ΆΝΟΙΑΤΕΚ


  Το σταθερό  χτύπησε στις τρεις και τριάντα οχτώ τη νύχτα. Αυτά είναι άγρια τηλέφωνα. Σηκώθηκα με τον δεύτερο χτύπο αλαφιασμένος και ιδρωμένος. Ο ανελέητος Αύγουστος δεν σε προετοιμάζει ποτέ. Το σηκώνω με ένα «ορίστε» αγωνιώντας. Μία γέρικη γυναικεία φωνή μου μιλά από την άλλη μεριά. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω αλλά μετά αντιλαμβάνομαι μέσα στη θολούρα μου ότι μιλάει σιγανά και σταθερά μία ακατάληπτη γλώσσα ασιατικής προέλευσης. Απαντώ στα αγγλικά αλλά συνεχίζει με τον ίδιο ήρεμο ρυθμό σαν να μην υπάρχω. Κάτι θέλει να μου πει και την αφήνω να συνεχίσει αυτό το απόκοσμο μεταμεσονύχτιο μουρμουρητό. Όσο την ακούω διακρίνω έναν ερωτηματικό τόνο στα λόγια της.  Το σφίξιμο στο στομάχι το αντικαθιστά σιγά σιγά ένα απόκοσμο αίσθημα δέους. Παραδίνομαι στη λεπτεπίλεπτη φωνή της με τις ελαφρώς κοφτερές παύσεις ανάμεσα στα λόγια. Ο μηχανιστικός  βόμβος μιας αντρικής φωνής προδίδει την ύπαρξη μιας ανοιχτής συσκευής στο βάθος. Μία περιδίνηση της στιγμής στη χοάνη, ένα μαύρο κενό στο διαιρεμένο δευτερόλεπτο με μεταφέρει στον χώρο της. Ένα μικρό ενιαίο διαμέρισμα  δευτέρου ή τρίτου ορόφου βαμμένο σε σπασμένο λευκό, τρία μεγάλα παράθυρα αλουμινίου χωρίς κουρτίνες. Στους τοίχους κρέμονται μικρές ξύλινες κορνίζες με ιδεογράμματα. μοιάζουν με ρητά. Οικογενειακές φωτογραφίες της δεκαετίας του πενήντα τραβηγμένες στο ύπαιθρο κολλημένες άναρχα σε έναν πίνακα από φελλό, το πορτραίτο ενός χαμογελαστού αξιωματικού της αεροπορίας στολισμένο με παράσημα από κάποιον πόλεμο, κουτιά από χάπια σκορπισμένα στο πάτωμα, ένας ξύλινος πολύχρωμος παπαγάλος  που με κοιτάζει. Το ραδιόφωνο ανοιχτό. Στέκομαι δίπλα της όρθιος.Αυτή δεν με βλέπει και την περιεργάζομαι καθώς μου μιλά στην άλλη άκρη της γραμμής. Είναι μία μικροσκοπική υπερήλικη γυναίκα με ελαφριά καμπούρα, λιπόσαρκη με έντονα κόκκαλα στου ώμους και στο στέρνο, αδύναμα χέρια που καταλήγουν σε δουλεμένες παλάμες με έντονους ρόζους και κηλίδες. ‘Ένα γέρικο δέντρο που τηλεφωνεί. Γέρνει ελαφρώς προς τα μπροστά αφήνοντας ένα κενό ανάμεσα στο σώμα της και στην πλάτη της πολυθρόνας που το γεμίζει ένας ξεφτισμένος τηλεφωνικός κατάλογος. Το βλέμμα της μου θυμίζει γραμμή καρδιογραφήματος με ανεπαίσθητες διακυμάνσεις.
  Πλησιάζω αργά προς το κεντρικό παράθυρο. Το φως χύνεται σε λωρίδες αποχρώσεων που δεν έχω ξαναδεί. Πρέπει να είναι πρωί. Ανοίγοντας το κεντρικό παράθυρο βλέπω ένα στενό σοκάκι ακριβώς μπροστά , στο βάθος κίτρινοι γερανοί στροβιλίζονται ,αποθήκες από μπετόν με στέγαστρα από πράσινες λαμαρίνες, τέσσερις εργάτες σπάνε με τρυπάνι το πεζοδρόμιο ,γλάροι μετεωρίζονται κόντρα στον άνεμο. Μία γάτα στην απέναντι μετόπη τους κοιτά ανήμπορη. Αριστερά η μονόχρωμη  θάλασσα κτήνος καταπίνει τον κυματοθραύστη. Όλα υπαγορεύονται από χορευτικές κινήσεις σε μία θεατρική πράξη θριάμβου έξω από τον χρόνο. Συμμετρικά. Αναρωτιέμαι πως βρέθηκα εδώ. Δεν έχει σημασία όμως αφού ακόμα και τα φίδια συνηθίζουν να τρυπώνουν στον παράδεισο.
  Ακούω ξαφνικά να ξεκλειδώνει η εξώπορτα. Μπαίνει βιαστικά ένας μεσήλικας άντρας μετρίου αναστήματος με ιβουάρ πουκάμισο και μαύρο παντελόνι ελαφρώς σχιστά μάτια. Κλείνω το παράθυρο και κοντοστέκομαι. Αναρωτιέμαι αν είμαι αόρατος και για αυτόν. Μου χαμογελά διστακτικά με το είδος του χαμόγελου που λέει «ξέρω, ξέρω». Με ρωτά στα αγγλικά από που είμαι. Από Ελλάδα. Ο προχθεσινός ήταν από Αργεντινή. Πριν πέντε μέρες ήρθε μια γυναίκα από  μια εμπόλεμη ζώνη της Αφρικής. Αυτή είναι η μητέρα μου. Παίρνει τυχαίους υπεραστικούς αριθμούς όλη μέρα.  Πρέπει να φύγεις.
  Το τελευταίο πράγμα που άκουσα πίσω μου ήταν ο ήχος του ακουστικού που κλείνει στο κούμπωμα του. Ξαφνικά βρίσκομαι πίσω συνεχίζοντας το πριν. Η τελευταία εισερχόμενη κλήση στο τηλέφωνο μου ξεκινούσε με το πρόθεμα μηδέν μηδέν ογδόντα δύο. Δεν ξέρω τι ώρα είναι ούτε πόσο κράτησε. Δεν με πιάνει ύπνος πια βάζω τα γόνατα στο πηγούνι και τα χέρια τυλίγουν τα πόδια μου. Ξημέρωμα και ανάβω τσιγάρο.Η αργόσυρτη χορευτική κίνηση ενός δαχτυλιδιού από καπνό  τυλίγει δύο δίδυμους αστέρες στο σκοτεινό  στερέωμα. Μονολογώ. Πόσο μεγάλη απόσταση πόσο μικρή απόσταση. Συμμετρικά.

Για αυτούς που έχουν άνοια.Για αυτούς που φροντίζουν αυτούς που έχουν άνοια.

Το παρόν ανήκει σε ένα κύκλο ιστοριών με τον τίτλο «ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ»

ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

περιμένω.

έξω από το δημόσιο πολυιατρείο.

ακίνητος

στον κήπο του με τα φιδιαστά δρομάκια.

η ματιά μου

κινείται αργά από τ’αριστερά στα δεξιά

σχίζοντας τη φωτογραφία

της εικόνας που βλέπω.

είναι απόγευμα.

η μέρα κατεβάζει ρολά για ποδόσφαιρο.

ένα άδειο τοστάδικο με ανοιχτά φώτα

ο χειμώνας

μαστίγωσε την κοινωνία.

δεν κυκλοφορεί λέξη.

υπάρχουν αυτοκίνητα που δακρύζουν για τους ιδιοκτήτες τους

σταθερά τηλέφωνα

που παραπονιούνται για ένα χάδι.

σε λίγο θα έρθει η σειρά μου να εξεταστώ.

σκέφτομαι

ένα κρεμασμένο από καιρό

αφόρετο σακάκι

στο βεστιάριο για κλόουν.

ΧΗΡΑ ΕΡΩΤΑ

Ανάμεσα στα πιάτα

και το αλουμινόχαρτο

είχει κρύψει

τα ποιήματά του

έτσι κάτι πρόχειρο -αν πεινούσε_

γρήγορα να έβαζε

στο στομάχι της.

αυτή

χήρα έρωτα

ήξερε

πως η πίστη φτιάχνει τον θεό

και θεός είναι ο έρωτας

ήταν εκείνος

που έφυγε απροειδοποίητα

στις πέντε σεπτέμβρη

από συνέπεια στη λύπη -είπαν οι γιατροί-

άφησε την σκιά του στο χώλ

αλλά δεν φεύγει ο λεκές

όσο κι αν πλένει

βαρέθηκε τα εγκλήματά της

στο μπάνιο

στο κρεβάτι

και ούτε μία κίνηση δεν κάνει

να βγάλει την σκόνη του από πάνω της

κοιτά τα σφαιρικά αντικείμενα

την σκαλωσιά

το βάμμα ιωδίου

σκέφτεται

«εγώ η χήρα έρωτα

τουλάχιστον τον γνώρισα

εκείνες που είναι χήρες δίχως έρωτα

είτε επειδή δεν τον συνάντησαν

είτε τον ένοιωσαν

αλλά με κάποιον άλλον βολικό αρμενίζουν;»

Στην Έρρικα

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Έι αχυρένιο πουλί

που έσπαγες ποτήρια με το στόμα σου

άφησες το τηλέφωνο ανοιχτό

και ξέχασες να μου γράψεις τα συστατικά από την αλοιφή για το έκζεμα των χεριών σου.

Έβαζες και φωτόμηλα αν δεν κάνω λάθος.

Είχες μια μανία να πυροβολείς τον καθρέφτη

ψυθιρίζοντας «σε παρακαλώ σκότωσέ με».

Το έδαφος σηκωνόταν γρήγορα για να σε συναντήσει.

Μας κάνεις τράκα τσιγάρα μεταθάνατον

αλλά ποιος θυμάται τους νεκρούς όταν κερδίζει η ομάδα του.

ρέζους αρνητικό και βανίλια.

ευαίσθητο αγόρι.

η πνοή σου άφησε αντήχηση.

την είχα ηχογραφήσει κάποτε στο μυαλό μου.

μας γάμησες παντού.

ξυρίως στην οδό Ναθαναήλ.

Όταν υπνοβατούσες έφτυνες την παλάμη σου

τέσσερις παρά τέταρτο

πυκνή νύχτα.

κάθε γουλιά ουλή.

στάνταρ και αντίστροφα.

αγαπήσαμε τους λεκέδες που άφησες στα βινύλιά που σου δανείσαμε.

δεν μπορούμε να τα πουλήσουμε τώρα λόγω αξίας.

τελικά ήσουν τεμπέλης.

και εμείς πρέπει να κάνουμε υπερωρίες για το υπόλοιπο της θητείας μας.

Για τον Βασίλη Γραμμενόπουλο που η σύγκρουση μαζί του στη ζωή μου άφησε ανεξίτηλα συνθήματα στον τοίχο μου.

τα προσωπα των γυναικων οταν καπνιζουν

Τα πρόσωπα των γυναικών όταν καπνίζουν

γίνονται τελευταίες συγνώμες πριν μπουν στον παράδεισο με σφαίρες

φτύνουν το γάλα της μάνας τους που δεν πρόλαβαν να πιουν

γαϊδουράγκαθα ανθισμένα στην κάφτρα

καπνός χορογραφία απ’το στόμα τους εκπνέοντας

τα πρόσωπα των γυναικών όταν καπνίζουν

εκτίναξη κουρτίνας στα πρόσωπα των αντρών

κάθε γαμήσι εξοστρακισμός

κάθε αρσενικό ρυτίδα

διαρροή γκαζιού στα μάτια

τα πρόσωπα των γυναικών όταν καπνίζουν

πανκ τραγούδι με κουπλέ

»ας πεθάνουμε όλοι ν’ανεβεί η τιμή της αγάπης»

βαριά δουλειά πέραν του ωραρίου

λουλούδια μεγαλωμένα με λάμπες φθορίου

έρωτας βρεγμένα σπίρτα με τ’όνομά του

σκληρά πρόσωπα

το μάγμα στις φλέβες τους

πάγωσε στο πρόσωπό τους.

Νιού γουέιβ

Το πανκ μας έκανε ανθρώπους.

Και τα σκούρα ρούχα.

Βέβαια τα βράδια όταν φλογίζονταν τα κεφάλια μας

μοιάζαμε με μαύρα κεριά

που περιφέρονταν από μπαρ σε μπαρ

και ψάχνανε μανουάλι.

Στο φινάλε τουλάχιστον μάθαμε

από τις σταγόνες που γλιστρούσανε λιώνοντας.

Η στάλα ζει.

Γι’αυτό σταλάζει.

αυτο δεν ειναι ποιημα 6

Τη μυρωδιά του θυμαριού την κουβαλά ο άνεμος

σε τσιμπά στο πρόσωπο για να θυμηθείς

ότι η φύση κέρδισε πάλι

στο Battleship Hill

που είναι σκαμμένο με χαρακώματα

ένα αίσθημα μίσους παραμένει

ακόμα και τώρα

ογδόντα χρόνια μετά

σκληρή φύση

η γη γίνεται όπως ήταν πάντα

τη μυρωδιά του θυμαριού την κουβαλά ο άνεμος

κοφτερά βουνά ξεπροβάλλουν

σαν σπασμένα δόντια σε σαπισμένο στόμα

στο Battleship Hill

ακούω τον άνεμο να λέει

σκληρή φύση

σκληρή σκληρή φύση

Στην πρώτη πλευρά του δίσκου,έκτο και τελαυταίο .Από το αριστουργηματικό και αντιπολεμικό άλμπουμ της PJ HARVEY -LET ENGLAND SHAKE.

Υ.Γ.1

Η μητέρα γη θα καλύψει τις ανοησίες μας

Υ.Γ.2

Pushkin είπα. Όχι putin.

Υ.Γ.3

Κάτι ευφάνταστο

Είχα πει δεν θα γράψω για τον Μπάμπη…

Τρίτη απόγευμα. 15 Φλεβάρη 2022. Θεσσαλονίκη. Μια σκέψη αντανάκλαση και μια πρόσκρουση στο ξύλινο πάτωμα. Περιγράφεται η φυγή ενός σημαντικού ανθρώπου; Και μάλιστα μέσα από μια εξηντάρα κασέτα που μίξαρε ο ίδιος;

Ο τίτλος της »ΟΙ ΚΟΙΝΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ».Στο πίσω αυτί της θήκης της γράφει ως υποσημείωση   «Δεν έχω όρεξη για χορό- κασέτα. Από το Νοέμβρη του ’90 στην αιωνιότητα». Πράγματι.

Σκέφτομαι πως η θλίψη στα χέρια ενός ταλέντου γίνεται τέχνη και κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο μοναδικοί όσο το καλούπι τους που έσπασε μόλις γεννήθηκαν.

Συγκλονίζομαι από τον μαγνητικό ήχο που χύνεται στο δωμάτιο. Αναλογικός κόσμος με αρμονικό θόρυβο ταινίας στο background.Τον φαντάζομαι να αλλάζει τα βινύλια στο πλατώ του πικάπ του υπακούοντας στον ειρμό της έμπνευσης για την εγγραφή.Χρονομηχανή. Προς στιγμή βρέθηκα σε εκείνο το ηλιοβασίλεμα του Σεπτέμβρη στην Ικαρία με την Ν. να μιλούμε για μουσική. Έτσι γίνονται ιερά τα χρόνια.

