγάλο άντρα κρύβεται ένα πλυντήριο. Μιλάμε για έναν πραγματικά μεγάλο άντρα.

Εσύ ο εξεταστής, εσύ το θέμα, εγώ η απάντηση.

Πάντα απευθυνόμουν σε ψυχίατρους. Δεν ήθελα να αποφύγω την ζωή. Ήθελα απλά να αντέξω.

Αν έχει ηχώ είσαι πηγάδι. Κι αν είσαι πηγάδι γάματα.

Άραγε η απογοήτευσή μου όταν σας παρατηρώ να προσπαθείτε να γίνετε γοητευτικοί είναι κι αυτή κάποια μορφή γοητείας;

Επιτέλους, νοιώθω τελείως μαλάκας. Είμαι λεύτερος.

Χάνοντας έναν έναν τους φίλους μου έχω την ευκαιρία να ξαναρχίσω την ζωή μου.

Πάντα να βασίζεσαι σε όσα δε λένε. Αυτά περιμένουν από σένα.

Εάν αποσυντεθώ στο τέλος θα απομείνει μια απορία, ένα ξύσιμο και μια κλανιά. Πραγματικά, τι νόημα έχει να με ξαναφτιάξει κανείς.

Σήμερα στο νοσοκομείο φορούσα μια κόκκινη μπλούζα με ένα κίτρινο σφυροδρέπανο στο στήθος. Με κοιτούσαν, κι άλλοι απορούσαν κι άλλοι μειδίαζαν σαρκαστικά. Κάποια στιγμή στη μέση της θεραπείας σηκώθηκα για τουαλέτα. Στον διάδρομο ένας γέρος, πολύ γέρος, ξερακιανός και ταλαιπωρημένος, ίσα που βαστιόνταν όρθιος ο άνθρωπος, γούρλωσε τα μάτια του ξαφνιασμένος. Τρίζοντας χιλιάδες σκουριασμένες φλέβες μού φώναξε σιγανά, η τέταρτη, σωστά; η τέταρτη διεθνής, ναι; Κρεμιόταν ικετευτικά από το στόμα μου. Ανίκανος να δείξω κάποιο οποιοδήποτε συναίσθημα από την μαστούρα που κουβάλαγα απάνω μου αρκέστηκα σε ένα αμυδρό, ναι, παππού. Η τέταρτη. Συνεχίζουμε, αναφώνησε, ανταποδίδοντας την απάντησή μου εμφανώς συγκινημένος, με μια τρεμουλιαστή φωνή που δίπλωνε το νερό. Τράβηξα προς την τουαλέτα κι αυτός προς την μόνη πλευρά της ιστορίας.

πράσινοι παπαγάλοι κάθονται
στο περβάζι του παράθυρου

οι ασθενείς περιμένουν
την σειρά τους για θεραπεία

κουνάνε το κεφάλι τους πέρα δώθε
ανοίγουν φτερά και πετάνε

κοιτάνε ευθεία πέρα από την πόλη
κλείνουν τα μάτια κι εξαφανίζονται

έχουνε όλοι επιστρέψει

η Φρόσω, ο Γιάννης, ο Αλέξανδρος
οι άνθρωποι που δεν με αγάπησαν
και δεν με γνώρισαν ποτέ
σε τούτη εδώ την ηλιόφωτη πόλη

επέστρεψαν για να πάρουν πίσω
την αγάπη τους

όλα τα πικρά βήματα
από τα Ιλίσια μέχρι το Γκάζι
αναζητώντας τους

τα ολονύχτια σχέδια απόδρασης
προς το νησί
στη μέση του δωματίου

τα τραγούδια που σκάρωνα
για να τους αποκοιμίζω γλυκά
βαθιά μέσα στον αχανή ακάλυπτο

ήρθε ο καιρός να πάρουν πίσω
την αγάπη
που ποτέ δεν μοιραστήκαμε

ήρθε ο καιρός να πιστέψω
την μοναξιά μου
ως το πραγματικό δώρο αυτής της ζωής

και να το επιστρέψω με τιμή
προς όλους εσάς
που μου δώσατε την ευκαιρία
να το κάνω δικό μου

ευχαριστούμε, Αθήνα
ευχαριστούμε, Ελλάδα

στον Νίκο Σφαμένο

το να αφιερώνεις ποιήματα
σε ανθρώπους
που δεν έχεις πότε συναντήσει
είναι παρόμοιο
με το να κλείνεις τα μάτια
πάνω από τα σύννεφα

ξέρεις πως ότι κι αν συμβεί
έχουμε ήδη καταφέρει πάρα πολλά

στον Δ. Τρωαδίτη

σταγόνα σταγόνα
από τη μία άκρη της γης
στην άλλη
πάνω στην γλώσσα μου

απόδειξη
για τον καθένα σας
πως τα σύννεφα ταξιδεύουν

-μόλις πέρασα το σελαγιάρ

στον σαμσών

κατέβαινα την Σόλωνος δακρύζοντας
βέβαιος πως δεν θα φτάσω ποτέ
να γίνω ο άνθρωπος που είμαι τώρα

κάθομαι στο σαλόνι μου βουβός
αμφιβάλλοντας για το αν πράγματι υπήρξε
εκείνο το παιδί που ήμουν κάποτε

