
Το σταθερό χτύπησε στις τρεις και τριάντα οχτώ τη νύχτα. Αυτά είναι άγρια τηλέφωνα. Σηκώθηκα με τον δεύτερο χτύπο αλαφιασμένος και ιδρωμένος. Ο ανελέητος Αύγουστος δεν σε προετοιμάζει ποτέ. Το σηκώνω με ένα «ορίστε» αγωνιώντας. Μία γέρικη γυναικεία φωνή μου μιλά από την άλλη μεριά. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω αλλά μετά αντιλαμβάνομαι μέσα στη θολούρα μου ότι μιλάει σιγανά και σταθερά μία ακατάληπτη γλώσσα ασιατικής προέλευσης. Απαντώ στα αγγλικά αλλά συνεχίζει με τον ίδιο ήρεμο ρυθμό σαν να μην υπάρχω. Κάτι θέλει να μου πει και την αφήνω να συνεχίσει αυτό το απόκοσμο μεταμεσονύχτιο μουρμουρητό. Όσο την ακούω διακρίνω έναν ερωτηματικό τόνο στα λόγια της. Το σφίξιμο στο στομάχι το αντικαθιστά σιγά σιγά ένα απόκοσμο αίσθημα δέους. Παραδίνομαι στη λεπτεπίλεπτη φωνή της με τις ελαφρώς κοφτερές παύσεις ανάμεσα στα λόγια. Ο μηχανιστικός βόμβος μιας αντρικής φωνής προδίδει την ύπαρξη μιας ανοιχτής συσκευής στο βάθος. Μία περιδίνηση της στιγμής στη χοάνη, ένα μαύρο κενό στο διαιρεμένο δευτερόλεπτο με μεταφέρει στον χώρο της. Ένα μικρό ενιαίο διαμέρισμα δευτέρου ή τρίτου ορόφου βαμμένο σε σπασμένο λευκό, τρία μεγάλα παράθυρα αλουμινίου χωρίς κουρτίνες. Στους τοίχους κρέμονται μικρές ξύλινες κορνίζες με ιδεογράμματα. μοιάζουν με ρητά. Οικογενειακές φωτογραφίες της δεκαετίας του πενήντα τραβηγμένες στο ύπαιθρο κολλημένες άναρχα σε έναν πίνακα από φελλό, το πορτραίτο ενός χαμογελαστού αξιωματικού της αεροπορίας στολισμένο με παράσημα από κάποιον πόλεμο, κουτιά από χάπια σκορπισμένα στο πάτωμα, ένας ξύλινος πολύχρωμος παπαγάλος που με κοιτάζει. Το ραδιόφωνο ανοιχτό. Στέκομαι δίπλα της όρθιος.Αυτή δεν με βλέπει και την περιεργάζομαι καθώς μου μιλά στην άλλη άκρη της γραμμής. Είναι μία μικροσκοπική υπερήλικη γυναίκα με ελαφριά καμπούρα, λιπόσαρκη με έντονα κόκκαλα στου ώμους και στο στέρνο, αδύναμα χέρια που καταλήγουν σε δουλεμένες παλάμες με έντονους ρόζους και κηλίδες. ‘Ένα γέρικο δέντρο που τηλεφωνεί. Γέρνει ελαφρώς προς τα μπροστά αφήνοντας ένα κενό ανάμεσα στο σώμα της και στην πλάτη της πολυθρόνας που το γεμίζει ένας ξεφτισμένος τηλεφωνικός κατάλογος. Το βλέμμα της μου θυμίζει γραμμή καρδιογραφήματος με ανεπαίσθητες διακυμάνσεις.
Πλησιάζω αργά προς το κεντρικό παράθυρο. Το φως χύνεται σε λωρίδες αποχρώσεων που δεν έχω ξαναδεί. Πρέπει να είναι πρωί. Ανοίγοντας το κεντρικό παράθυρο βλέπω ένα στενό σοκάκι ακριβώς μπροστά , στο βάθος κίτρινοι γερανοί στροβιλίζονται ,αποθήκες από μπετόν με στέγαστρα από πράσινες λαμαρίνες, τέσσερις εργάτες σπάνε με τρυπάνι το πεζοδρόμιο ,γλάροι μετεωρίζονται κόντρα στον άνεμο. Μία γάτα στην απέναντι μετόπη τους κοιτά ανήμπορη. Αριστερά η μονόχρωμη θάλασσα κτήνος καταπίνει τον κυματοθραύστη. Όλα υπαγορεύονται από χορευτικές κινήσεις σε μία θεατρική πράξη θριάμβου έξω από τον χρόνο. Συμμετρικά. Αναρωτιέμαι πως βρέθηκα εδώ. Δεν έχει σημασία όμως αφού ακόμα και τα φίδια συνηθίζουν να τρυπώνουν στον παράδεισο.
Ακούω ξαφνικά να ξεκλειδώνει η εξώπορτα. Μπαίνει βιαστικά ένας μεσήλικας άντρας μετρίου αναστήματος με ιβουάρ πουκάμισο και μαύρο παντελόνι ελαφρώς σχιστά μάτια. Κλείνω το παράθυρο και κοντοστέκομαι. Αναρωτιέμαι αν είμαι αόρατος και για αυτόν. Μου χαμογελά διστακτικά με το είδος του χαμόγελου που λέει «ξέρω, ξέρω». Με ρωτά στα αγγλικά από που είμαι. Από Ελλάδα. Ο προχθεσινός ήταν από Αργεντινή. Πριν πέντε μέρες ήρθε μια γυναίκα από μια εμπόλεμη ζώνη της Αφρικής. Αυτή είναι η μητέρα μου. Παίρνει τυχαίους υπεραστικούς αριθμούς όλη μέρα. Πρέπει να φύγεις.
Το τελευταίο πράγμα που άκουσα πίσω μου ήταν ο ήχος του ακουστικού που κλείνει στο κούμπωμα του. Ξαφνικά βρίσκομαι πίσω συνεχίζοντας το πριν. Η τελευταία εισερχόμενη κλήση στο τηλέφωνο μου ξεκινούσε με το πρόθεμα μηδέν μηδέν ογδόντα δύο. Δεν ξέρω τι ώρα είναι ούτε πόσο κράτησε. Δεν με πιάνει ύπνος πια βάζω τα γόνατα στο πηγούνι και τα χέρια τυλίγουν τα πόδια μου. Ξημέρωμα και ανάβω τσιγάρο.Η αργόσυρτη χορευτική κίνηση ενός δαχτυλιδιού από καπνό τυλίγει δύο δίδυμους αστέρες στο σκοτεινό στερέωμα. Μονολογώ. Πόσο μεγάλη απόσταση πόσο μικρή απόσταση. Συμμετρικά.
Για αυτούς που έχουν άνοια.Για αυτούς που φροντίζουν αυτούς που έχουν άνοια.
Το παρόν ανήκει σε ένα κύκλο ιστοριών με τον τίτλο «ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ»























































































































