Μας έμαθε μουσική ο Πετρίδης ,ο John Peel, ο Ivo Watts Russell,  ο Δασκαλόπουλος , η Μερόπη Κοκκίνη και τόσοι άλλοι. Μας έμαθε και ο Αργυρίου. Κόντρα σε αυτή την μαλακία που λέγεται ερωτική Θεσσαλονίκη, μια άλλη Θεσσαλονίκη .Υπόγεια και αυθεντική. Άγρια ρομαντική.Βαθιά ευγνώμων.

Τι έκανα άραγε τον Νοέμβρη του ’90; Μήπως τότε γεννήθηκαν οι στιγμές που περιγράφω τώρα;

Είχα πει δεν θα γράψω για τον Μπάμπη…

ΠΛΕΥΡΑ Α.

ROY HARPER/ Twelve hours of sunset

BLACK GIRLS/Window/door

DONOVAN/Sand and foam

AMERICAN MUSIC CLUB/Jenny

BLACK SUN ENSEMBLE/Clear yellow days

TRACY THORN/Plain sailing

THE CURE/Three imaginary boys

THE MOB/I wish

KALEIDOSCOPE/Oh death

ΠΛΕΥΡΑ Β

PETER HAMMILL/Too many of my yesterdays

SUZIE UNGER/The protection song

STEPHEN MICUS/Pour la fille du soleil

TIS MORTAL COIL/Song to the siren

NICK DRAKE /Been smoking too long

PEARLS BEFORE SWINE/Another time

BEAU BRUMMELS/Magic hollow

LONDON WAINWRIGHTIII/Muse blues

ΝΙΚΟΣ ΚΥΠΟΥΡΓΟΣ/Η φωτογραφία

Υ.Γ.1

Είναι και ο τρόπος του Tom Rapp που τραγουδά τους στίχους  «Did you find that the universe
Doesn’t care at all?»…

Κραγιόν εποχής

Ήρθες να με πάρεις με το μπλε αυτοκίνητο αργά το μεσημέρι

δεν είχα φάει αλλά ήμουν χορτάτος από τον εαυτό μου

με ρώτησες <<που πάμε;>>

απάντησα με εκείνο το τραγούδι

<<πήγαινέ με οπουδήποτε δε με νοιάζει>>

είχα δει το χρησμό στην πλάτη της γάτας

θα κοκκινίσει το βαμβάκι αυτή η δύση

και θα τυλιχτούμε σε ένα αράβικο κεντητό

για να κάνουμε έρωτα με τα ρούχα.

Μετά εσύ θα σκεφτείς ένα ποίημα.

Εγώ θα πω το ποίημα.

Που εσύ σκέφτηκες.

Κατόπιν θα πάμε να πυροβολήσουμε πορτοκάλια

να μοσχοβολήσει ο πόλεμος

και όταν βραδιάσει

θα βάλουμε γραμμές αεροπλάνων

να ακουστούν απ’ τα ηχεία.

Νότα φόλ

Χάρισα μία ανάσα 
σε κάποιον              
να την χρησιμοποιήσει            
όταν θάλασσαπνίγεται              
νά'χει καβάτζα    στα δύσκολα από τη στενωπό ίσα να βγει
              μετά από καιρό                
μου την έδωσε πίσω.                                 
Την έβαλα στο νερό                έγινε πλατιά φυσαλίδα                  
μα
έπιασε πάτο.                  
Μου την είχε καταστρέψει.

Υ.Γ. 1

Ένα έργο τέχνης δονείται από την κρυφή συνεννόηση ανάμεσα στον δημιουργό και τον παρατηρητή ,στην αυτοδημιούργητη γλώσσα που γεννιέται αστραπιαία με πλήρες συντακτικό . Δε θα μιληθεί ποτέ ξανά παρά μόνο με εκείνο το στοιχείο του ενθουσιασμού της πρώτης θέασης.

Konoshima Okoku. Birds after snowfall in winter. Taisho period 1914. Rijksmuseum Amsterdam.

Υ.Γ.3

Μερικά τραγούδια είναι εργαλεία.Αιχμηρά αντικείμενα μοχλοί με κοφτερές γωνίες σαν ξυράφια στην άκρη για να ξύνουν τις σκουριές και τη σκόνη που συσσωρεύθηκε από τα χρόνια που πέρασαν.Συσσωρεύθηκε που; Ας πούμε στις αναμνήσεις.Σε κάποιες συγκεκριμένες όμως που παραμονεύουν αργά το βράδυ υπονομεύοντας ψυχή και ύπνο. Αλλάζουν τον ρυθμό του σώματος φτιάχνοντας έναν νέο ίλιγγο . Η φθορά επιτρέπεται. Γεννιέται υγρασία που αποτυπώνεται και αποστηθίζεται. Όλα ενέργεια σε δόσεις από κύμα που τραβιέται. Μεταμόρφωση. Αναστοχασμός.Ποιος ίπταται τώρα μπροστά σε αγγέλους;

Παραδίδω λοιπόν το εργαλείο στον μάστορά του σε μια συγκεκριμένη θήκη. Στη θολή μέρα ενός βοτάνου άσματος που καθάρει τον μαύρο καπνό πάνω από τη κεφαλή μου. Το TELCO του Daniel Lanois από το άλμπουμ Belladonna.

Υ.Γ.4

Υγεία. Και πάλι όλοι μαζί του χρόνου. Θα μετρηθούμε να το ξέρετε. Εχθροί και φίλοι.

Ο καθρέφτης μου φτιάχτηκε από την ακτή σου

Σε μία χαρτοπαιχτική λέσχη με τ’όνομά σου

χάνω τα μαγιοκέφαλά μου τις καθημερινές

μετά τα μεσάνυχτα.

Τις Κυριακές και τα Σάββατα

στο μπαρ »Απουσία»

με πλακώνουν στο ξύλο οι μπράβοι του

οι μελανιές και τα πρηξίματα

στο πρόσωπο και το σώμα

έχουν το μπλε της αναμονής πριν τη βροχή

το γκρι του καπνού στην τσέπη μου.

Πως έγινα έτσι;

Αποδίδω τιμές στο φασιστικό σου καθεστώς

και πάλι αύριο

και πάλι μεθαύριο

σου ρίχνω μια μπουνιά στο στόμα

και θρυμματίζεται το χέρι μου.

Σου χαρίζω το περπάτημα του Χορν

στο τέλος της Κάλπικης λίρας

και μια κουνημένη πολαρόιντ

που τράβηξα επίτηδες στη σκιά μου.

Θα κρεμαστώ στο δέντρο του κήπου σου

και πάλι θα με σώσεις.





Υ.Γ.1

Τα τρία πρώτα λεπτά του Οκτώμιση του Φελίνι είναι από μόνα τους μία ταινία.

Υ.Γ.2

Φορά την μακριά μπεζ καμπαρντίνα,το μαύρο μάλλινο παντελόνι και τα μαύρα δερμάτινα παπούτσια του.Κάθεται σε ένα σπασμένο παγκάκι ένα φθινοπωρινό πρωινό ή απόγευμα. Στην Νέα Υόρκη ή στο Κονέκτικατ. Τα φύλα μαζεύονται απαλά από κάτω του, φτιάχνοντας μια στοίβα μιας θεωρίας που μπορεί να καταλάβει.Είναι προσηλωμένος στα χαρτιά με τα πεντάγραμμά του προσπαθώντας -ποιος ξέρει-να κάνει τις τελευταίες διορθώσεις, να τελειώσει την έμπνευσή του στο ορόσημο που θα έρθει.SENOR BLUES λέγεται.Ο Horace Silver με το κουιντέτο του γυάλισε τα έξι ασημικά του το 1956 ηχογραφώντας ένα ιστορικό άλμπουμ στη BLUE NOTE.Bebop ,swing jazz και άλλα ανδραγαθήματα σε 180 γραμμάρια καύλας.

Υ.Γ.3

I’m alive, huh, huh, so alive που λέει και ο Daniel Ash με τους LOVE AND ROCKETS.Ήταν δύσκολα.

Κλινίριδα

πονοκέφαλος
στο κεφάλι του πόνου.
κάψιμο λαιμού
αρχή λοιμού στην ενδοχώρα
του άνω αναπνευστικού
φλόγωση πνευμόνων
από πάθος μικροβίων
μυαλγία και παράδοση
στην εξάντληση
ο αέρας δεν περνά από τη στενωπό
δε φυσά για μέρες
στη γη του πυρετού
πολλά υγρά
πολλά υγρά
τα δάκρυα του σώματος
από την πληγή της πλάτης
στο ύψος των φτερών
που κόπηκαν
παρακεταμόλη και την παλιά μου αλητεία πρόσχωμεν
έπρεπε να κάνουμε έρωτα
τότε
ακούγοντας εκείνο το βινύλιο τότε
περισσεύει το γκρίζο στις τσέπες μου
στην αίθουσα αναμονής του εφημερεύοντος
οι κλίνες μέσα στην ίριδα
διαστέλλονται
φτάνουν ως τον Προκρούστη
βήχας σε τέμπο
πνευμόνος μου






					

Ο δρόμος έχει τη δική του αναρχία

Ο Ιανός των δρόμων στο σοβά. Οι λέξεις χορογραφούν τους τοίχους . Από τη βαθύτερη σκέψη μέχρι τον φασισμό, την αντρίλα μέχρι τον ψίθυρο ,τις συνοικίες της Θεσσαλονίκης ως τη Δράμα.Στις άοπλες πόλεις τα σπρέι ρωγμίζουν τους τοίχους, ο Ρόμπερτ Φράνκ στο δεξί τηλεμετρικό μάτι ,ο Πλάτων Ριβέλης στο αριστερό υπερμετροπικό μάτι , οι Eyeless in Gaza με το Photographs as memories στη στροβιλιζόμενη καρδιά. Αν είχα τα φράγκα θα έπαιρνα εκείνη την  Olympus  με ασημί σώμα και έναν πενηντάρι φακό,από φαΐ που δε θα φας μην λιμπιζεσαι μου είχε πει εκείνος  ο παππούς στην Αμοργό.

Και οι τοίχοι έχουν μιλιά.

Και μια performance ( κλικ στην εικόνα)

Θίλφη*

Αυτό που πάλλει πίσω από την θωρακική κοιλότητα ,στο άνω χείλος του πέμπτου αριστερού πλευρικού  χόνδρου , οχτώ εκατοστά από το στέρνο δεν είναι αλγόριθμος. Μοιάζει . Αλλά δεν είναι.

Η οικονομία των λέξεών σου, φαίνεται στο βήμα που κάνεις κατά πίσω.Δεν είναι δισταγμός. Είναι που δεν γνωρίζεις στατιστική. Δεν έχεις καβάτζα.   Η ακολουθία  των αστρικών γραμμών  υπαγορεύεται από την αργή πνοή.Τα ράουλα των ανελκυστήρων που τρίζουν,τα πρωτόκολλα δημοσίων εγγράφων στοιβαγμένα στο γραφείο πέντε,το χαλασμένο φανάρι γωνία Συνδίκα και Βασιλίσσης Όλγας,οι τιμές που φωνάζουν οι έμποροι στην λαϊκή αγορά,φάκελοι ασθενών στην αίθουσα αναμονής νοσοκομείου,τα λάθος ρέστα, πεταμένα ανταλλακτικά από αυτοκίνητα, στο μέλλον θα είναι από ανθρώπους ,όλα άσχετα όλα σε συνοχή. Μέσα σε αυτό το παλτό από μαλλί καμήλας που φοράς δεν είσαι νεκρός.

Δεν είσαι νεκρός ,μα δεν υπάρχεις.

Νά ένας όρκος.Η βόλτα είναι δωμάτιο χωρίς τοίχους.

Και νά ένας τόκος.Στάζεις πείσμα.

Σχίζεις το δάχτυλό σου στον δείκτη με μαχαίρι για να απελευθερωθεί το ψάρι,  που σε παίδευε τόσα χρόνια στο ακροδάχτυλο, και κολυμπά τώρα γοργά προς τον δύτη ήλιο, να προλάβει το δόλωμα.Να τσιμπήσει καί αυτή τη δύση.Ήσουν γυάλα και έσπασες.

Άλλο βάθος σου ανήκει.

Δεν είσαι νεκρός ,μα δεν υπάρχεις.

Δεν υπάρχεις γιατί αυτό που υψώνεται κάνει κύκλωμα κατά σειρά με το πορφυρό μετάξι της γης,τα ραδιόφωνα και τους δρυμούς.’Ολα καταλήγουν σε θρύμματα στην παρεγκεφαλίδα.Το λες και εξαφάνιση.

Το δέρμα σου είναι τα σύνορα που ανοίγουν όταν ανατριχιάζεις για τον Οκτώβριο του Tchaikovsky. Που είναι ο Οκτώβριος.

Υπάρχει πιο άγριο ένστικτο από τη νωθρότητα;

Ποια θρησκεία αρνείται την παράδοση;

Ποια μοναξιά είναι χειρότερη;Η μέσα σου ή η έξω τους;

Γεννημένος με δύο μαστίγια ,ένα για τον εαυτό σου και ένα για τους άλλους.Με τον καιρό κράτησες μόνο το πρώτο.Ένοχος.

Μα ο δικός σου θεός δεν έχει ατζέντη.

Αυτός ο θεός σε ζυγίζει από τα υπολείμματα που σφηνώθηκαν στις σόλες σου.Σπασμένα γυαλιά που γίνονται κρύσταλλα,ακαθαρσίες κατοικίδιων που γίνονται τύρφη ,χαλίκια που γίνονται μικρότερα χαλίκια από το βάδην.

Δεν είσαι νεκρός γιατί ξεχωρίζεις τα χρώματα με τα χέρια, τα καρπιαία νεύρα σου και οι απολήξεις τους κινούνται ομόρρυθμα,κυκλικά διευθύνοντας την όπερα του πεδίου που φλέγεται στον πυρήνα της.Χορεύεις φίλε μου τα στάρια και τους μίσχους με τα μάτια του ύπνου.Αυτό είναι απόσταξη.Και σαφή κατεύθυνση.

Δεν είσαι νεκρός γιατί είσαι μία ημέρα των προγόνων σου.Και έτσι όλες σου οι μέρες είναι προσφυγικές.Εκτοπισμένες.Νιώθεις τον κόπο τους στα καπνοχώραφα,τη λάσπη και την αλμύρα στον ιδρώτα τους.Το ψωμί που μοιράζεται στο σούρουπο από τα λερωμένα χέρια τους καθαρίζει τον ακάθαρτο κόσμο.

Στρίβεις τσιγάρο πάνω στα μάρμαρα των τάφων τους.Στο ανάβουν.

Ποτέ δεν θα είσαι νεκρός.Αλλιώτικα φτιαγμένος .Από βροχή στην πάρεση.

Ποτέ δεν θα υπάρχεις.Δεν μετριούνται στην απογραφή τα φύλλα που πέφτουν.