μπορώ να σου κάνω έναν καφέ
αν θες να περάσεις μια βόλτα από το σπίτι

τον πόλεμο να τερματίσω δεν μπορώ
την επανάσταση δεν θα την ξεκινήσω
στην τελευταία πορεία δεν κατέβηκα
έχω σταματήσει από καιρό να φωνάζω

αν θες να περάσεις μια βόλτα από το σπίτι
μπορώ να σου κάνω έναν καφέ

να τα πούμε
όπως συνηθίζουν να κάνουν οι ανθρώποι

κάποιος ξαφνιάστηκε
με το λουλούδι
που μου χάρισε η μάνα μου

ένα τρυφερό
κίτρινο τριαντάφυλλο

δεν ήξερε
πως το λουλούδι αυτό
είναι η καρδιά της

ούτε πως μου το έχει προσφέρει
αμέτρητες φορές κι άλλες τόσες

ούτε πως σχεδόν κάθε φορά
το έσφιγγα στη γροθιά μου
για να μετρήσω την αγάπη της

ούτε πως πάντοτε αυτή ήταν αρκετή
για να ανοίξω την παλάμη μου
και να βρω μέσα το φιλί της

αυτός ο καθένας
είδε απλά τη μάνα μου
να μου προσφέρει ένα λουλούδι

ένα τρυφερό
κίτρινο τριαντάφυλλο

κι είδε εμένα
να το κρατώ απαλά
και να της χαμογελάω με ευγνωμοσύνη

οι καλαμιές λυγάνε
λευκό σύννεφο
στον ορίζοντα τρέχει

αχνό σπουργιτάκι
στο δέντρο βουτάς
να θρέψεις τον κόσμο

γκιόνη μου, γκιόν’
κανείς δεν γυρνά
πίσω απ’ τ’ άδικο

η σειρήνα δεν σταματάει
το ψιλόβροχο
νοτίζει τα βλέφαρα
θα ζεις μέχρι να πεθάνεις
θα ζεις μόνος

για το δωμάτιο 20

Στο σχολείο σήμερα μίλησαν για τις εφημερίδες. Μου ζήτησε να του πάρω μία με το που μπήκε στο αμάξι. Σταματήσαμε στο περίπτερο της Φιλελλήνων. Σκέφτηκα να τον αφήσω να πάει μόνος του αλλά φοβήθηκα τι θα αγόραζε. Πήγα μαζί του για να φοβηθώ κι εγώ. Από την τοπική Συνείδηση μέχρι τα πρωτευουσιάνικα πρωτοσέλιδα το ίδιο παντού παραμύθι. Πατρίς, θρησκεία κι η κωλάρα τους. Μπίζνες και μόνο μπίζνες. Πήρα το Ποντίκι εκεί κάτω απο τα άλλα μυρηκαστικά γιατί του άρεσαν τα συννεφάκια. Είχα να το πάρω από όταν ακόμα ταξιδεύαμε στα νησιά. Ανώφελες νεφέλες δίχως στάλα νερό. Στο editorial φλέρταρε τον Κυριάκο με πασοκική χάρη. Διαφημίζοντας την ψόφια λίμπιντο του Αλέξη στο χέρι της Παρθένου. Το πένθος είναι η ραχοκοκαλιά των εθνικών μας ονειρώξεων. Κοιτάζε τους Αμερικανούς φαντάρους στο σαλόνι. Αστραφτεροί και καλογυαλισμένοι σε μπλε γαλάζιο ουρανό. Θανατολαγνικά playmobil. Μπαμπά, μου λέει, αυτοι δεν σταματάνε ποτέ να φτιάχνουνε τανκς.

ο οίκτος για τον πατέρα μου
αυτός που έκανε την εξουσία του
να μοιάζει ως προέκταση της αναπηρίας του

η μύτη μου συνέχεια μπουκωμένη και υγρή
ο λυγμός στα μάτια του γιου μου
πως η αγάπη μας είναι υπεράνω κάθε νόμου

το βραδινό μου ψίχουλο
για δυο μέρες
αρνήθηκα

η βρύση άνοιξε ποτάμι
ψηλά
στη γαλαξιακή οδό

ο άνισος τρόμος
ένας πόνος
αυθύπαρκτος

το σώμα

να το πάρετε
ελάτε
μακριά μου

σταματήστε τον πόλεμο
καμιά εμπλοκή στον πόλεμο
όχι οπλίτες κάτω των 12
οι μηχανές δεν έχουν στρατόπεδο

30 χρόνια κομμάτια
και στο live απόψε δεν ήρθε κανείς
σύντομα θα ξεχαστώ
σε κάποια κωλότσεπη
σαν δελτίο που προορίζονταν
να χάσει τα πάντα και να χαθεί
στον θάλαμο
με το happy songs στα αυτιά
το σύνθημα μοναξιά
στο σκοτάδι
έχω ένα γιό
που με κοιτάει στα μάτια
ρωτώντας με να του πω
αν είναι ωραία στα σύννεφα
κι αν θα τον αγαπώ για πάντα
κι εγώ τον αφήνω
να πέσει
να ανοίξει τα χέρια
να ταΐσει την σκόνη
στο περβάζι με τα ποιήματα
να τρέξει μακριά να σωθεί
να μην θυμάται
πόσο αγάπησα
αυτή την απελπιστική ώρα
που όλοι προσπάθησαν να ψελλίσουν
ένα οποιοδήποτε φωνήεν
χτυπώντας με δύναμη
στον ήλιο
καίγοντας ολοσχερώς
και την παραμικρή θύμηση μας

