
Η θλίψη/
τραχύ συναίσθημα/
ευγενές και αιχμηρό/
ίσως το πιο ανθρώπινο συναίσθημα/
συχνά με σιγοψήνει/
όμως, όσο κι αν ψάχνω/
δε βρίσκω την απαρχή της/
τη βάση της οντότητάς της/
στον ωκεανό τού είμαι/
εκείνη την πρώτη θλίψη – κβάντο/
που εκίνησε τις ενορχηστρώσεις/
διατύπωσε την κατοπινή συγχορδία/
διηύθυνε τη σονάτα/
και απελευθέρωσε το συμφωνικό ποίημα/
Είναι που γδύνονται τα δέντρα κάθε φθινόπωρο;/
Ή η εναλλαγή
του φωτός και της σκιάς/
στα βρεμένα τους φύλλα;/
Είναι η έλλειψη της αγάπης στο κενό της απουσίας;/
Ή το ίδιο το κενό;/
Ή η ίδια η αγάπη;/
Ή η ίδια – φοβάμαι να το πω – η απουσία;/
Τι φύση έχει -τελικά -αυτό το κβάντο;/
Γιατί τα βράδια είναι πιο υδαρές και μυρίζει αίμα κι οινόπνευμα;/
Γιατί διαρρηγνύει τα τριχοειδή/
μέσα από χιλιόμετρα σε ορούς και σωληνάκια;/
και αφήνει κόκκινες στάμπες/
στο χάρτινο δέρμα;/
Γιατί δεν έχει μνήμη αθροιστική/
όπως ο άνθρωπος φορέας του;/
Όταν το ακούω ( αφού έχει ήχο ) γιατί μιλάει ψιθυριστά;/
Κι άλλα πολλά/
σαν κι αυτά, αναρωτιόμουν/
Κατέληξα εν τέλει σε έναν δυϊσμό:
Φθορά κι Απώλεια/
είναι ο χαρακτήρας του/
αγνώστου πατρός η αιτίασή του/
αιματηρά τα συμφραζόμενά του με άλλα συναισθήματα ( αγάπη, μίσος κλπ )
ακέραια πολλαπλάσιά του, τα παιδιά του…
ένα ακόμη ζητούμενο απομένει να βρω.
πόσα κβάντα θλίψης
παράγουν μια κατάθλιψη/
photo: Gregory Crewdson-Untitled, blue period (2003-2005)