για τον Κωστή Παπαγιώργη

Υ.Γ.1*

Κάπου στη μέση της διαδρομής του παραλιακού μετώπου της πόλης της Θεσσαλονίκης βρίσκονται παρτέρια κατάφυτα σε συστάδες με ένα είδος λουλουδιού που σου τρυπά την όραση.Θάμνοι με πολύ λεπτούς ψηλούς μίσχους που καταλήγουν σε  άνθη σαν έκρηξη,άλλοτε μώβ άλλοτε λευκό χρώμα.Τα χαρακτηρίζει η ελαστικότητά , κάνοντάς τα επιρρεπή στον χορό του ανέμου,όταν και όποτε φυσήξει.Θα τα παρομοίαζα  με την εύθραυστη,ασθενική, αθώα και όμορφη Μιμή της όπερας La Boheme του Puccini.Το λουλούδι αυτό λέγεται Γκάουρα.Αρνούμαι αυτό το όνομα.Μοιάζει με βαριά παρενέργεια τυπωμένη σε φυλλάδιο γαστρεντερολογικού φαρμάκου.Άκυρο. Υιοθετώ το όνομα Θίλφη λοιπόν.Σύνθεση των λέξεων θλίψη και feel.

Υ.Γ.2

<<Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων,εκεί κάνω περιπάτους πολύ ευχάριστα,πιο ευχάριστα από αλλού ,πιστεύω,όταν είμαι υποχρεωμένος να βγω.Η μυρωδιά των πτωμάτων,που ξεχωρίζω καθαρά κάτω από τη μυρωδιά του χόρτου και του χώματος,δεν μου είναι δυσάρεστη.Είναι ίσως πολύ γλυκερή ,κάπως επίμονη,αλλά πόσο προτιμότερη από τη μυρωδιά των ζωντανών,της μασχάλης τους, των ποδιών,του κώλου ,τη μυρωδιά της απόλυτης πόσθης και των ξεστρατισμένων ωαρίων.Κι όταν τα υπολείμματα του πατέρα μου συμμετέχουν σ’αυτή,όσο μικρή και να είναι η συμμετοχή τους, λίγο θέλει να μου ‘ρθουν δάκρυα στα μάτια.Όσο και να πλένονται οι ζωντανοί ,όσο και να αρωματίζονται ,βρωμούν .Ναι ,σαν τόπο περιπάτου ,άμα είναι κανείς υποχρεωμένος να βγει,αφήστε μου τα νεκροταφεία και τραβάτε περίπατο εσείς,στους δημόσιους κήπους ή στη εξοχή.>>

Το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να μπει άνετα στην αρχή ή στο τέλος της ταινίας «Εσείς, οι ζωντανοί» του αριστοτέχνη Σουηδού σκηνοθέτη Roy Andersson.

Ανήκει στο βιβλίο του Samuel Beckett <<Πρώτος έρωτας>>.Μετάφραση -Αχιλλέας Αλεξάνδρου,εκδόσεις ΑΓΡΑ.

Ομολογώ πως το διάβασα τρεις φορές καπάκι,για να ανακαλύψω τη μοναδικότητα του λογοτέχνη.Το σύμπαν του Beckett .

Και μετά ήρθε μια μπουνιά απ’ την Ωστράλια.

Υ.Γ.3

Το παρών γράφτηκε ακούγοντας

Herbie Mann ‎– Stone Flute

Biospere -Substrata

Στέρεο Νόβα -Ντισκολάτα

Lisa Germano – Slide

Roland Kirk ‎– I Talk With The Spirits

Spectres ‎– Nostalgia

Harold Budd ‎– The Room

David Sylvian -Gone to earth

Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης – Οκτώβρης ’78

Amyl and the Sniffers-Comfort to me

Ultimate Spinach– Ultimate Spinach

και φυσικά IDLES

Υ,Γ.4

Ο πίνακας στην αρχή της ανάρτησης είναι του Albert Bierstadt.

Η μύγα

Το ταξίδι ίσως τελειώσει με  ένα κάψιμο

στον ιριδίζοντα  λαμπτήρα

πεντέμιση βάτ

ή στο ράμφος του χελιδονιού.

Μα πριν απ’αυτό

σ’έβαλα στην πλάτη μου ζουμερέ τεμπέλη

να δεις τον κόσμο με οκτώ χιλιάδες μάτια.

Σε πήγα στις ακαθαρσίες και στα  μάρμαρα

μπας και καταλάβεις ότι έγινες αυτό που έκρινες.

Μα πριν απ’αυτό

με κυνήγησες ανελέητα

στο γάλα και στα κρέατα.

Μου έστησες παγίδες

για να ξεφύγεις απ’την κολώδη βλακεία σου.

Σειρά μου τώρα

να σου αναγγείλω τις αλυκές του Άδη.

Ω μικρή ακίνητη σκέψη

δεν τό ξερες

πως το χάος κυβερνιέται με χορευτικές κινήσεις;

Υ.Γ.1

Τρία γαμημένα υπέροχα τραγούδια αν μυγιάστηκες

1.THE CRAMPS: Human fly

2.WIRE: I am the fly

3.JEFF KELLY:I heard a fly buzz when I died

Το τελευταίο κομμάτι είναι άτιτλο ποίημα της Emily Dickinson . Βρίσκεται σε ένα κρυμμένο αριστούργημα της απέραντης δισκογραφικής θάλασσας με τίτλο <<Coffee In Nepal>>.Στη γνωστή ερώτηση αν πρέπει να επιλέξεις δέκα δίσκους για να πάρεις σε ένα έρημο νησί, αυτός ο δίσκος θα ήταν μέσα.O Jeff Kelly ήταν τραγουδιστής των νεοψυχεδελικών (και υποτιμημένων) GREEN PAJAMAS από το Seattle.

Το ποίημα αυτό της Dickinson αποτέλεσε την έμπνευση του δικού μου ιπτάμενου και βρωμερού ποιήματος.

Η ανάρτηση αυτή αφιερούται στον ποιητή Βασίλη Νικολόπουλο.

Ο Μονόλογος

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο.

Τον διάβασα και άκουσα μια χούφτα μεταλλικές σφαίρες να χτυπούν μεταξύ τους.

Νομίζω ότι αφομοίωσα τον ρυθμό του κοιλιακού της άλγους.

Γεύτηκα την Όστια απ’το στόμα της.

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας έξω από ένα κτίριο με την πινακίδα «ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΑΙ «.

Και έγινε η καρδιά μου μελόντικα στα χέρια της.

Η ώρα εκείνη ήταν ασύνταχτη

δοσμένη με ημίφως από άλλα μάτια.

Με τσίμπησαν τα μπρούτζινα μαλλιά της

και από τους πομφούς του σώματός μου

έσταξε κερί.

Μέσα στα λόγια της βρήκα τα δικά μου

χρυσά ειπωμένα μήλα που καταβρόχθησα

περιπλάνηση λυπημένου αγοριού στ’αμάραντα πεδία της.

Βρήκα αυτόν τον μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο

στο πεζοδρόμιο

σ’αυτόν τον κόσμο τιμοκατάλογο

και κατάλαβα πως να ζω με τ’απαραίτητα

συμπόνια, μουσική υπογείου και ένα περίστροφο γεμάτο κάτω απ’τη γλώσσα.

Βρήκα ένα μονόλογο γυναίκας

και έγινα και ‘γώ γυναίκα.

Υ.Γ.1

Δεν υπάρχουν Γλυκά νερά.Μόνο αθάνατα.

Ο τεμαχισμός

Αποφασίσαμε να τον τεμαχίσουμε.

Είχαμε καί τα εργαλεία καί την πείρα.

Είχαμε καί την συναίνεσή του.

Ξεκινήσαμε από το δεξί του χέρι,

Ήταν κάτι που μας ενοχλούσε χρόνια.

Το παρατήσαμε στην παραλία

πάνω στα μαρμάρινα καθίσματα.

Κρατούσε σφιχτά ένα μολύβι

δεν μπορέσαμε να του το αποσπάσουμε

και παρά τους σπασμούς και τα αίματα

παρατηρήσαμε

ότι έγραφε ακόμα πάνω στη σκληρή επιφάνεια.

Τα αυτιά του τα χωρίσαμε και τα κολλήσαμε

το ένα κάτω από την πινακίδα της οδού Μουσούρη

και το άλλο στην οδό Σκρά.

Οι περαστικοί αστειευόντουσαν μεταξύ τους

με το γνωστό γνωμικό με τα αυτιά και τους τοίχους.

Τα δόντια του μας τα ζήτησαν οι συλλέκτες.

Μετά από πενήντα χρόνια ήξεραν ότι θα αξίζουν μια περιουσία.

Κρατήσαμε και εμείς μερικά.

Κορόιδα είμαστε;

Παιδιά μεγαλώνουμε.

Εν τέλει το κεφάλι

το αφήσαμε στην εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου

πάνω στο δίσκο που περιφερόταν στην Κυριακάτικη λειτουργία.

Φιμωμένο φυσικά.

Ας είμαστε σίγουροι.

Το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού του χεριού

αυτό που μας έτεινε πριν τη διαδικασία

το καρφώσαμε πάνω στην κεραία ραδιοφώνου

που κρατούσαν κάτι ανέμελοι πιτσιρικάδες .

Έτσι αποφεύγουμε εμείς τα παράσιτα.

Το συκώτι και τα νεφρά του

τα δώσαμε στην κάβα

απ’ όπου έπινε τον εαυτό του συνήθως.

Τα δυο του πόδια τα στερεώσαμε σε σκαρί παρθενικού πλοίου

που μαστορεύανε στο ναυπηγείο.

Καλοτάξιδο.

Την καρδιά του την κράτησα εγώ.

Ο διευθύνων νους της όλης επιχειρήσεως.

Την πέταξα στο τζάκι του σπιτιού μου.

Χρόνια τώρα μας ζεσταίνει τους χειμώνες.

Η πάνω φωτογραφία είναι από την ταινία του 1988 του Θόδωρου Αγγελόπουλου ,»Τοπίο στην ομίχλη».

Κοκτώ

Άνθισε στο σκοτάδι

στο βάζο με το παχύ κρύσταλλο

περιστρέφω το δάχτυλο στην άκρη

λα δίαιση

τα ισχνά πέταλα λιώνουν

στην πλέξη

στη δαχτυλήθρα

αφαιρώντας από τα χρώματα την επιλογή

να μην μωβίσουν.

Κοιτώ πορσελάνηνα σημαίνει ακίνητα

εύθραυστα

όπως οντότητα

σαν κερί που σβήνεται γρήγορα στην άμμο

πριν καν στείλει την προσευχή.

Μεταφράζω το μίσχο

σε λατινικούς

χαρακτήρες.

Otterley.

Το κενό που υπολείπεται

ηχεί(ο) ανάμεσα.

Η νύχτα ήταν γεμάτη αντανακλάσεις

ποτήρια που κινούνται μόνα τους

θορύβους από μέσα προς τα έξω.

Γλασκώβεια σταγόνα ρωγμίζει

το τζάμι.

Φύλαξα το τελευταίο σπίρτο

όχι για τσιγάρο

μα για να αυτοπυρποληθώ.

αφού πρώτα λουστώ

το βλέμμα.

Τη φωτογραφία πάνω μου την έδωσε ένα αερικό.

Υ.Γ.1

Έφυγε ένα βρώμικο μαργαριτάρι από τη ζωή. Ένα χρυσάνθεμο συνάμα της Μελβούρνης.Από αυτήν στην αιωνιότητα.Προσωπική αγαπημένη.Καρφωμένη καλά στην δική μου ζωή.Σε δύσκολες μέρες μου ψιθύριζε στο αυτί «nothing!»Φρικιό ,γκόθ και σέξι πανκ εκεί κάτω με τα άλλα κωλόπαιδα.Με κάτι κακόσπορους για παρέα.Πανάθεμά τους.Ένα απαλό φιλί στο μέτωπό σου Anita Lane.

Η φωτογραφία είναι από το εσώφυλλο του αριστουργηματικού Dirty Pearl του ’93.

Υ.Γ.2

Τα παλιά όπλα βγήκαν από τις θήκες τους.

Θάλασσα ταρκόφσκι

Στο καλεντάρι γράφτηκε αυτό που την ασήμιζε στην όψη

μετά στην οσμή.

Κάνεις το σώμα να τέμνει την κίνησή σου

στο χρώμα

στο παρελθόν

στο εντός

εκτός

και επί τα πάραυτα.

Με κάνεις να μη μιλώ στους φίλους μου

να λέω αλήθεια στον εαυτό μου τι κατάρα

κυκλώνομαι από αστέρια που πέφτουν στον αφαλό σου

και το φως διασπάται σε μολύβια

καλά ξυμένα.

Πολύ λεπτές ίνες βαμβακιού

δεμένες με αλάτι

στο σώμα μου που κατοικείς

φτιαγμένο πέρα από τα νησιά του γυαλιού.

Γρασάρω τα γρανάζια μου.

Τα λερωμένα δάχτυλα τα σκουπίζω πάνω σου.

Στο τέλος πνιγμένος

απ’ το μυαλό μου πιάνομαι.

Τα είπε καλύτερα ο Ουαλός

!!!

ανθοφορεία

Αν έπρεπε να διαλέξω τρεις λέξεις για τον Απρίλη η πρώτη θα ήταν, η ματιάμουσφηνώθηκεστηνπαρείασουκιάνθισε η δεύτερη,κυλωθυσίασταλόγιασου και η τρίτη ,το κύριο όνομα Σώσεμεχθές.

Η σιωπή των δρόμων μετατράπηκε σε φλυαρία στα παρτέρια και στους μπαξέδες.Δε μπορεί να μην πρόσεξες την επανάσταση.Αυτό που μυστικά ονειρεύτηκε ο μίσχος τόσο καιρό στο λέει τώρα.Στο φτύνει κατάμουτρα.Κρίνε το όνειρο και διάλεξε ζωή.Η θρυμματισμένη λογική καίει τις εφημερίδες της,κουνά προκλητικά τα κέρματα στην κωλότσεπη και δεν ανέχεται να βγεις από την καταπακτή.Αυτή η δόνηση όμως μυρώνει. Σκέφτεσαι αυτό που ανθίζει αλλού,ανθίζει αλλού αυτό που σκέφτεσαι.Οι περιπατητές της άνοιξης είναι ναυαγοί της ασφάλτου.Σκοτώνονται ζωντανοί.Τους μαζεύουν με τ’ ανθοφορεία.Συνάφεια λόγων και χρωμάτων τα τραύματα.Στo νοσοκομείο λοιπόν με τον Μοντιλιάνι και τον Λαπαθιώτη.Τον Μπαμπασάκη και τον Κόρσο.Αναλογίζεσαι και μετράς τα τελευταία μέτρα του ουρανού που αλάνεψες.Πριν πεθάνεις πίνεις όλο τον κόσμο από το δάκρυ σου,ίσα ίσα για να μην ξαναζήσεις.Πρόδηλα όλα.θα γίνεις καλά.

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα τραγούδι για τον Απρίλη αυτό θα ήταν από τους JESUS.

Υ.Γ.1

Τα χρίτς χράτς των βινυλίων είναι ποίηση.

ΝΤΕΓΚΡΕ ΖΕΡΟ

Όλα έχουν μια περιπέτεια μέσα τους.

Το ωχρό του αέρα μετάξι

χορεύοντας στο μπαρ <<Ντεγκρέ Ζερό>>

οι κάθετες λάμψεις των αντανακλάσεων στην παλάμη που υψώνεται

το ροδαλό ημίφως σκότος που τρίβει το σοβά στα μπαλκόνια.