#σώστετονασπροπόταμο
#σώστετοναχελώο
#σώστεταβουνά
#σώστετιςθάλασσες
#σώστετονπλανήτη
ανεβείτε μέχρι την ταράτσα
και #δώστεένατέλος
σε αυτή την κακόγουστη φάρσα
ή ακόμα καλύτερα
#πιέστετουςηγέτεςσας
να κερδίσουν αυτό το δικαίωμα

Θα ήμουν και πάλι τετάρτη πέμπτη δημοτικού. Θα ήταν και πάλι καλοκαίρι αιώνιο ακατάπαυστο στην μικρή Αλθαίας κι εγώ θα ανακάλυπτα με δειλά και προσεκτικά βήματα τις παράπλευρες οδούς, τον κόσμο που μεγαλώνει κι είναι ήδη μεγάλος μέχρι τα μισά της Μεσολογγίου, μέχρι τα πίσω ράφια του Τουρλίδα, μέχρι το απύθμενο σκοτάδι των ετοιμόρροπων παραθύρων των σφαγείων. Η σιωπή που με συντρόφευε από παιδί αναζητούσε τρόπο να παύσει και να γίνει κάτι πιο μικρό, πιο ανθρώπινο. Να μοιάσει στα άλλα μεγαλύτερα αγόρια, όπως κατέβαιναν με σούζα τις πλάτες των κοριτσιών, στον πατέρα που μας σκίαζε με την τρεμάμενη βουβή του φιγούρα, στους άντρες που χτυπώντας τα σίδερα πάνω στις γλώσσες τους ξεκίναγαν την μέρα τους στο μαγαζί κάτω από το σπίτι, θάβοντας, σταυρώνοντας κι ανασταίνοντας θεούς, αφεντικά και φίλους. Είχα ήδη ζωγραφίσει τις πλάκες των πεζοδρομιών αμέτρητες φορές κι είχα ήδη μετρήσει μέχρι τα μισά του απείρου κι όμως ήμουν ακόμη ένα μικρό ανέκφραστο παιδί. Δεν θυμάμαι με ποιον έπαιζα τις τάπες των μπουκαλιών που συναγωνίζονταν στον δρόμο των ισόγειων περβαζιών αλλά δίχως να το καταλάβω βρέθηκα να κρατάω έναν μεγάλο μπλε μαρκαδόρο. Δίχως να το προσπαθήσω και με χαμόγελο ειλικρινούς κι αβίαστου αστείου έγραψα με καθαρά κι ωραία κεφαλαία γράμματα στο λευκό μάρμαρο του μεγάλου παραθύρου, “είστε μαλάκες”. Συνέχιζα να παίζω δίχως τίποτα να μετράω και δίχως τίποτα να ζητώ. Βράδιασε κι ανέβηκα σπίτι. Το άλλο πρωί με ξύπνησε με φωνές η μάνα μου. Ο πατέρας στεκόταν ορθός μπροστά μου. Τους ντρόπιασα. Παραδόξως, αυτή τη φορά δεν προχώρησαν σε άλλες μεθόδους υπεράσπισης του οικογενειακού δικαίου αλλά με άφησαν να βράζω στις τύψεις μου. Στενοχωρήθηκα είναι η αλήθεια. Δίχως να καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί. Έκατσα μέσα όλη την μέρα προσπαθώντας να σκεφτώ ποιο είναι το σωστό πράγμα να γίνει από δω και πέρα. Το μεσημέρι μου ζήτησαν να κατεβώ και με πανί και ajax να σβήσω τις βρισιές. Έτριβα για ώρα αλλά ο μαρκαδόρος ήταν ανένδοτος. Γύρισα σπίτι και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Το άλλο πρωί τους ανακοίνωσα πως θα μείνω μέσα στο παιδικό δωμάτιο για μία ολόκληρη εβδομάδα. Δεν θα κατέβω να παίξω με κανένα παιδί μέχρι το τέλος των επτά ημερών. Μόνο σε περίπτωση ρητής τους εντολής και αποκλειστικά για δουλειά του σπιτιού θα έβγαινα από το δωμάτιο. Κι έτσι έγινε. Οι μέρες πέρασαν και μαζί τους κάμποσα χρόνια από τότε. Βρίσκομαι πάλι αυτοεξόριστος στο παιδικό μου δωμάτιο. Δεν έβρισα, ούτε έκλεψα, ούτε κακολόγησα και δεν νομίζω πως έχω πει κάποιο ψέμα. Αλλά είμαι μαλάκας. Αυτή τη φορά ο μαλάκας είμαι εγώ. Το γράφουν όλα τα μαρμάρινα περβάζια των γειτονιών της πόλης. Για αυτό μου αξίζει να παραμείνω κλεισμένος μέχρι το υπόλοιπο της εβδομάδας, τουλάχιστον. Κι ας ελπίσουμε να μην είναι πολύ μεγάλη. Ελπίζω αυτό να σας ευχαριστήσει και να μειώσει την ντροπή. Ίσως, προλάβουμε να τα ξαναπούμε πριν τελειώσει κι αυτό το καλοκαίρι.