Υπάρχει ένα φορτίο που συσσωρεύεται στο καμένο κύκλωμα ως ερώτηση.

Κάτω από ποια κατάσταση να γνωρίσω;

Μία τρύπα στο κεφάλι ή στο πάτωμα

διαλέγει τη μουσική

το σεξ

τις ουσίες

την ανοησία.

Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ΄τον εαυτό σου.

Μα ο ρυθμός.

Ώ ο ρυθμός είναι συμπαγής στα χέρια που λύνονται.

Στο σύμπαν που βρίσκεται μέσα σ’ένα μάρμαρο που γίνεται κομμάτια

νερό που λιγώνεται πάνω στο χαλκό και πρασινίζει

στο πηχτό  του λόγου μελάνι .

Όλα έχουν μία περιπέτεια μέσα τους και ένα ρυθμό

που χτυπά στο κέντρο.

Μ΄αυτόν θα καπνίσω τα δάχτυλά σου

κρατώντας όλο τον καπνό μέσα μου.

Βρίσκω το κουράγιο εν τέλει να ανατινάξω την ύλη

όπως το τέλος εκείνης της ταινίας

ενώ σιχαίνομαι συνάμα

-θεέ μου πόσο σιχαίνομαι-

όταν η απογοήτευση με οδηγεί στην αυτολύπηση.

Κράτα αυτό το γεγονός.

Εκείνο το απόγευμα που μας έκανε έρωτα ο ήλιος

όλα είχαν μία περιπέτεια μέσα τους

και ένα ρυθμό στο κέντρο.

στον Adrian Borland

Υ.Γ.1

Στο δισκάδικο που με ταΐζουν εκείνο το περίεργο φρούτο στο στόμα  για να ξεχνώ τα μάταια και τα περιττά συνάντησα τον διάβολο.Έψαχνε στο ράφι με τις psychedelic acid rock κυκλοφορίες ενώ στο κατάστημα είχε διακοπή ρεύματος.Με κοίταξε σα να με περίμενε.Εγώ τον κοίταξα φοβισμένος και έκανα πως δεν τον είδα.Αυτός χαμογέλασε και αφού με πλησίασε, στο σώμα μου ένιωσα μια καύση,μια ηδονική ανατριχίλα από απαγορευμένη κορύφωση.Φοβήθηκα ο φουκαράς και κοντοστάθηκα κοιτάζοντας λες και κατάπια ντεπόζιτο.Άρχισα να λέω την πατερική προσευχή από μέσα μου για να τον ξορκίσω.Με πλησίασε στο αυτί με αργή κίνηση και ψιθύρισε<<Σκάσε.Καιρό έχω να σε δω,δεν κάνουν έτσι οι φίλοι>>…και απόθεσε  στα χέρια μου σαν σπαθί ένα βινύλιο χρωματιστό.Βαθύ κόκκινο.Μύριζε το χνώτο του σάπιο μήλο και ρητίνη.Πρόσεξα πως πήρε ένα βινύλιο για την πάρτη του.Το ομώνυμο των H.P.Lovecraft του ’67.Πλήρωσε με κέρματα ευρώ Βατικανού και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει ανάβοντας πουράκι έξω στο πεζοδρόμιο.Το ρεύμα επανήλθε.Θεός ,σκέφτηκα.

Η μπάντα φλέγεται L’Épée και ο τίτλος του δίσκου φλέγεται Diabolique. Έβαλα το βινύλιο στο πικάπ του μαγαζιού για να τσεκάρω τη μαγκιά του.Έχασα τη δικιά μου.Διάολε είχε δίκιο.Ξέρετε ,είναι από εκείνους τους δίσκους που σε κερδίζουν από τα πρώτα μέτρα.Όλα τα αυθεντικά συστατικά ενός γκαραζοψυχεδελικού ποπ ροκ αριστουργήματος είναι εδώ.Μια τζούρα 13th Floor Elevators, δυο δόσεις Velvet Underground μια πρέζα Γαλλικό κινηματογραφικό νουάρ αγωνίας των 60’ς-70’ς αλά Michel Legrand,ακόμα και εσάνς Amon Duul II.Mα πάνω απ’όλα το απερίφραστο ταλέντο του Anton Newcombe των Brian Jonestown Massacre τα αισθησιακά φωνητικά της σινεματίκ γυναίκας αράχνης Emmanuelle Seigner και το άρτιο ταπεραμέντο των The Limiñanas.Ο δίσκος είναι του 2019.Δύσκολα βγαίνει απ’το πλατώ εδώ και μήνες.

Το δισκάδικο που με ταΐζουν εκείνο το περίεργο φρούτο στο στόμα λέγεται Λωτός.

Υ.Γ.2

Ο συγκλονιστικός Τόλης Νικηφόρου.Από το τέταρτο βιβλίο ποίησης που εξέδωσε το 1980.Πεταμένο σε μια γωνιά παλαιοπωλείου.Μοσχοβολιά υγρασίας χρόνων και υπογείου.Με βρήκε.Δεν το βρήκα.Στο εξώφυλλο νομίζω βρίσκεται το καλύτερο ποίημα.

Υ.Γ.3

Σπάσανε τριάντα χρόνια σιωπής από τον μπασσίστα των SOUND , Graham Bailey από τον φίλο Γιώργο του Mic.gr.΄Ίσως η πιο υποτιμημένη μπάντα των ’80ς.Το κομμάτι I can’t escape myself(και όχι μόνο) είναι από τα πιο άμεσα άσματα με μόνο πυρήνα την ειλικρίνεια του Adrian Borland.Τολμώ να πω ότι ισοδυναμεί ίσαμε τριάντα βιβλία ψυχολογίας.O χορός στο μπαρ Ντεγκρέ Ζερό στο ποίημα έγινε υπό τους ήχους του συγκεκριμένου τραγουδιού.ΕΔΩ η συνέντευξη.

Υ.Γ.4

Η φωτογραφία στην αρχή είναι του Πολωνού αρχιμάστορα Wojciech Plewiński.

ΟΙ ΤΑΦΟΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

Τα φωτοκύτταρα αρνιόντουσαν πεισματικά ν’ανοίξουν τις πόρτες.

Τη μόνη μέρα που πήγα στο μαγαζί της ζωής μου για να καταναλώσω.

Ήθελα πίσω τα χρόνια

αυτά που χάρισα βλέποντας τηλεόραση.

Τις αποφάσεις που άλλαξα για χάρη της μετριότητάς μου.

Πληρώνω όσο όσο.

Να πάρω πίσω φράσεις που ξεστόμισα

και σκούριασαν  σε αυτιά ξένα

στις ηλίθιες συζητήσεις με μπάσταρδους

μόνο και μόνο

για να μην συγκρουστώ μαζί τους.

Τι ξόδεμα.

Βλέπεις δεν καταλάβαινα πως κανείς μεγαλώνει με το όχι.

Με την αγία άρνηση.

»ΚΛΕΙΣΤΟΝ» το μαγαζί λοιπόν.

Στο δρόμο της επιστροφής

ένα σχισμένο αλουμινόχαρτο σοκολάτας

πέρασε κάτω από τον βηματισμό μου.

Βιαζόταν για τη χωματερή.

Στο σπίτι όλα είχαν αναχωρήσει

βιβλία ,φλυτζάνια ,καπνικά και ακτινογραφίες

και με το στανιό λογιστής και λελογισμένος

σκυφτός παντού

παντού σκυφτός

μαζώχτρα στις θυρίδες και στα κιβώτια

τ’αυριανά κτερίσματα.

Αργά το βράδυ προσευχόμουν για αιώνια ζωή.

Πες μου τώρα Μυρτώ

ποια τέχνη

ποια αρχαιολογική σκαπάνη να γυρέψω

στο φως να φέρω

τους τάφους ανάμεσα απ’ τους τοίχους.

Υ.Γ.1

Το φως που μεταβάλλεται και διαθλάται μέσα από την καλλιτεχνική καραμέλα είναι πολύ πιο ζωντανό από αυτό του γυαλιού.Συγκεκριμένα, το ταξίδι γίνεται πιο μακρινό και ευγενέστερο.

Düsseldorf

Οι φίλοι  χρωμάτισαν με τη σκιά τους τον χάρτη

τις παράκτιες γραμμές

τον κατακόρυφο διαμελισμό.

Από τα σωθικά τους περνούνε οι σιδηρόδρομοι του Düsseldorf

οι όρχοι ,τα εργοστάσια σαν μοτίβα  ατέρμονων σειρών.

Τους καλώ στην πίσω αυλή μιας εργατικής κατοικίας

όπου ένα τραπέζι  χωλαίνει

καθόμαστε να δειπνήσουμε τη βροχή που αγάπησα περισσότερο

καταμεσής

στη χωματερή των Χριστουγέννων.

Τρώμε με τα χέρια.

Μαζί χαζεύουμε τους ανθρώπους   

που αγαπούν τα αυτοκίνητα σε μια πληκτική μέρα.

Καθένας είναι το κολάζ του άλλου

από ασπρόμαυρες φωτογραφίες τραβηγμένες σε πεζογέφυρες

προσεκτικά κομμένες με ψαλίδι

και τονισμένα τα μάτια με μολύβι κάρβουνου.

Μέρες  σαν νύχτες με κύφωση.

Το χιόνι λευκαίνει τις σελίδες

τις κοκκινίζουν οι λέξεις.

Έτσι πάει και είναι σίγουρο.

Λέγαμε αντίο στον άνεμο

δεν κάναμε ταμείο ούτε  για τα έξοδα.

            —————–

Μου λένε η γη είναι κουμπαράς

και μια μέρα τα σώματά μας θα γίνουν νομίσματα.

Τουλάχιστον έτσι μία αξία να αποκτήσουμε.

Τέτοιοι είναι.

Τους έχω δώσει  μία εντολή.

Φίλοι είναι και την υπόσχεση την κρατούνε.

Να με αλείψουν με βούτυρο

και να  με τυλίξουν σε τσόχα

μετά να πετάξουν το σώμα μου στη νέα απλότητα.

Εφόσον καμιά προσευχή δεν πάει χαμένη

να μία κοινή που θα κάνουμε την ύστατη ώρα.

«Αυτοί που δεν είδαν το φως  του άστρου

καταδικασμένοι να είναι                        

να το ακολουθούν                                     

στο πέτο των βασανισμένων τους.»

.

.

στους φίλους μου.

για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, Δράμας (και απανταχού).

στον Josef Beyes.

Υ.Γ.1

Χρίστος Λάσκαρης                                                                                                                                                        «Διαβάζοντας ένα ποίημα» 
Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη 
όταν την είδα να έρχεται από μακριά: 
μισή γυναίκα, 
μισή όνειρο. 
Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω 
στεφανωμένη 
με άνθη κερασιάς. 
Τότε κατάλαβα 
τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.

Τον Μάρτιο του ’83 οι SIOUXSIE AND THE BANSHEES έκαναν για δεύτερη φορά περιοδεία στην Ιαπωνία.Την επισκέφτηκαν την εποχή που ανθίζουν οι πασίγνωστες  ιερές κερασιές της, αφήνοντας έκθαμβους τους μουσικούς από την ομορφιά.Ιδιαίτερα τη Siouxsie την στιγμάτισε βαθύτατα.Όταν επέστρεψαν στην Αγγλία και μπήκαν στο studio για την ηχογράφηση του έκτου album HYÆNA δεν ξέχασαν τις εντυπώσεις από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.

Τον Μάιο του 1984 κυκλοφόρησε το τρίτο single από το album  με τίτλο DAZZLE(ένα αριστούργημα με την προσθήκη 27μελούς συμφωνικής ορχήστρας).Στη β πλευρά του single ηχογραφήθηκε ένα τραγούδι που του δόθηκε όλη εκείνη η αίσθηση της Άπω Ανατολής ως επίγευση,το »I PROMISE».Στην αρχή του τραγουδιού ακούγεται ένα μουσικό κουτί μπρελόκ που δόθηκε δώρο στη Siouxsie από έναν Ιάπωνα θαυμαστή από εκείνη την περιοδεία.Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήσε ο Budgie, ο drummer του group, και ένα duracell bunny για έξτρα πιατίνι.Ο Severin(μπασίστας) λάτρεψε αυτό το τραγούδι τόσο πολύ που ήθελε να μπει στο κανονικό album.Σε αυτό το σημείο να πω τη δύναμη των τραγουδιών που κρύβονται υποτιμημένα πολλές φορές στις β πλευρές των 7ιντσων και 12ιντσων maxi single βινυλίου ή καί cd και αποτελούν πραγματική αποκάλυψη των δυνατοτήτων των καλλιτεχνών.Θα επανέρχομαι στις βήτα πλευρές  γιατί πιστεύω ότι αξίζει ο κόπος σε αυτά τα περίεργα και ανήλιαγα υπόγεια των δίσκων.

Ακούγεται δυνατά.

I PROMISE

When a samurai cries it’s like an unloved child
And when a sad child sighs you can hear the sound of
Lovers cry – lovers cry

Wait until the dark for the night dog’s bark
Where the ravens beat their wings on broken promises –
On broken promises

I promise

When a promise lies it’s like a friend that dies
When a flame has died all you can do is sigh
Oh sigh sigh oh sigh sigh

And when the samurais die oh loveless child
And the nightingale sighs at the saddened
Blackened sky
You will hear the sound of lovers cry
On broken promises

Υ.Γ.2

Ένα αντίο στον Δημήτρη Εϊπίδη.Δεν τον γνώριζα τον άνθρωπο.Αλλά τον γνώριζαν φίλοι και έλεγαν τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά του.Μου έλεγαν πως συμμάζεψε το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης οικονομικά χωρίς να του λείψει τίποτα όσο ήταν πρόεδρος.Εντάξει.Έφερε τον Jim Jarmusch.Δεν είναι λίγο να βλέπεις αυτόν τον μεγάλο δημιουργό να βολτάρει στην παραλία Θεσσαλονίκης.Την επομένη στη συνέντευξη που δόθηκε στα πλαίσια του φεστιβάλ ήμουν παρών με μια κάμερα.Έβλεπα επιτέλους από κοντά τον άνθρωπο που σκηνοθέτησε το permanent vacation ,stranger than paradise,down by law που στη δική μου γενιά θεωρήθηκαν  μύθοι της underground κουλτούρας  .Το κυριότερο όμως ήταν ότι τον άκουσα.Και ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα ν’ακούσω.Ένας σκηνοθέτης με απόλυτη προσήλωση στη διαφορετικότητά  και την δημιουργία μέσα από αυτό το περίπλοκο πρίσμα.Ήταν μία δύσκολη περίοδος τότε και θεωρώ εκείνη τη μέρα σαν φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ένα «προχώρα».Καλό ταξίδι κύριε Δημήτρη.

Εδώ μία υπέροχη συνέντευξή του.

Υ.Γ.3

«I know nothing
I’m just sitting here looking at pretty colours Mother
Fucker»

Καλή χρονιά.

Το 20 ήταν ακατάλληλο για ενηλίκους.Ανάσα δεν πήραμε.Μετράμε απώλειες.

Εύχομαι από καρδιάς υγεία σε όλους.Στις οικογένειες και στους φίλους.Καί στους εχθρούς.

Ένα κομμάτι από το ντουλάπι μου,που τό ‘χω χορέψει μεθυσμένος στα Μπερλίν στα Λούκυ Λουκ στις άγνωστες παραλίες της άγονης.

Με έναν πόνο το 21.

Αφιερωμένο.

ΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΟΥ…

«Η ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει ενώ είσαι απασχολημένος με άλλα σχέδια»

<<Θυμάμαι τότε μέναμε στο Περιστέρι.Εγώ ήμουν εφτά χρονών και δε θυμάμαι πολλά από τη γειτονιά.Θυμάμαι όμως το σπίτι μας και το μεγάλο χολ ,όπου συνήθιζα να παίζω μπάλα με τον μπαμπά μου.Μια μέρα εκεί που παίζαμε χτύπησε το τηλέφωνο. Η μητέρα μου ήταν στην κουζίνα και έτσι ο πατέρας μου έτρεξε να το σηκώσει.Εγώ τσατισμένος γιατί σταμάτησε το παιχνίδι τον περίμενα υπομονετικά στη θέση μου.Μετά από μερικά λεπτά εμφανίστηκε ο πατέρας μου με μία όψη  συντριβής.Δεν έβγαλα άχνα.Τρόμαξα.Με κοίταξε και μου είπε<<Πέθανε ο Lennon>>.Μετά σωριάστηκε στο χολ λιπόθυμος.Πάγωσα.Άρχισα τα κλάματα.Η μητέρα μου έτρεξε πανικόβλητη να τον συνεφέρει με νερό.Μετά από μισό λεπτό συνήλθε. Ένιωσε ένα όγκο στενοχώριας μας είπε ,και ένα κύμα πίκρας που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί.Οι δίσκοι των  Beatles του Lennon και του Dylan ακουγόντουσαν στο σπίτι μας από τότε που με θυμάμαι.>>

Την ιστορία αυτή μου την είπε ο Σπύρος Π. από την Αθήνα.Είμασταν φαντάροι στην Αλεξανδρούπολη το 1995. Πηγμένοι καί οι δύο.Kάτι μήνες χωρίς άδεια.Γνωριστήκαμε εκεί και κολλήσαμε γιατί είχαμε πάθος με τα φρικιά των ’80ς και τη  μουσική τους.Μου έδωσε και μια κορυφαία κασέτα με γκοθιές. Την ακούω ακόμα.Και να κάτι παράδοξο και κινηματογραφικό συνάμα.Την ιστορία του μου την εκμυστηρεύτηκε γιατί στο άθλιο τρανζιστοράκι μου εκείνη την στιγμή έπαιζε το imagine , ενώ είχαμε λύσει τα οπλοπολυβόλα μας στον πάγκο του λόχου και τα καθαρίζαμε για την επιθεώρηση Παρασκευής.Good morning Vietnam.

Του ζητούσα θυμάμαι να μου την λέει συχνά,  επειδή αδυνατούσα να καταλάβω τότε γιατί ένας άνθρωπος λιποθυμά για κάποιον που δεν γνωρίζει και δεν τον έχει ζήσει ή τέλος πάντων εφόσον σημαίνει τόσα πολλά για εκείνον, γιατί αντέδρασε με τόσο ακραίο τρόπο.Ένα μείγμα θαυμασμού και απορίας γεννήθηκε.

Ήμουν 19 χρονών και οργισμένο νιάτο ,πριν παρουσιαστώ στον χακί παράδεισο.Πάνω κάτω στην πλατεία Ναυαρίνου,Punk ,new wave και νταρκίλα , τσαμπουκάδες και αλκοόλ,σκοτεινά μπαρ με άθλιες τουαλέτες,φίλοι σκυφτοί με eyeliner , Camus  και Tuxedo,μαύρα στενά ρούχα,μαύρες αρβύλες,μαύρα μακριά  παλτό,μαύρα μάτια μαύρα φρύδια μαύρα και καρφιά μαλλιά,δίποδες νεκροφόρες στη λεωφόρο της ανυπαρξίας.Αυτά μου τύχαν δυστυχώς ,μα τ’αγαπάω ευτυχώς. Σιγά μην άκουγα τους φλώρους τους Beatles και τον σαλιάρη τον Lennon.

Μετά όμως αργά το απόγευμα, πήγαινα σπίτι και μου έκανε τηγανητά αυγά η μαμά μου για να φάω.Anyway.

Αυτή η προσωπική ιστορία του φίλου Σπύρου δεν έφυγε ποτέ από την κούτρα μου.Στα χρόνια που έμελε να περάσουν έπεφτα κατά καιρούς σε βιβλία , συνεντεύξεις και μουσικά ντοκιμαντέρ για τη μουσική που με σφράγισε και επεσήμαναν με καθαρό τρόπο την επιρροή της μουσικής των beatles και του Lennon.Του Lennon φυσικά καί ως προσωπικότητα.Τα παραδείγματα είναι άπειρα ,θα αναφέρω όμως τρία τρανταχτά.

Ο Joe Strumer των Clash θαύμαζε τον Lennon αν και δεν  γούσταρε γενικά τη μουσική των beatles(ως γνωστόν η ρήξη του punk κινήματος με  τους χίπις και την ουτοπία τους χάραξε μία σαφή διαχωριστική γραμμή).Η ιδεολογική και πολιτική συνάφεια των Clash με αυτή του Lennon όμως έχει μια φυσική συνέχεια.Ο ρατσισμός,η πολιτική  και αστυνομική βία(είπατε τίποτα;) ,η κοινωνική αποξένωση , η παγκόσμια ειρήνη  και ο παγκόσμιος αφοπλισμός είναι κοινός παρονομαστής. Αν τις ενώσεις  ομοιάζει με έναν άνθρωπο ονειροπόλο τσαμπουκά και ακτιβιστή.Ας πούμε οι στίχοι του » I don’t want to be a soldier mama»από το album «Imagine»του 1971 ,ενός τραγουδιού-κατάθεση κοινωνικής συνείδησης  ενάντια στην στρατοκρατία(και όχι μόνο)δίνει τη σκυτάλη στο αντιπολεμικό αριστούργημα και κάλεσμα άρνησης στρατάτευσης «The call up» από το album SANDINISTA των Clash.Και στα δύο τραγούδια διατρανώνεται το πανανθρώπινο δικαίωμα να ζει κάποιος τη ζωή του χωρίς να χρειαστεί να πεθαίνει άδικα στην παράνοια ενός πολέμου.

Ο Kurt Cobain λάτρευε τους beatles.Τους θεωρούσε κύρια επιρροή του στην μουσική του εξέλιξη.Άλλωστε αυτή η μουσική ιδιοφυία δεν κολλούσε να παραδεχτεί τις επιρροές του,ίσα ίσα ήταν τιμή του και τις ανέφερε χωρίς πρόβλημα.Σε κάποιο ντοκιμαντέρ για τους Nirvana(δυστυχώς δε θυμάμαι σε ποιο να πάρει) είχε ειπωθεί από κάποιον συνεργάτη του πως όνειρό του ήταν να μπορέσει να παντρέψει τους Black Sabbath με τους Beatles.Κατά τη γνώμη μου το πέτυχε.

Το τρίτο παράδειγμα είναι ο Jello Biafra των Dead Kennedys.Αλλά αφήνω να σας το πει ίδιος.

Το σοκ,τα αφιερώματα και τα ενθυμήματα κατέκλυσαν τα πάντα μόλις πέθανε ο John -στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες και στα υπνοδωμάτιά μας,δίπλα στο πικάπ.Συνειδητοποίησα πόσο αγαπώ τον John Lennon και πόσο τον αγαπούσα όλα αυτά τα χρόνια.Γούσταρα ιδιαίτερα τη συνέντευξη στο PLAYBOY που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του.Ήταν ο John ,μια ανθρώπινη ύπαρξη που <<έφτυνε>> σοφία,συμφιλιωμένος με το πνεύμα του,το ταλέντο του και τη θέση του στον κόσμο.Ναι , εντάξει,στιγμές στιγμές ήταν καυστικός,αλλά ήταν καυστικός ακριβώς με τον τρόπο που προτιμώ.Ήταν μια αγαπημένη mainstream μορφή της pop,η οποία σέρβιρε την ίδια διεγερτική τροφή για σκέψη που θα περίμενα από μια πολύ καλή συνέντευξη του Frank zappa,του Iggy Pop ή κάποιου άλλου πρωτοπόρου του punk.Ήταν φιλικός,αστείος,και σίγουρα εξακολουθούσε να νοιάζεται για όσα συνέβαιναν γύρω του.Εδώ υπήρχε αυτό που έλειπε από το mainstream-η συνείδηση.Μου φάνηκε υπέροχο να του μιλούσα.Τον ένιωσα φίλο μου.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από ένα εξασέλιδο κείμενο του Jello Biafra για τον Lennon. Βρίσκεται στο βιβλίο «Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ LENNON» εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, όπου μαζί με άλλες 71 φωνές ,γραφτήκανε κείμενα για εκείνον μετά από πρόσκληση της Yoko Ono για τα 25 χρόνια τότε από το θάνατό του.

Η συνέντευξη στο PLAYBOY εδώ

Τα κουτάκια με τα χρόνια διαλύθηκαν.Αυτό που κάποτε ήταν δεν είχε νόημα πια .Οι συνθήκες ωρίμανσης στη μουσική, μου την είχαν στημένη.Δεν υπήρχε καλή ή κακή μουσική,αλλά ενδιαφέρουσα μουσική.Η απορία για τον πατέρα του Σπύρου λύθηκε.Έμεινε ο θαυμασμός.Έτσι κάθε φορά που έβρισκα τους συνδετικούς κρίκους της μουσικής των Beatles και του Lennon στη μετέπειτα μουσική κατάσταση του κόσμου έλεγα στον εαυτό μου<<για φαντάσου…>>. Όπως και ίδιος.

Ένα δάκρυ είναι λίγο για τον Lennon.Ένα δάκρυ είναι ότι πρέπει για τον Lennon.Το πρωί της ογδόης Δεκεμβρίου,στα σαράντα του,περπατώντας σκυφτός στο τριμμένο παλτό του ’50 του γκασταρμπάιτερ  θείου μου, κόντρα στον ήλιο του χειμώνα που τύφλωνε, το ένιωσα να κυλά.

Μέσα μου έπαιζε το jealous guy.

Ο σκώληξ ο ακοίμητος.

«Περπατάμε για το νόημα,όχι για την ήττα»        Κώστας Καναβούρης

Υπάρχει στην Θεσσαλονίκη μία διαδρομή που σε παρακαλεί να την κάνεις με τα πόδια.Όλες τις εποχές δύναται ,μα συγκεκριμένα το φθινόπωρο ανάβει ο λύχνος. Και από διαδρομή γίνεται πορεία.Προσωπική.Δεν βάζω το παραλιακό μέτωπο που ούτως ή άλλως είναι μία διαδρομή με τις δικές της ανταύγειες και θριάμβους.

Μιλώ για την διαδρομή της οδού Αγίου Δημητρίου στο κομμάτι εκείνο που ξεκινά από το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας μέχρι την αρχή της Τριανδρίας.

Η διαδρομή αυτή έχει άπλα.Θυμίζει τη ρυμοτομία ευρωπαικού προάστιου σε μία πόλη που μοιάζει σαν τυρί τετηγμένου τσιμέντου.Στα πεζοδρόμιά της αλλά και στην κεντρική παχιά νησίδα ζούνε δέντρα.Πλάτανοι,ψευδοπλάτανοι,ιβίσκοι,πεύκα,έλατα,λιγούστρες,ακακίες και ένα κυπαρίσσι όμορφο ,μια πράσινη μακρόστενη φλόγα που το φωνάζω Sandoval.Τα πεζοδρόμια του δρόμου είναι φαρδιά, που σε κάποια σημεία βέβαια στενεύουν, αλλά το μεγάλο προνόμιο είναι ότι βρίσκεται στο ψηλό διάζωμα της αμφιθεατρικά χτισμένης πόλης  κερδίζοντας το φως που ως γνωστόν βαρά το ντέφι τούτη την εποχή.

Περπατώντας την λοιπόν συχνά νιώθω πως κάτι εκεί με καταδιώκει.Η ίαση σαν νά ‘ναι παράλληλη με την αμφισβήτηση.Όλο αυτό σαν τραγούδι χορού  σε αρχαίο δράμα.Κινούμαι αποκαμωμένος με αμφιθυμία στο θόλο μιας ήσυχης ανησυχίας.Η υγρασία που σπάει το μεσημέρι θρυμματίζει την ασώματο κεφαλή που πέτρωσε με τα χρόνια,την κάνει να δακρύζει, θρυμματίζει και τις σιδεριές των λέξεων που με τόση βιασύνη και ηλίθια σιγουριά ξεστόμισα στον κουρασμένο κόσμο. Και να δύο λέξεις που παιδεύουν,ώ πόσο παιδεύουν.Παρατήρηση και εναρμόνιση.Με αυτήν τη σειρά.Η πρώτη είναι μεγεθυντικός φακός, η δεύτερη λευκό τετράδιο.Εκεί εγγράφεται ο όρκος σε κάθε τωρινό απομεσήμερο.Τι είδους σχολείο είναι αυτό;Το φως πλαγίως και συνεχές,μετουσίωση σαν παράθλαση,perfect destruction . 

Δεν βιάζομαι να αποφοιτήσω.

Ο πολυμερισμός του φωτός δεν σκληραίνει τα υλικά.Τα λειαίνει.Με μαλακό και άνετο τρόπο,σχεδόν φθορισμού,δίνοντάς τα το δικαίωμα να παρουσιάζονται όπως ήταν στην απαρχή του κόσμου.Έτσι αθωώνονται εσαεί.

Και κάτι περισσότερο.Ρομαντισμός ως στοιχείο της όλης αισθητικής.Εδώ οι ποιητές των λιμνών αιωρούνται  για έναν κόσμο που τίποτα δεν είναι τυχαίο.Οι λωρίδες κυκλοφορίας ανοίγουν, ανοίγουν τα υπόγεια και οι κρύπτες να γεμίσουν με το ιερό μάγμα.Όλα αυτά χωρίς πρωτόκολλα. Πέφτω στο καλούπι μέσα ανατριχιάζοντας.

Θα ακουστεί σκληρό αλλά η έλλειψη αυτής της αντίληψης θα μπορούσε να θεωρηθεί βλαστήμια.Ίσως ακούγεται και ναρκισσιστικό.Αλλά πως κωφεύει κανείς σε αυτόν τον ερωτικό περίπατο- παφλασμό με τα φαγωμένα  υποδήματα από τη μοναξιά;Πως να μην αρπάξεις την ευκαιρία για να λύσεις έστω έναν κόμπο από εκείνο το δεσμό στο στομάχι που περιπλέχτηκε από τη διάλυση σε συνέχειες σε τούτο τον τόπο που λέγεται σώμα;

Η σκυτάλη από το καλοκαίρι έχει δοθεί.Στα ζούδια και στα τέρατα της κάτω γης.Όχι για συνέχεια μα για τελεία.Ένα κενό μάλλον πριν την τελεία.Ένα σώπα και άκουσε,πάρε βαθιά ανάσα,μετρήσου.Από το κόκκινο στο φαιοπράσινο,στην ώχρα και την απογύμνωση.Τα πλατονόφυλλα που κείτονται αλλάζουν την ιδιότητά τους σε ταφικά άνθη, μπατίκ μοτίβου,στην μακροσκελή πομπή των ημερών.Η μουσικότητα αυτού του ζωτικού θρήνου κάνει τον σκώληκα τον ακοίμητο πιο ζωηρό,γυροφέρνει στους ιστούς και στις διόδους ,στο λαβύρινθο του αυτιού ,στις φλέβες,πάντα πορτοκαλί απόγευμα, κάνοντας την ασάφεια βαριά καμπαρντίνα.Ανυπόφορη ευλογία μα και τι θα γινόμασταν βρε αδερφέ χωρίς αυτήν.