για τον Νίκο

Πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο
για να νιώσουμε ζωντανοί.
Ξεχνάμε πως η σύγκρουση πονάει.
Κι ύστερα φεύγουμε μακριά
για να πιστέψουμε πως αντέχουμε.
Ξεχνάμε πως η απόσταση
ποτέ της δεν μικραίνει
κι είναι η αγάπη ο μόνος τρόπος
για να την ξεγελάμε,
ακόμη κι αν όλοι ξέρουν
πως αυτό είναι ένα παραμύθι
που λέμε στα αστέρια για να κοιμηθούν.
Κι ο μόνος του εργάζεται αδιάκοπα
για το τελευταίο χτύπημα,
για την χαώδης απόσταση
που βράζει κάτω από τα πόδια του.
Αγαπώντας τους ανθρώπους
κι αποχαιρετώντας τους για πάντα μετά.

μπορείς πάντα να μάθεις τι έγινε
αρκεί να ρωτήσεις τη μουσική
και να σαι έτοιμος να ξεχάσεις ποιος είσαι

η επιστροφή είναι πάντα πιο γρήγορη
ακόμη κι αν σπίτι λέγεται η ευκαιρία
να μείνεις μόνος με το στόμα κλειστό
ψάρι που γλιστρά μες στο κοσμικό κενό

δεν υπάρχει καμιά βελτίωση
στα παράθυρα
των απέναντι πολυκατοικιών

φέγγουν για λίγο
και μετά χάνονται

το ίδιο κάνω κι εγώ

έχεις καρδιά;
έχω καρδιά
βρέχει;

έχεις καρδιά;
έχω καρδιά
βρέχει;

έχεις καρδιά;
έχω καρδιά
βρέχει;

στο ίδιο σημείο από όπου
ξεκίνησα
προσπαθώντας να αποδείξω
πως είμαι ελέφαντας
μες στο μικρό μας δωματιάκι
και πως κανένας δεν το ομολογεί

Ψυχιατρεία, μαγαζιά
κλινικές, στρατώνες.
Συγγενείς, φίλους
και γνωστούς.
Αυτή τη σιχαμερή πόλη.

δεν υπερασπίστηκα ποτέ τον εαυτό μου
πέφτω
και συνεχίζω να πέφτω
σαν σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

έχω τελειώσει με τον κόσμο
μέχρι τις 9:00
τα παιδιά κοιμούνται
τα νέα αποχωρούν
το ίδιο βαριεστημένα
όσο ήρθαν
αφήνοντας
την αντανάκλασή μου
στο σκοτεινό παράθυρο
να αλλάζει τον τρόπο
που κατανοώ τον εαυτό μου
περιμένοντας να φανεί η γυναίκα μου
να αναγνωρίσω στο πρόσωπό της
τον ερχομό της αυριανής μέρας
και να πέσω για ύπνο
το ίδιο παραδομένος
όσο ξύπνησα

Θα πρόσθετα χαρές,
δεν θα αφαιρούσα λύπες.
Θα έσκυβα γονυπετής στα πόδια της
χίλιες φορές ακόμη
και θα ακόνιζα με τα δόντια
την λαιμητόμο που κρέμεται
πάνω από το κεφάλι μου.
Θα δούλευα περισσότερο.
Μέχρι τελικής πτώσεως θα έχτιζα
τούτη την μικρή στιγμή
με το κρασάκι μου στο γυαλί
και τον φίλο
που κουνάει στοργικά το κεφάλι.
Θα αναζητούσα την αδικία
σαν τρελός, φτωχός, κατεστραμμένος
για να την ξεπληρώσω με όλη μου την αγάπη.

Θα παρέμενα βουβός, με την γλώσσα πλατιά
στις στάλες της βροχής.
Όλοι κατευθυνόμαστε προς το ίδιο σύννεφο.

Κάποιοι πέφτουν σαν καλοκαιρινή βροχή.


Κάποιοι πέφτουν
με τα πόδια τους στον αέρα.
Κάποιοι είναι αυτό το κύμα
που επιστρέφει ξανά και ξανά.
Τι χαρά να βρίσκομαι εδώ,
σε αυτό το κομμάτι γης
και να σας ευγνωμονώ με όλη μου την καρδιά.

όταν στάθηκα
πάνω απ το χείλος της αβύσσου
ο Νίκος μου χαμογέλασε απαλά
και μου πε πως μαγαπά

αν κι ήξερε πως αν πέσω
θα πάρω μαζί μου
την γλυκιά του την ευχή
αυτός τόλμησε να μου την προσφέρει

για αυτό και μόνο
είναι ο πιο θαρραλέος όλων μας
για αυτό και μόνο
απολαμβάνει τόσο το βήμα μου
προς τα πίσω
ίσως λίγο περισσότερο
από όσο κι ο ίδιος μπορώ

ευτυχία είναι
να μπορείς να εξαφανισθείς
μια για πάντα
και τίποτα να μην αλλάξει

όλοι να συνεχίσουν την ζωή
όχι σαν να φυγες
αλλά σαν να μην υπήρξες ποτέ

κι επειδή αυτό δεν αληθεύει
ακριβώς σαν να φτάνεις το επόμενο λεπτό
και κάθε στιγμή πιο πέρα