Κάθε άνθρωπος θαρρώ  έχει μια βουβή ρωγμή που καλείται(αν αφουγκράζεται)να την παρουσιάσει σε αυτό το ιδιότυπο σκηνικό θεάτρου, κουβαλώντας επί σκηνής τις μάσκες του μαζί με τα παιδικά του παιχνίδια.Κάποτε αγαπημένε και απανταχού Ρουμί μου παραπονέθηκες γι’αυτήν τη ρωγμή σου.Μα από αυτή τη ρωγμή είδα μέσα σου.

Έτσι γινόμαστε το δέκατοπέμπτο παιδί της Νιόβης,αυτό που ξέφυγε από το βάρος των θεών που ψάχνουν να το φονεύσουν.Κρυφτήκαμε στο άσυλο,στο φθινόπωρο που είναι έργο τέχνης που εξελίσσεται στην άκρη του καμβά.Ο ζωγράφος εκεί κρατά με το ίδιο χέρι ,πινέλο και τσιγάρο, δίνοντας στην ανθρωπότητα το απερινόητο με ακρίβεια ελεύθερου σκοπευτή.

Egon Schiele, Four Trees, 1917

Καταλήγοντας.Όπως κανείς διαπιστώνει δεν πρόκειται για μία απλή βόλτα.Είναι μία υπαρξιακή κρίση με δρασκελιές για μετρίδι, σε χρόνο μεταβυζαντινό που καθορίζεται από μία επιμονή-ή ένα γινάτι-στην βαθιά πίστη της εκμάγευσης.

Μια θρησκεία που κρέμεται από μια κλωστή έχοντας σαν πιστεύω πως ακόμα και αν κλέψουν τα άστρα,με τριμμένο φελιζόλ θα τα φτιάξουμε.

Το κείμενο το αφιερώνω στον Γιώργο Ιωάννου.Σε αυτόν τον κορυφαίο λογοτέχνη που ανακαλύπτω δυστυχώς αργά στη ζωή μου.Αν θέλετε και έχετε χρόνο σας προτείνω δύο βιβλία του που κατά τη γνώμη μου μπορεί κάποιος να γνωρίσει τη δύναμη της γραφής του.Η <<ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ>> και η <<ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ>>.

Ο τίτλος του κειμένου είναι δανεισμένος από μία φράση του.

Υ.Γ. Στην ΣΑΡΚΟΦΆΓΟ υπάρχει μία ιστορία που λέγεται «Το κρεβάτι».Την αφιερώνω στην Βιτάλια Ζίμμερ της οποίας τα κείμενα με έχουν ταξιδέψει.Με βαθιά εκτίμηση.

τα άστρα θα μπορουσαν να ειναι τελειες

Τα άστρα θα μπορούσαν να είναι τελείες.

Σε μια φράση που είπες κάποτε

και θα έπρεπε να την έχεις σταματήσει.

Σε μια πρόταση που δεν τόλμησες να προφέρεις

και θα έπρεπε.

Σε κείμενα αιρετικών πληβείων

που χαλάνε την πιάτσα στις θρησκείες

και σ’ εκείνες τις έξι τρύπες στο σιφόνι του νιπτήρα

που χύνονται τα λίπη του κόσμου τούτου

όταν πλένεις τα πιάτα.

Θα μπορούσε να είναι και οι θέσεις στη ζώνη σου

που σφίγγεις ή ξεσφίγγεις.

Αποφάσισε.

Η πίσω πλευρά από σφαίρες

εφτά εξήντα δύο μιλιμέτρ

που ένας δεινός σκοπευτής τις μετρά

και εσύ προσεύχεσαι να σε πετύχουν.

Είναι κουλ να πεθαίνεις από άστρα.

Με κάποιο τρόπο γίνονται νιφάδες χιονιού

και σβήνουν ως αποσιωπητικά στην άσφαλτο.

Για το τέλος αφήνω την ηδυπαθή τελεία.

Το φεγγάρι στην ολότητά του.

Αλλά αυτή είναι άνω.

Γιατί τίποτε δεν χάθηκε ακόμα.

Εύκολα λέει κανείς τελεία και παύλα

μα εξίσου εύκολα γίνεται και θαυμαστικό.

Ενενήντα μοίρες θέλει μόνο.

Κλώτσα τον ήχο

Κλώτσα τον ήχο.

Να πως γίνεται ο απόηχος μιας πομπής που περνά

ενός ποιήματος που σπάζει.

Γεμίζουν κενοτάφια ,κλειστές θυρίδες

γραμματοκιβώτια χωρίς όνομα.

Κλώτσα τον ήχο.

Ταλάντωση που θρυμματίζει κόκαλα υπερήλικων κοριτσιών

αντήχηση στο δωμάτιο

σκόνη που πάλλεται στο κενό

φτιάχνει καλειδοσκόπιο με την πρώτη θάλασσα.

Κλώτσα τον ήχο.

Ξεφτίζουν οι ίνες του προσώπου

μπροστά στον καθρέφτη

απέναντι από άλλο καθρέφτη

μέχρι να πεις <<θυμάσαι;>>.

Κλώτσα τον ήχο.

Χρυσός που ρέει

από το ουράνιο τόξο

πάνω από κεφάλια φίλων

πάνω από το μόνο κεφάλι.

Κλώτσα τον ήχο επιτέλους

για να απλωθεί σιωπή στην ώρα

γιατί το δάκρυ φτιάχνει μάτι

και όχι το αντίθετο.

Υ.Γ.1

Υ.Γ.2 ἄρρωστούργημα

Φθινόπωρο

Υπάρχει ένας δήμιος για κάθε απόγευμα.                                               Τα ίδια κάθε φορά τέτοιες μέρες.           Αποχαιρετισμός στην αφήγηση . Βαρύς ο βράχος ελαφρύς.

Πάλι ήρθε.                                                   Την ξέρω καλά την πλεχτή εποχή.            Ξέρει να πεθαίνει                                       πεθαίνοντας σε κάτι πράο και έντιμο.

Το χαμόγελο των χλωμών αγίων            πάνω από πυκνά δάση                              τράβα την κουβέρτα γη                            να σκεπαστούμε όλοι σε ένα                   να σκεπαστείς εσύ μέσα σε μένα.

Σημειώνω βραδέως.                                                                                             Τη συνέπεια της λύπης στο βάδην των φύλων.                                                          Την προέκταση του βλέμματος.

Ακολουθώ τις σταλαγματιές του αίματος                                                    σε πορεία πάνω στο πεζοδρόμιο           που αφήνει ο ήλιος ψυχορραγώντας    .     Με βγάζει στο άδειο καφέ να μετράω αντίστροφα από την αρχή του ινδίκτου.    Κλειστοί καταψύκτες,                                               ανεβασμένες τέντες.

Οι άνθρωποι μιλούν ψιθυριστά σιωπώντας                                                   για την κομψότητα αυτής της ατμόσφαιρας.                                              Συνεννοούνται αφαιρώντας,όσοι ξέρουν να αφαιρούν.

Τα χρώματα στριμώχνονται για συγνώμη                                                      που θα μας αφήσουν σε κρύους συγγενείς,                                               το ραδιόφωνο παίζει φθινόπωρο                      κι εγώ αποθέτω στις ανοιχτές παλάμες σου βιβλίο                                  το τελευταίο νέκταρ.

Το πικάπ

<<πολλοί αναρωτιούνται πως έζησα -δεν ξέρουν ότι πάντοτε έλειπα>>ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

1.TETRIS ΚΑΙ ARCANOID

Λεωφορείο τριάντα επτά.Ώρα πεντέμισι προ μεσημβρίας.Ο Ντάνιελ απολαμβάνει με κλειστά μάτια το δροσό που μπαίνει από τα παράθυρα. Οι αποσπασματικές εικόνες από το παρελθόν κάτω από τα βλέφαρά του, μεμονωμένες και αιχμηρές είναι σκίτσα του Basquiat σε μαυροπίνακα.Στάση Ιασωνίδου στοπ.Στην απέναντι ακριβώς στάση του αντίθετου ρεύματος-στην στάση Εγνατία-στέκονται ακίνητοι αυτή και αυτός.Ο Ντάνιελ την κατάλληλη στιγμή τερματίζει το υπερθέαμά του προσέχοντας τη δίνη. Αυτός,ένα αγόρι γύρω στα εικοσιπέντε,ίσιο κορμί μακριά καστανά μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα με άνετα ρούχα δρόμου,ισορροπεί με το δεξί του χέρι ένα μαύρο ποδήλατο και με το αριστερό του αγκαλιάζει με σιγουριά από τη μέση το κορίτσι που αφήνεται πάνω του. Μία κούνια σε κλαδί.Αυτή, συνομήλικη,έχει ελεύθερα τα μακριά μαύρα μαλλάκια της ανακατωμένα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά.Φορά ένα αεράτο κοντό μαύρο φουστάνι φλοράλ με επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Ο Ντάνιελ δεν μπορεί να διακρίνει από την απόσταση τι είδους λουλούδι είναι.Υποθέτει κρίνα.Προσέχει όμως ότι του κρατά τόσο απαλά το πρόσωπο με τα δυο της χέρια που φαντάζει μία κούπα με καφέ φίσκα γεμάτη. Δεν θα του χύσει ούτε σταγόνα.Το δικό της πρόσωπο για εκείνον είναι η έξοδος , το exit music (for film) των Radiohead.Για εκείνη το δικό του, μία συστοιχία κανονιών συντάγματος πυροβολικού σε ομοβροντία κατά παντός εχθρού. Φιλιούνται ακατάπαυστα.Πίνουν νερό ο ένας από τον άλλο και δεν ξεδιψούν.Η μέρα γράφεται στον αέρα .Όλο αυτό είναι ένα επιχείρημα.

Η εικόνα έχει την ομορφιά μίας άρπας σε χωράφι.Το κενό μεταξύ του ζευγαριού και του Ντάνιελ, με τις ίσιες και αυστηρές διαγραμμίσεις της ασφάλτου και των γωνιαστών πεζοδρομίων,των ρείθρων και των κάδων των σκουπιδιών του δήμου καμπυλώνει δημιουργώντας ένα indigo λιβάδι.

Τα κτίρια που τους περικυκλώνουν διασπώνται σε μικρά πολύχρωμα τουβλάκια tetris που καταρρέουν προς το έδαφος κάνοντας χάι σκορ.

Η εικόνα των νέων με όλες τις λεπτομέρειες που περιέχει θαμπώνει και ξεφτίζει σιγά σιγά αφήνοντας στη θέση της ένα κυπαρισσί χρώμα ,με μόνο ευδιάκριτο σημείο πια το περίγραμμά τους σαν αριθμημένες τελείες που ενώθηκαν.Μια ντουζίνα φωτονίων του Φάυνμαν χτυπιούνται στο έσω διάστημα του περιγράμματος όπως εκείνο το μπαλάκι του arcanoid, σε συνεχόμενη και εναλλάξ χαοτική κίνηση.Είναι αυτόφωτοι.

Ο Ντάνιελ προσέχει πως στο ηλεκτρονικό ταμπλό του λεωφορείου η ώρα δείχνει τριάντα τρεις και τριάντα τέσσερα πρώτα λεπτά.Είναι ογδόντα τρεις Αυγούστου ενώ στο πικάπ που κουβαλά συνέχεια μέσα στο κεφάλι παίζει το τραγούδι του Tim Buckley «Phantasmagoria in Two»,δεύτερη πλευρά δεύτερο κομμάτι.

Το όχημα ξεκινά μουγκρίζοντας βγαίνοντας από τη σκουληκότρυπα που είχε πέσει για τη συνέχεια του δρομολογίου του.Η δυαδικότητα του λεωφορείου που επήλθε ανάμεσα στον Ντάνιελ και την πραγματικότητα παύει να υφίσταται καθώς επέρχεται πια συγχρονισμός.

Η απέναντι στάση μετονομάζεται Ποδηλάτης σε Κρίνο.

Τι είναι Αύγουστος

Η βόλτα στο νεκροταφείο παίζοντας κουτσό αντί για τρισάγιο

τα παράσιτα στο ραδιοφωνάκι στο μαγαζί του τσαγκάρη

η πέντε εκατοστών στάχτη από το τσιγάρο που ξεχάστηκε στο τασάκι

είναι μία ηλεκτρική κιθάρα με distortion στα χέρια νηπίου

ο ιδρώτας των ματιών που στάζει προς τα μέσα

το βζίνγκ βζίνγκ της μύγας που ψάχνει το πτώμα στην ψαραγορά της λαϊκής

η ξαφνική στύση μέσα στο λεωφορείο γιατί θυμήθηκες

η ξαφνική ρήση γιατί ξεχάστηκες

το πετρέλαιο που έσταξε στην άσφαλτο και έφτιαξε την Κύπρο

η έλλειψη βιταμινών στα βλέμματα

η τηλεόραση που πέθανε και δεν το ξέρει

η καρδιακή ανεπάρκεια

η αλλεργία,η Αλγερία,η αγαμία

η σκόνη του γύψου στα ακροδάχτυλα φτιάχνοντας το εκμαγείο της λύπης

το κόλλημα της βελόνας στο τέλος της πλευράς ενός βινυλίου

τα ζόμπι των δρόμων που είναι χορτοφάγα εξ ανάγκης

το τέλος του θεού στο τέρμα του

ένας μικρός σουγιάς που ξύνει το λίπος της μέρας.

Σε μια πολύ φορτισμένη μέρα.Για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Μάγκας ο Ντίνος

Παλιός Σαλονικιός.Κιμπάρης άντρας.Στριμμένο άντερο.Δύσκολος και ευθύς.Ομοφυλόφιλος χωρίς τις πουστιές των νοικοκυραίων.Τότε.Όχι τώρα.

Το ναι,ναι και το όχι , όχι.Καβλιάρης και ακέραιος.Δεν σε γούσταρε;Σου την έλεγε.Σε γούσταρε;Σου την έλεγε πάλι.Τρίπτυχο φωτιά.Τσιτσάνης, Καβάφης και Χριστός.Χριστιανόπουλο.

Το πεζοδρόμιο κάτω από το παραθύρι του μας ευλόγησε.Αντίο.

Δια βίου πάθηση

Η σταγόνα που περιπλανιέται μέσα του

βγήκε από τα μάτια της.

Το βασίλειό του και η δυναστεία του διαρκούν

όσο τέσσερα γκελ μιας πλακέ πέτρας

στην επιφάνειά της κατά μήκος.

Lapis Lazuli.

Ο ρυθμός που υπαγορεύει ο μετρονόμος της σιωπής είναι φυγή.

Το σκοτάδι δραπετεύει απ’το ημίφως και όταν έρχεται η νύχτα

η γη γεννά αγάλματα με καισαρική.

Το πρωί επιστρέφουν στην μήτρα τους ραγισμένα ,σερνάμενα

ακέφαλα,χωρίς καρπούς κάποια, χωρίς μηρούς ,δεξιά και αριστερά άκρα θρυμματισμένα

κρατώντας ανοιχτά ραδιόφωνα στα βραχέα

η πέτρινη καρδιά χτυπά ακόμα.

Ανατριχίλα.

Η στιγμή σχίζεται στα δύο.

Κάτω από την άσφαλτο μια χώρα  νεκρών,

από κάτω συναγμένοι

Ζηλωτές και Οθωμανοί

κι άλλοι πιο κάτω κι άλλοι ,Σεφαραδίτες, Βυζαντινοί και Νορμανδοί, αρχαίοι άρχοντες, Λατίνοι τροβαδούροι.

Στα πεζοδρόμια της  Σαλονίκης

Εγνατία , Ιπποδρομίου,Ντεπώ.

Αυτός περπατά παράλληλα μαζί τους

εκείνοι στριμωγμένοι προλαβαίνουν να γράψουν κάτω από τις σόλες των παπουτσιών του

«ανόητε» στην δεξιά

«αγάπησε» στην αριστερή.

Κάποιος ζει σαν πλαστικό κομμάτι

άλλος σαν πυρίμαχο σκεύος

μα εκείνος σαν σφαίρα σε θαλάμη που αδημονεί.

Ψάχνοντας να  βρει εξ επαφής το στέρνο.

Μπαμ.

Το αίμα πιτσιλά βουκαμβίλιες

στο λευκό του πουκάμισο.

Υ.Γ.1

Γερμανία.Πρώην ανατολικό Βερολίνο.Χρόνος άλλος.Περιπλανιέμαι σε ένα άγνωστο κακόφημο προάστιο ψάχνοντας ένα δισκάδικο-κολλεκτίβα που ειδικεύεται στη dubstep.Στο δρόμο ένας νεοναζί με κόβει άσχημα.Τα μάτια του δηλώνουν πως με πολλή χαρά θα με ξεκοίλιαζε.Μού ‘ρχεται εμετός.Θέλω να τον ρίξω πάνω του.Μα σκέφτομαι τον Ρίλκε.Σε μια άλλη γωνιά πίνουν μπύρα μαύροι μετανάστες.Είναι cool.Σκέφτομαι τον Fela Kuti.Η πόλη αυτή είναι φρικιό.Μεταλλάσσεται συνέχεια.Η πόλη αυτή είναι ο Blixa.Θα μπορούσε να λέγεται Blixen.Επιστρέφω στο ξενοδοχείο με το μετρό.Τελευταία στιγμή στο βαγόνι μπαίνει ένα ζευγάρι βρωμερά πανκιά.Τους θαυμάζω.Με το που ξεκινά ο συρμός φοράνε (τα βρωμερά πανκιά) τις κάρτες των ελεγκτών εισιτηρίων στο πέτο.Mr Your tickets please .Ορίστε Syd και Nancy.Thank you μου λένε.Αυτόματα σκέφτομαι πως είμαι στη χώρα των θαυμάτων και με λένε Αλίκη.Η Αλίκη στις πόλεις του Wim.8 στους 9 εκ των επιβατών διαβάζουν τα βιβλία τους.Σε μια στάση παρακάτω ανοίγει  η πόρτα του βαγονιού και μπαίνει εκείνη.Μια  τυφλή κοπέλα.Έχει θέσεις αλλά δεν θέλει να καθίσει.Με ένα ζιπ βγάζει από την τσάντα της ένα βιβλίο .Ξεκινά να διαβάζει με τα δάχτυλα το βιβλίο της στην γραφή Μπράιγ.Σηκώνω την φωτογραφική.Η στιγμή είναι ιερή.Τρέμω.Για δυο λόγους ισόποσα.Πρώτον γιατί τίθεται το ηθικό ερώτημα αν πρέπει να φωτογραφήσω ή όχι.Δεύτερον από δέος.

Αυτή ένα καθαρό φως της επιμονής,τυφλή και όρθια,να διαβάζει το βιβλίο της στον κόσμο της δικής μας τυφλότητας.

Κλικ.

Αφήνοντας πίσω μου το μετρό σκέφτηκα πως 9 στους 10 διάβαζαν τελικά.Ο δέκατος;Ήταν Έλληνας.

Υ.Γ.2

Ο Τρυφώ είναι άκλιτο ρήμα.

Smiths και Τρυφώ σαν Ζύλ και Ζίμ

Υ.Γ.3

Mango από Ταϊλάνδη,μύρτιλο ,σοκολάτα Sao Thome.Club Tropicana που λένε και οι Wham.(Μύρτιλο μπιολοζίκ από την τροπική Κοζάνη).

Υ.Γ.4

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι                                    κηρύχνουν τη λιτότητα.              Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα ζητάνε θυσίες.                                                    Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θα‘ρθουν.                                         Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο λένε πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό                                                       είναι πάρα πολύ δύσκολη                για τους ανθρώπους του λαού.

απόσπασμα από το ποίημα του Μπρεχτ 《ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ》σε μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη.Εκδοσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.

Η χώρα αυτή κάλιστα θα μπορούσε να λέγεται Σουαηδία με πρωτεύουσα το Σύνδρομο της Στοκχόλμης.

auf wiedehersen

αυτό δεν είναι ποίημα #5(Χρυσαφένια καστανή)

Χρυσαφένια καστανή

με υφή σαν του ήλιου

με ξαπλώνει

με την δύναμη μου φεύγει

όλη τη νύχτα

Ποτέ δεν κατσουφιάζω

με τη χρυσαφένια καστανή.

Κάθε φορά

όπως και την προηγούμενη

στο πλοίο της δεμένος στο κατάρτι

σε μακρυνές χώρες

παίρνει τα δυο μου χέρια.

Ποτέ δεν κατσουφιάζω

με τη χρυσαφένια καστανή.

Χρυσαφένια καστανή,

φίνα γητεύτρα

μέσα στους αιώνες

που κατευθύνεται δυτικά

από πολύ μακριά

και μένει για μία μέρα.

Ποτέ δεν κατσουφιάζω

με τη χρυσαφένια καστανή.

Σε ελεύθερη μετάφραση.

Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρόνων όταν άκουσα για πρώτη φορά σε μια 60άρα κασέτα STRANGLERS.Την έφερε στο σπίτι θυμάμαι ο κατά εννιά χρόνια μεγαλύτερος αδελφός μου.Μέσα σε εκείνη την μαγική κασέτα βρίσκονταν οι μεγαλύτερες επιτυχίες τους.SKIN DEEP,MIDNIGHT SUMMER DREAM,NICE ‘N’SLEAZY,PEACHES,NORTH WINDS .EUROPEAN FEMALE και άλλα….Εκείνο όμως το τραγούδι που θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι εκείνο που σφήνωσε στο παιδικό μου κεφάλι(ο Oliver Sacks ονομάζει εγκεφαλοσκώληκες τέτοιου είδους άσματα).GOLDEN BROWN.Αν προσέξει κανείς το τραγούδι κυριαρχεί μία μηχανιστική, γεωμετρικά αναπτυσσόμενη λούπα που παίζεται από το αρπίχορδο(Clavecin).Στρώνεται κατά μήκος του τραγουδιού ξεδιπλώνοντας τα μελωδικά του στοιχεία,ένα ιδιόμορφο βαλς θα μπορούσα να πω,χαρίζοντάς του μία μουσική παγκόσμια μοναδικότητα.Νομίζω ότι θυμίζει μουσικό κουτί.Ιδιοφυές!Λειτουργεί σαν παιχνίδι- τραγούδι ,ένας ποπ μαγικός αυλός που πράγματι σαγηνεύει.Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα σχόλια του τραγουδιού στο you tube θα διαπιστώσει ότι όποιος έτυχε να το ακούσει στην παιδική του ηλικία μετέχει σε μια συλλογική ευχάριστη ανάμνηση.Προσωπικά θυμάμαι να με ταξιδεύει σε μια εσωτερική φανταστική περιπέτεια,λίγο ξεβαμμένη.Cool.Το βίντεο με επιβεβαίωσε.Χρόνια αργότερα διάβασα πως οι στίχοι του τραγουδιού έχουν διττή σημασία. Γράφτηκαν από τον Hugh Cornwell για μία γυναίκα αλλά και για την ηρωίνη(στα 80’ς ήταν δημοφιλέστατο ναρκωτικό).

Όλα αυτά γράφονται σαν φόρος τιμής.Στον David Greenfield,τον εμπνευστή της συγκεκριμένης μελωδίας(και τόσων άλλων) ο οποίος πέθανε από τον covid-19 στις 3 Μαίου στη Μεγάλη Βρετανία.Τουλάχιστον είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά το ταλέντο του πριν οκτώ χρόνια περίπου,όταν έκαναν παγκόσμια περιοδεία,χωρίς δυστυχώς τον Cornwell.

Το μόνο τραγούδι που μπόρεσα να βρω να μοιάζει στο Golden brown,(και αυτό επιβεβαιώνει την μοναδικότητά του ) ψάχνοντας τη δισκοθήκη μου και το θολό μυαλό μου είναι αυτό , επίσης κομματάρα.

Υ.Γ.1

Ένα ενδιαφέρον άρθρο-παρέμβαση στην εφημερίδα DOCUMENTO από έναν πολύ ενδιαφέρον άνθρωπο με ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλιοπωλείο.

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ.Χρόνια φίλος και συνταξιδιώτης ,με τα βιβλία του παραμάσχαλα, ενάντια στην βλακεία των αγορών και των κωλοτρυπίδων της ακλόνητης τηλεγνώμης, εραστής και αλάνι της γόνιμης διαφορετικότητας.Εκεί μέσα έμαθα τον Καστοριάδη, εκεί γνώρισα τον Μάρκο Μέσκο.Κανόνισα συνέντευξη μετά τσικουδιάς(αρκεί να βρω τον χρόνο γμτ) και θα την ρίξω εδώ μέσα.

Υ.Γ.2

Μους Ω σοκολά βίβα Μέχικο μέρα των νεκρών να ζήσεις Εβελίνα.

Υ.Γ.3

LA MEMPRIS

ΣΟΦΙΑ ΚΟΠΟΛΑ, ΖΑΝ ΛΥΚ ΓΚΟΝΤΑΡ και ξερό ψωμί.

Υ.Γ.4

Ένα κρυμμένο διαμάντι.Από μια φευγάτη μπάντα.Μήνας που είναι.

Καλό μήνα!

Καρουζελ

Εχθές το απόγευμα

παρακολούθησε μία καταιγίδα μέσα στην παλάμη του χωρίς αλεξικέραυνο.

Προσπάθησε να μας περιγράψει την αίσθηση.

《Ηλεκτρική αναμονή μέσα σε ένα διαλυμένο δευτερόλεπτο.》

ή

《σαν να πρόκειται να έρθουν οι ψίθυροι ως σφαγή.》

ή

《η σκούρη μπλε απόχρωση πάνω στα πράγματα που αθωώνει》

ή

《η δύναμη μιας δροσιάς που εκρήγνυται με απόγνωση.》

Ασφαλώς δεν τον πιστέψαμε.

Κι ας ήταν ο μόνος ανάμεσά μας που έβλεπε τον κόσμο

στο ξεφλούδισμα του τοίχου.

Κι ας ήταν ο μόνος ανάμεσά μας

που άναβε το πρωί το καντήλι του απ’τον ήλιο.

Στον Νίκο Καρούζο.Μόνο την ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ να έγραφε,έφτανε.

Υ.Γ.1

Έχουμε γαμηθεί τόσα χρόνια στις αίθουσες αναμονής.Με το συμπάθειο.

Υ.Γ.2

Τούρτα παγωτού με σοκολατένιο βαζάκι και άνθη από ζαχαρόπαστα και σοκολατένια φύλλα λευκής σοκολάτας.Χάντ μέιντ.

Υ.Γ.3

Φολέγανδρος.Αμοργός.Ικαρία.Ανάφη.Μου λείπεται.

Υ.Γ.4

Πάνε στη Βοστώνη.

https://www.mfa.org/exhibition/writing-the-future

Η κληρονομιά

Μέσα στο αυτί σου υπάρχει ένας κήπος

που φτιάχτηκε από τα λόγια μου.

Τα πεσμένα φύλλα του στροβιλίζονται μπρος στα μάτια μου.

Κινούμαι αργά πια λόγω ηλικίας

-μα πάντα με τα πόδια-

στον παλιό επαρχιακό δρόμο Δράμας-Θεσσαλονίκης

με τις εγκαταλειμμένες ντισκοτέκ

και τα σκυλάδικα γεμάτα φαντάσματα.

Ψάχνω εκείνα τα τρία βροχερά τσιγάρα

κάτω από το υπόστεγο από αμίαντο

που με έκαναν να ανανατριχιάσω στη σκέψη πως

φίλοι τελικά είναι αυτοί που κάνουν τις σωστές ερωτήσεις.

Μπορώ να μιμηθώ τις φωνές τους

σαν σε καθρέφτη

και να γνωρίζω με σιγουριά

πως οι χορευτικές κινήσεις των δέντρων στον άνεμο

είναι συνομιλία

ένα πράο αλληλούια

μία νέα Καληδονία.

Καμία θλίψη δεν μου χαρίστηκε

πάλεψα γι’αυτές μία προς μία

μέσα στο μαύρο του χαρουπιού

στο  βαθύ πορτοκαλί.

«Μακάριοι οι πενθούντες».

Να μην ξεχάσω επίσης να σου πω

ότι όλες μου οι καταθέσεις

είναι αστέρια σε ατονικότητα

που πέφτουν ταυτόχρονα

απ’τον στέρεο θόλο.

Εγγυημένες από το κράτος.

Εσύ θα τις κληρονομήσεις

Dylan

Υ.Γ.1

Παγωτό σοκολάτα με κουβερτούρα 60% και μπαχαρικά:Κανέλα,κόλιανδρο,αστεροειδής γλυκάνισος,μοσχοκάρυδο και λίγο γαρύφαλλο.

Υ.Γ.2

Η φωτογραφία στην αρχή της δημοσίευσης είναι του Τod Papageorge από το λεύκωμα «Οn the Acropolis» («Πάνω στην Ακρόπολη») των εκδόσεων STANLEY/BARKER .

Υ.Γ..3

Καλό καλοκαίρι.Με υγεία. Το νου σας.

Μέσα από τη ρωγμή

Την προηγούμενη εβδομάδα ,τυχαία στην οδό Βενιζέλου,είδα έναν παλιό γνωστό μου.Τα είπαμε στο φτερό και τελειώνοντας την σύντομη βαρετή συζήτηση μου είπε καθώς γυρνούσε το σώμα του με την ροπή της φυγόκεντρου <<ξέμεινες από στίχους μικρέ>>.Εκείνη την ώρα απόμεινα σαστισμένος, κοιτάζοντας την βιτρίνα ενός παλαιοπωλείου που έτυχε να βρίσκεται εκεί ,καθώς εκείνος απομακρυνόταν αργά από την οδό σαν νικητής της μίας μόνο φράσης.Μουδιασμένος και ανήμπορος ,το βλέμμα μου έπεσε άοκνα σε μια παλιά κλεψύδρα που βρισκόταν μέσα σε μία ξύλινη θήκη όμοια με φέρετρο.<<Καλή ημέρα για ανάσταση>>σκέφτηκα…

<<Σε ράφι ήρεμο

άγνωστου σπιτιού

το κάτω μέρος είμαι κλεψύδρας.