μην εμπιστεύεσαι κανέναν
coco χασίς
μία καρδούλα χοροπηδάει όλο χαρά
ξώφαλτση ιαχή
ακόμη το πρόσωπο στον τοίχο
κι αυτό το γαμημένο πιγκάλ
κολλημένο στα άντερα τούτης της πόλης

το στομάχι μου είναι συνεχώς σφιγμένο
όπως όταν χάνεις απότομα ύψος
όταν πλησιάζεις με φόρα το έδαφος

όλα είναι τόσο εύκολα πια
7 η ώρα κι είμαι σκόρπια κομμάτια
ένας ολόκληρος κόσμος
δεν περιμένει τίποτα από μένα ξανά
κι εγώ είμαι έτοιμος να κρατήσω τα πάντα
για τον εαυτό μου

του χαϊδεύω το κεφάλι και λυπάμαι 
για όσα μου έχουνε συμβεί 
δεν είμαι βέβαιος αν με αναγνωρίζει 
αλλά έτσι κι αλλιώς 
αυτό δεν είχε ποτέ σημασία

είναι ένα θαύμα 
αυτή η κρύα Παρασκευή 
μόνος στο σαλονάκι μου

είναι ένα θαύμα 
που κανείς δεν θα πιστέψει 
ευτυχώς

σαν να μην υπάρχω
όλοι ελπίζουν πως αύριο είναι Παρασκευή
ο γίγαντας διαβάζει το βιβλίο του
η Μάρω τρώει μια λιχουδιά
κανείς δεν ξέρει πού πήγα
κανείς δεν ρωτάει αν έφτασα
όλοι ελπίζουν πως αύριο η Παρασκευή
θα οδηγήσει στο Σαββατοκύριακο
κάποιος θα κοιτάξει το ρολόι και θα δει
πως θέλει ακόμα μία ώρα για να γίνει 9:00
κάποιος άλλος με την σειρά του
θα εξασκείται στην δική του απουσία
θα σκεφτεί ξανά πώς ίσως ήρθε ο καιρός
να αδειάσει την βιβλιοθήκη
η ιστορία έχει γραφτεί
σαν να μην υπάρχω
όχι ακριβώς σαν να μην υπήρχα ποτέ
αλλά σύντομα
μες στα κατάμαυρα βλέφαρα
αυτού του απέραντου κενού

Θυμάμαι τον παππού μου σκεπασμένο μες στα βαριά του τσόλια, το κεφάλι κρυμμένο μέχρι ψηλά προς τη μεριά του μικρού ξύλινου παραθύρου, όλο το χειμώνα, χρόνια ολόκληρα, χωρίς σημασία καμιά για το ποιος έμπαινε ποιος έβγαινε από το υγρό κατώι, ακίνητος σαν ξεβρασμένο κήτος πάνω στο ντιβάνι. Θυμάμαι χαιρότανε όποτε πέρναγα κάνα μάθημα και φώναζε ζήτω δυνατά μέσα από το ακουστικό. Κι ύστερα κουκουλώνονταν και πάλι μέχρι τα αυτιά και σώπαινε. Τώρα ξέρω πως δεν κοιμότανε. Είχε κλειστά τα μάτια μα δεν αφήνονταν στο κύμα. Ταξίδευε ολοταχώς προς τα πίσω μες στο φουρτουνιασμένο του μυαλό. Αναζητούσε την πηγή με το αθάνατο νερό. Το φιλί της ή ποιος ξέρει τι; Το ίδιο του το φάντασμα; Δεν ήταν χαζός. Ήταν απλά πολύ κουρασμένος για να πιστεύει σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τα παραμύθια που πλέκει ο χρόνος σε όποιον βλέπει στη ροή της άμμου που πέφτει το ποτάμι που θα τον ξεβράσει ως την θάλασσα.

τόση φασαρία
άνθρωποι διαφημίσεις
και συ τάντερα
που πάνω τους προβάλλεται το έργο
εγκαταλείπω την αίθουσα
μαθαίνω να μην απαντάω
στην σιωπή μου
μία μέρα πριν τελειώσει ο χρόνος
πάντα μια μέρα πριν

στην παιδική χαρά τα παιδιά άλλαξαν
ο Νικόλας διαβάζει στο δωμάτιό του
πάλι φτάνει ένα ποίημα για σήμερα
η Μάρω παίζει με τα πεσμένα φύλλα
στην παιδική χαρά οι γονείς άλλαξαν
κάνα δυο παλιοί χαμογελάμε συνωμοτικά

Δισεκατομμύρια δώρα βγήκαν σήμερα έξω από το κουτάκι τους
Δισεκατομμύρια άνθρωποι για άλλη μια φορά δεν είχαν την ίδια τύχη

Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη τεχνική
για να δηλώσεις ένοχος
Παραμένεις ο εαυτός σου
όταν δεν βλέπεις τίποτα γύρω σου
Λίγο παραπάνω με 120 χλμ την ώρα
Λίγο περισσότερο όταν ο ασθενής
επιζεί του αστείου
Δεχόμαστε την αλήθεια μονάχα
όταν αυτή κρέμεται πάνω από το κεφάλι μας
σαν σιωπή ή σαν υπόσχεση αυτής
Κάποιος βάζει τα λουλούδια στο βάζο
Κάποια επιστρέφει μες στη νύχτα
στο σπίτι δίπλα στο δάσος
Κανένας δεν θυμάται από που ξεκίνησε
όλο αυτό
Όλοι προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν
το πως θα τελειώσει
Πολύ λίγος χρόνος για τόση βλακεία
Πάρα πολλά χέρια δείχνουν προς την ίδια
κατεύθυνση
Τρεις φιγούρες καταπίνουν κουτάλι
κουτάλι την παγωμένη λίμνη
Οι δυο αρρώστησαν κι ο άλλος ξεκίνησε
να σκάβει
Να χωρέσει το μυστικό
Το πιο συχνό λάθος
Την φτηνή λύση
Το ασήκωτο βάρος στην πλάτη του εργάτη
Τα τεμπέλικα χέρια του διαβόλου
Την ζωή που χτυπάει στις μπάρες
και πετάγεται ως το φεγγάρι
Μία στιγμή υπέρλαμπρου παρόντος
πριν όλες αυτές οι άχρηστες λέξεις
μας καταπιούν
Αμετανόητα δειλοί
Δεν θα υπάρξω ποτέ ξανά τόσο νέος
Ας ευχηθώ στην υγειά μου
Και στην δική σας
Έχω μεγαλώσει ήδη αρκετά
για να ελπίζω σε κάτι καλύτερο

Κοιτώ χαμηλά ουρανό ακούω
πάνω στα πεζοδρόμια
η αναπνοή του
στα ατσάλινα κύματα της λίμνης
το παρήγορο βουητό
Την φωνή του πατέρα μου σαν μιμείται
όπως εκλιπαρεί για τον θάνατό του
μες στα κλινοσκεπάσματα
Της μάνας μου την προσταγή
να παραμείνω ζωντανός· πάση θυσία
Κι άλλοτε του φίλου μου λαλιά
σκορπάει ψηλά
στης Κύρα Βγένας το αφράτο χιόνι
Να ψηθεί ο καημός στα σύγκρεμα
να στάξει η πίκρα κι ο θυμός
να λαγαρίσει ο νους μου
Κοιτώ πάντοτε χαμηλά βαθιά
και πάλι προς τα μέσα
Ουρανό να ακούω
Η άφιξη μαζί κι ο μισεμός μου
Τυφλά υπακούοντας
την βαριά απόρθητη σιωπή του

είναι κουραστικό να έχεις
πάντα άδικο
αλλά είναι προτιμότερο
απ το να υπερασπίζεσαι
τον τρόπο που η Κυριακή
γίνεται Δευτέρα
ή η Δευτέρα
αυτή η αβίαστη επιμονή σου
να αφήνεις
όλους τους μαλάκες
να κυβερνούν τον κόσμο
και την ζωή σου
αχ! η ζωούλα μου
έτσι απλά χωρίς νόημα
αργά και απολαυστικά
μαθαίνω πως χάνομαι

στο σπίτι της αγάπης ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι
με τέτοια βιασύνη δεν θα χρειαστούν πάρα λίγοι μήνες
για να μην θυμάται κανείς πως πήγαμε και μεις στο φεγγάρι

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ βαρύ. Σουρούπωνε κάθε τρεις και λίγο, άλλαζε σε μεσημέρι μες σε ένα αναστεναγμό και πάλι βράδυ, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, χρόνος ατελείωτος και από την αρχή τελειωμένος. Εκατό κιλά το σώμα μου, τριάντα τα φάρμακα. Το βλέμμα στραμμένο μόνιμα προς τον βορρά. Προς τα εσπεριδοειδή της Άρτας. Προσποιούμουν πως την φανταζόμουν, αλλά το μυαλό μου δεν έφτανε να αγγίξει ούτε την πρώτη μας φορά. Επέμενα να προσπαθώ να δω ακόμη και πως την φίλαγε, τώρα, αυτή την αδίστακτη στιγμή, εκείνο το κωλόπαιδο, εκείνος ο χωριάτης, ο παιδικός της φίλος, ίσα για να κάνω την καρδιά μου να σφιχτεί, να την νιώσω να πιέζεται μέσα στο στήθος μου. Μάταια. Ήμουν ήδη νεκρός. Με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα που δεν πότιζε τα χείλη μου πότε. Ήμουν ένα άνυδρο και αφιλόξενο μέρος για κάθε υπόνοια ζωής. Σιχαινόμουν την ύπαρξη κι αυτή απλά αδιαφορούσε. Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω μία φορά. Δεν πρέπει να ψέλλισα ούτε λέξη. Ήθελα απλά να δει, ή έστω να φανταστεί το πρόσωπό μου, δίπλα στο ακουστικό. Φανταζόμουν πως μπορούσε να καταλάβει πόσο πολύ λυπόμουν για την κατάστασή μου κι ήθελα κι αυτή να λυπηθεί μαζί μου. Αυτή θα ταν όλη κι όλη η αγάπη που ικέτευα να αποκτήσω από δαύτη. Δεν μπορούσα να έχω κάτι παραπάνω και δεν το ήθελα κιόλας. Από κανέναν. Ένα κρίμα το παιδί και ένα πω τον μαλάκα θα ήταν ικανά να μου χαρίσουν έναν ήσυχο κι ανονείρευτο ύπνο για τα επόμενα δύο χρόνια.

Δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό,
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει
πως ψευδίζουμε σαν μαγεμένοι.

Οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά,
σε μια Κυριακή σιωπηλά,
ξεχνιούνται και φεύγουν μακριά ,
με μια ρημαγμένη καρδιά.

Δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει,
όπως λέμε έχε γειά πικραμένοι.

δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς το κοιτάμε μαγεμένοι
οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά
σε δρόμους κυριακάτικους
ξεχνιούνται και φεύγουν
τραβάνε μακριά προς το κενό
με τα μάτια κλειστά
και την καρδιά ρημαγμένη
δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς κοιταζόμαστε πικραμένοι

να μάθω για την Κυριακή , από τι γράφεται ο αιώνας
αυτή η ατέλειωτη αναμονή, μέχρι να βγάλεις τις πιτζάμες
αόρατος, μες σε ένα πόλεμο παγερό και αδιάφορο
καραντίνα, νύχτα σε καράβι που μπάζει νερά
δεν έχει νόημα να πω πόσο ικανοποιημένος νιώθω

ζήτησαν τη βοήθειά μου
να τους μάθω μαθηματικά
για να υπολογίσουν τα λεφτά
να μπουν κρυφά στο αεροδρόμιο
να πάρουν ένα λεωφορείο
να πάνε στην Αυστραλία!
εκεί θα βρίσκανε τον χάκερ
κι άντε να τους εξηγήσω πως
εγώ είμαι απλά ένας καθηγητής

Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως είσαι αναγκασμένος να ωριμάσεις. Να μάθεις, άμεσα, να μετράς ανάποδα από οποιονδήποτε αριθμό, οποιουδήποτε συστήματος και να ξέρεις, ταυτόχρονα,  πως ότι κι αν γίνει θα φτάσεις, εν τέλει, στην αγκαλιά του μηδενός. Να πατάς πάνω στο ελαφρύ χωμάτινο δρομάκι του πάρκου, καθώς το αεράκι σου φιλάει μυστικά το πρόσωπο, και να ξέρεις, ακαριαία, πως δεν πρόκειται να βρεις, ποτέ ξανά, τον δρόμο της επιστροφής. Να κοιτάς τους ανθρώπους, όπως και όσο μπορείς, και να αναγνωρίζεις στα μάτια τους όλα τα εκατομμύρια μακρινά αστέρια που τρίζουν πάνω στον παγωμένο χειμωνιάτικο ουρανό, δίχως να σημαίνουν τίποτα άλλο, από αυτό που για μια στιγμή είναι και χάνεται αμέσως μετά. Να νιώθεις αυτή την πραγματικότητα ως κάτι που σου ανήκει. Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως πρέπει να σταματήσεις, επιτέλους, να είσαι παιδί. Πρέπει να μάθεις να κλαις από χαρά, γοερά και περήφανα, να μάθεις να υποφέρεις αβάσταχτα τον ήλιο που δύει μέσα στα φυλλώματα των δέντρων, να μάθεις να αποχωρίζεσαι κάθε στιγμή και για πάντα. Δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμα, παιδί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα. Κάθε γονιός το ξέρει. Όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, και συμβαίνει συχνά, το όνειρο διπλώνεται και ξεκινά, ξανά, από την αρχή. Πιο σκοτεινό, πιο άγριο, πιο παράδοξο κάθε επόμενη φορά. Συμβαίνει συχνότερα από ότι κάθε φυσικός νόμος θα μπορούσε να έχει προβλέψει. Κι, όμως, δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμη, παιδί. Πρέπει να μπορείς να προσθέτεις το άπειρο στην καρδιά σου και να κλείνεις τα μάτια, όταν ετοιμάζεσαι να καταβροχθιστείς από αυτό. Ένα παιδί είναι το άπειρο, αυτοπροσώπως, με τα μάτια ανοιχτά. Με τα χέρια απλωμένα. Με το στόμα ορθάνοιχτο. Δεν μπορεί το θαύμα να πλαγιάσει με τον Θεό. Μονάχα η καταστροφή κι ο όλεθρος μπορούν να ανεχθούν μια τέτοια αισχρή προδοσία. Εμείς, ευτυχώς, δεν θα χαρίσουμε πάρα την τρυφερή μας σιωπή στον χρόνο που κοιμάται στο κέντρο αυτής της μυστήριας σπείρας. Κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, αναγνωρίζω τον πόνο και την απογοήτευση ως μια βεβαιότητα της ήδη προχωρημένης μου ηλικίας. Του, ήδη, έτοιμού μου οργανισμού. Ίσως, λιγάκι, λυπάμαι, ή ποθώ να ελπίζω πως ακόμη μπορώ, γιατί θυμάμαι, ακόμα, πως ήμουν παιδί. Είμαι, βεβαίως, ευγνώμων για όλα όσα έχω γίνει.

αφήνεις το χέρι ανθρώπων
που αγάπησες

δεν πέφτεις ή πετάς
δεν σημαίνεις ή σιωπάς
σημασία έχει πως χάνεσαι

Κυριακή πρωί
βαριά πλάτη αδέσποτη
σε σημαδεύει από μακριά
σηκώνεις τον γιακά
και τραβάς προς τον χαμό
ξημερώνει

ένας όρκος πίστης
στον εαυτό
που και πάλι θα σε προδώσει

δυο ποτήρια
που συνθλίβονται με δύναμη
το ένα πάνω στο άλλο

τα ρέστα
από ένα ποίημα
που ξοφλήθηκε χωρίς ντροπή

μαθητής την Κυριακή
κρύβομαι στην κρεβατοκάμαρα
από παιδιά και γυναίκα
διαβάζοντας Μούτις
κι ακούγοντας Love Supreme
Δευτέρα στον πίνακα
ζηλεύω το τελευταίο θρανίο
όπως προσπαθεί να μου κρυφτεί
αδιαφορώντας για το αν πράγματι
τα καταφέρνει
κοιτώντας έξω από το παράθυρο
διαβάζοντας σύννεφα
κι ακούγοντας το αίμα του να σφυρίζει

το φορτηγό με την παναγιά
έρχεται καταπάνω μου
τσαλακωμένα
του θανάτου μου τα νέα
πεταμένα στην άκρη του δρόμου
σκάλα δεμένη
στον φράχτη ακίνητη βουβή
τι κοιτάνε οι πλούσιοι απ’ τον λόφο τους;
γατούλα στην στάση των σκουπιδιών
στον φακό κατάματα
δελτίο σίτισης η Κυριακή
μουδιασμένος εκλιπαρώ για βοήθεια
διανύω τον δρόμο
που για πρώτη φορά
πέταξα
μέσα στο μικρό μου όνειρο
αφήνω ένα αγριόχορτο
στο παρμπρίζ του γείτονα
χαμογελώ στον γεράκο από τον άλλο χρόνο
δεν ακούω
τι προσπαθεί να μου πει° γελάει κι αυτός
σκύβει ο φίλος το κεφάλι
απομακρύνεται σκυθρωπός
κι εγώ
ουρανός φτηνός τσίγκος στη στάνη
αποφθέγματα του κώλου

Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ.
Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι.
Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι.
Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ.
Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω.
Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση.
Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος.
Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου.
Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη.
Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω.
Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια.
Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν.
Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου.
Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω.
Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.

η φλόγα του καντηλιού στο κατώι της γιαγιάς
το μωβ του Νοέμβρη πίσω από το φανάρι
η ευγνωμοσύνη είναι ένας χώρος μικρός
δυο βήματα μέχρι την άκρη της προκυμαίας
ένα φιλί στην μυστική καρδιά της παλάμης
οι ήρωες που ξεχάστηκαν στην πίσω σελίδα
το αντίο απλώνει την τρίτη διάσταση της αγάπης
εγώ είμαι ο χρόνος που χρειάζομαι για να ξεχάσω
ένα παιδί είναι ο ιερός προορισμός κάθε ιστορίας

πετάνε τα πουλάκια πάνω
από τις ταράτσες
κάθονται οι γέροι στη σειρά
και περιμένουν να σωθούν
να πιάσει το ξόρκι
κι οι όγκοι να γίνουν κομπολόι
να μακρύνουν τα μαλλιά
να νοτίσουν τα βλέφαρα
να γυρίσει η μάνα τους
και να τους πιάσει το χέρι
βουβά και ανέκφραστα
όπως κάνει η δικιά μου
καθώς ξημερώνει και πάλι
ο γερανός στο βάθος
στροβιλίζεται και πάλι
πάνω από τις ταράτσες
τα βαριά περιστατικά
προχωράνε σιγά σιγά
σύννεφα προς την θάλασσα

χειροκροτήσαμε τα παιδιά
για την υπέροχη γιορτή τους
το πολυτεχνείο ζει
κι η μεταπολίτευση το ίδιο
και η μετατροπή του όχι
σε μια ρημαγμένη χώρα ζει
και η μαφία βασιλεύει!
και τα παιδιά το ξέρουν
πως μετά την συγκίνηση
ακολουθεί η απελπισία
και πως αυτή είναι σίγουρα
η τελευταία φορά στα αλήθεια
που κάποιοι τα χειροκροτούν
γιατί φωνάζουν δυνατά
ψωμί, παιδεία, ελευθερία
σε κάθε γωνία αστυνομία
1.3.1.2. μίσος κι αηδία
μια κοινωνία σε αφασία
φτάνει πρεσβεία η πορεία

το καφενείο της Περδικόβρυσης
ένα βράδυ φθινοπώρου με βροχή
αυτό είναι το μέρος το σωστό
να μας βρει εκεί, στο τραπεζάκι
δίπλα στη σόμπα, με γεμάτο ποτήρι
η Δευτέρα Παρουσία του Θεού
να μην ξέρει ο καημένος ο Χριστός
αν μόλις αναστηθήκαμε και μεις
ή είμαστε νεκροί εκεί στη γωνιά μας
εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια

αυτό είναι το μέρος που νικάω
το μέρος από όπου θα επιστρέψω
σαν αυτό που πραγματικά είμαι
ο τελευταίος στίχος σε ένα έτσι
κάπως συννεφιασμένο ποίημα