Άμμος εσύ.

Πέσε πάνω μου

μέχρι το τέλος του χρόνου.>>

Είπα μέσα μου στον πιο κεντρικό και θολωτό ναό μου,ενώ έπαιζε το Opening του PHILIP GLASS .Συλλείτουργο.

Επιστρέφοντας σπίτι με περίμενε ένας από τους  Ιρλανδούς θείους μου να μου κάνει παρέα.

ροδολίβας

Φθινόπωρο ο Απρίλης και άνοιξη

και λέγεται ελπίδα αν βολεύει

έτσι θα καταστρέψουμε τον κόσμο,

αγαπώντας τον

μετά θ’ ακούσουμε βινύλια αγκαλιά

πάνω στα μεταχειρισμένα μας βιβλία άκτιστοι

θα σπάσουν την πόρτα οι δυνάμεις καταστολής

δολοφονώντας μας πάνω στο άνθος.

Μπορείς να μας πιάσεις Θωμά;

είμαστε πολύ ψηλά

μπορείς να μας πιάσεις;

να ψηλαφίσεις τα δάχτυλά σου

στις τρύπες απ’ τις σφαίρες;

Πέρασαν τα σύννεφα από μέσα μας

και έτσι δε θα πεθάνουμε μαλάκες

και τελευταία εύκολα βουρκώνω.

Δεν μας νοιάζει.

Μας νοιάζει.

Κάθε ρίζα είναι ένα γράμμα απ’ τον θεό

το ποίημα το ισχυρό επιτόκιο της γλώσσας

και η κομπορρημοσύνη της φτώχειας μας αμάραντη.

Ακουμπά απαλά η πάχνη στο νοτισμένο χώμα

στα νύχια της γης

καθρεπτιζόμενη γραφή στα μάτια

τα κόκκινα απ’ την αλλεργία.

Χαλκογραφία σαν παπαρούνα

το αίμα σου επάνω μου Άννα

και πως ο κόσμος έγινε κτέρισμα

σε τάφο αρχαίας πόρνης που λέγεται μνησικακία.

Υ.Γ.1

Πανκ ,Κωστής Παπαγιώργης,μένουμε σπίτι, δεν μένουμε γη,Herman Melville,Όπερα LA BOHEME,Καρούζος,Ίκαρος Μπαμπασάκης ,αρχείο τόσων χρόνων και αυτό το μαργαριτάρι από το 2015 που με έστειλε (πως μου ξέφυγε ο πστς)

Υ.Γ.2

Τι πετά ο κόσμος στα σκουπίδια θεέ μου.Τσίλικα και σκληρόδετα τα περισσότερα εκδόσεων των 80ς.Αδιάβαστα. Τι πετά….

Υ.Γ.3

Τα συναισθήματα χρειάζονται σπόνσορα;

Υ.Γ.4

Αφιερωμένο ένα ποίημα του Θανάση Κωσταβάρα από το αρχείο μου του περιοδικού ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ τεύχος 87 ,Μάιος 1962 εκ Θεσσαλονίκης.

χρόνια πολλά

ΤΟ ΚΕΡΜΑ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥ

Φορά στενά μαύρα ρούχα

σαν το χιούμορ του θεού

θλιμμένου απογεύματος ολιγάρχης

στο πεζοδρόμιο περπατά ίσια

το κέρμα στην τσέπη του δυσκολεύεται

λίρα χρυσή παρά την φτήνια της

πολλά καράτια κάλπικη

άψυχη στο βάρος

κοπής του εβδομήνταεννέα

σήμερα αυτήν την ώρα έτσι προέκυψε

στο πεζοδρόμιο να περπατά ίσια

προς το υπαίθριο τζουκ-μποξ

όταν σκέφτεται ένα λουλούδι γίνεται αμάραντο

τα δακτυλικά αποτυπώματά της πάνω του

δεν σβήνουν ποτέ

στο πεζοδρόμιο περπατά ίσια

προς το υπαίθριο τζουκ-μποξ

σκοντάφτει με το κέρμα να γλιστρά κατά πάνω

στριφογυρίζει εμμονικά ψηλά

με ιδρώτα από τα ακροδάχτυλα

η βασίλισσα χάνει το στέμμα της

πέφτει στο κεφάλι του

στενά μαύρα ρούχα χρισμένος βασιλιάς χαμένος

περπατά ίσια

προς το υπαίθριο τζουκ-μποξ

το πικάπ γυρνά αντίστροφα απ’την φορά της γης

και ούτε ένα κλαδί αμυγδαλιάς δεν μας ανήκει

ας κάνουμε έρωτα πριν πεθάνουμε

το κέρμα στην σχισμή

στο υπαίθριο τζουκ-μποξ

ένα τραγούδι για τον δρόμο

της ανθρωπότητας που νεκρώνει με εγγυημένες καταθέσεις

ένα μπλουζ για τον τάφο του άστεγου

το πρώτο και τελευταίο του σπίτι

στον δρόμο ξανά

στον δρόμο ξανά.

στον Wim Wenders

Το τέλος της νύχτας

Αιώρηση (λεπτομέρεια)

Μεσημέρι της περασμένης Κυριακής.Τελλόγλειο μουσείο.Λιγοστοί επισκέπτες.Ένα μουσείο ρεζερβέ σχεδόν.Νιώθω ότι βρίσκομαι στον δικό μου κήπο. Όπως τον κήπο με τα αγάλματα που βλέπαμε μικροί στην τηλεόραση.Τα γλυπτά ακίνητα θέλγουν την μεταμόρφωση.Δύσπλαστος κόσμος,σκληρά υλικά.Λευκό μάρμαρο Καράρας,μαύρο μάρμαρο Βελγίου,χαλκός γυαλισμένος ή χαλκός με τη γάνα.Γρανίτης.Είναι αδύνατο να μην αυτοπροσδιοριστείς όταν βρίσκεσαι ολόγυρα με τέτοια δυναμική.Μία πάλη των γλυπτών εκ των έσω ,και εν τέλη του ίδιου του υποκειμένου που θαυμάζει,για μορφοποίηση.Το περίγραμμα ουρλιάζει και δονείται.Τα έργα πασχίζουν για σχηματισμό.Πλαστικότητα και κίνηση -ακίνητη-αεικίνητη που μοιάζει με χορογραφία σε φωτογραφία υψηλής ταχύτητας.Και φως.Το φως χύνεται με τόση στοργή ανάμεσα από τις πτυχώσεις και τις λαξεύσεις στα τόσο αρμονικά μη-σώματα.Διαχέεται σαν νερό που γλύφει τις επιφάνειες τόσο λαίμαργα συμπληρώνοντας την τέχνη του απόκοσμου.Αυτός ο αρχιτεχνίτης ,ο μάστορας των δικών του μορφών σε παρασύρει στη γέννεση ,στον Σαίξπηρ,στον Κάφκα,στον Σαντ ,στην Αναγέννηση ,συνδυασμός της κλασσικής αρχαιότητας με τον σουρεαλισμό. Ποιητικός λόγος χαραγμένων διαστάσεων.Η αίσθηση ενός κόσμου που γεννιέται εκείνη την στιγμή ανάμεσα στον εφιάλτη και την αρμονία και είσαι τυχερός που είσαι εκεί για να το ζήσεις.

Εικόνα ξεθαμμένη (λεπτομέρεια)

Προσπαθώντας να καταλάβω το έργο αυτού του γλύπτη και να βρω τις αναφορές,όντας παρθένος στην τέχνη του γιατί δεν τον γνώριζα ούτε είχα δει έργα του,θυμήθηκα το γυναικείο σώμα σε εκείνες τις φωτογραφίες με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες του Man Ray.Τον Max Ernst και τον Dali.Τον Miro ,οι απόκοσμες παραμορφώσεις του Giger.Την τρέλα και το σκοτάδι του Hans Bellmer.Οι εμμονές φυσικά παρούσες. Περιστέρια,μαξιλάρια,πιρούνια,αυγά,φωλιές,χέρια,μάσκες στα πρόσωπα και ο ζωοδότης γυναικείος μαστός.Ο μαστός φαίνεται να θρέφει τον καλλιτέχνη στην έμπνευση καθιστώντας ομογάλακτη την τέχνη του.

Οι φωλιές της Φεντερίκα(ΧΑΛΚΟΣ)
Μετά το Τσέρνομπιλ(στο βάθος αριστερά το έργο με τίτλο ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΣΑΝΤ)

Η συμπαγής γνώση του ασυνείδητου, το εύμορφο χάος ,ο μυστικισμός της υπερβολής αναβλύζουν από τον κόσμο του γητευτή γλύπτη.

Αιώρηση(πίσω από αριστερά ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΛΕ,ΚΛΕΨΥΔΡΑ,ΦΩΛΙΕΣ ΤΗΣ ΦΕΝΤΕΡΙΚΑ)

Ρομαντισμός και θάνατος.Ύφος και δυσμορφία .Γήινο και εξωγήινο.Ήθος και εκμαυλισμός.Εκτρώματα και ευμορφία .Η αρπαγή της φαντασίας με ευγένεια από έναν αιρετικό,ανακάλυψη του Ιόλα και εν τέλει στην παγκόσμια αναγνώριση.

Απομονωμένη
Τιμή στον Κάφκα

Αυτός είναι ο NOVELLO FINOTTI στην μοναδική έκθεση που ονομάζεται ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ από ένα λογοπαίγνιο που του έκανε ο Ιόλας(FINE /NOTTE).Στην έκθεση βρίσκονται πάνω από 70 έργα,αντιπροσωπευτικά της πορείας αυτού του τόσο σπουδαίου αρχιμάστορα εν ζωή γλύπτη.

Υ.Γ.1 Με συγκλόνισε η ΑΙΩΡΗΣΗ με τόση ευκολία.

Υ.Γ.2 Δυστυχώς όσο επεξεργαζόμουν το κείμενο, αυτή την δραματική εβδομάδα επιβλήθηκε το κλείσιμο των μουσείων.Μπαίνοντας στην απομόνωση κι εγώ ,ελπίζω έστω λίγο με αυτήν την ανάρτηση να σας ταξίδεψα με την ματιά μου.

Υ.Γ 3 Λένε ότι θα έρθουν πιο δύσκολα.Έχω μία σφήνα στο μυαλό.Εκείνη τη φράση που είπε κάποτε κάποιος.»Ο υπεύθυνος είναι ο ελεύθερος».Κουράγιο συνάνθρωποι.Γιατροί,νοσηλευτές,καθαρίστριες και μάγειρες.Σίδερο στη μέση σας.

Υ.Γ.4 Τελειώνοντας την έκθεση του FINOTTI στο ισόγειο ,πήγα στον πρώτο όροφο, όπου λειτουργούσε η έκθεση ενός πραγματικά καλλιτέχνη φαινόμενο, του…….. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Έχουμε και λέμε

Θάνος Μικρούτσικος,Αγγελάκη Ρουκ,Γιώργος Κοτανίδης,Κική Δημουλά,Γιάννης Δάλλας,Κώστας Βουτσάς,Άλκη Ζέη.

Μα και David Roback.

Κάνοντας μια φιλοσοφική συζήτηση πριν κανένα χρόνο με έναν αγαπημένο μου δισκοπώλη για την ολοκληρωτική επιρροή της μουσικής στην ζωή μας,τολμήσαμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα αρκετά παρακινδυνευμένο, ως μη ειδικοί των επιστημών, ίσως και εξιδανικευμένο.

Επιχειρηματολογήσαμε με κάποιο στόμφο ,δεν το αρνούμαι, πως οι μουσικές που αγαπήσαμε από την εφηβεία ,μας οριοθέτησαν .Εννοώ πως με κάποιο μυστηριακό τρόπο έχουν αποτυπωθεί στο γονιδίωμα .Έτσι συντελέστηκε η μετουσίωση ,από αυτό που ήμασταν σε κάτι άλλο που γίναμε.Ίσως όλη αυτή η αποτύπωση σαν χνάρια εμπειρικά να γίνεται κληρονομικότητα στους επίγονους.Μέχρι και εφτά γενεές.Άν υποθέσουμε λοιπόν ότι είμαστε ένας ήχος, κάποιος αντίλαλος μας από την χοάνη που πάλλεται θα σκάσει κάπου αργότερα σε κάποιον ανίδεο σαν ευλογία ή σαν κατάρα.Τι μοίρα!

Προφανώς τα μύχια της ύπαρξης καλύπτονται με σεντόνια άγνοιας και άγνωστης φυσικής που δεν αποδεικνύεται μα μόνο να υποθέσουμε μπορούμε.

Καλύτερα.Δεν θέλουμε την μαγεία σε εξισώσεις.

Όλος αυτός ο πρόλογος υπάρχει για να εκφράσω πόσο πολύ με επηρέασε ο ήχος ενός από τους πιο κακομούτσουνους και μελαγχολικούς κιθαρίστες που υπακούει στο όνομα David Roback.Σαν παιδί υπάκουσα στον μαγικό αυλό του και τον ακολούθησα σε όλη του την πορεία.Rain Parade,Opal,Mazzy Star.

Δεν είναι ο κιθαρίστας που κατεβάζει τους θεούς με την δεξιοτεχνία του.Είναι ο κιθαρίστας που χαμήλωσε ταχύτητα και εγκαινίασε έναν ήχο νεωτερικής ψυχεδέλειας εμβαπτισμένης στην σκοτεινή αισθητική της μπλουζ-φολκ(βλέπε Paisley underground).Μία μοναδική στιγμή στην ιστορία της μουσικής συνδυασμένη με τα μυστήρια της νύχτας ,του έρωτα,υπαρξιακής αγωνίας,ζωροαστρισμού και συμβόλων ενός ουρανού που πλειοδοτεί ανάμεσα στα τάστα της κιθάρας του.Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι αυτός ο τύπος είναι το μουσικό alter ego του NOVALIS .Kαι μιλώ φυσικά για τους ύμνους της νύχτας.Ο ήχος ειδικά των OPAL και MAZZY STAR θεμελίωσε ένα αισθησιακό υβρίδιο που μετασχηματίστηκε στα 90’ς στον θρίαμβο της post-rock και Lo-fi μουσικής.Νωχελικός υφαντουργός της slide τεχνικής και λάτρης του εφέ reverb (ποιος δεν είναι…)έγραψε και αυτός ύμνους για περιπάτους δίπλα στη θάλασσα ακροβατώντας στον δακτύλιο του Κρόνου.Η μίξη του ήχου του είναι από τα υλικά της σκοτεινής και φευγάτης ύλης.Doors,Al Stewart,Donovan,King Krimson,Fairport Convention,Dylan,Yardbirds,BYRDS και φυσικά Velvet Underground.Με μπόλικη μπέλ επόκ.Δεν αναγνωρίστηκε όπως του έπρεπε αλλά δικαιώνεται στις καρδιές μας.Μπορώ να μιλάω σεντόνια αλλά προτιμώ μόνο τούτο.

Το γεγονός και μόνο ότι ο γενεσιουργός τιτάνας IVO των THIS MORTAL COIL επέλεξε ένα κομμάτι του Roback για διασκευή στο άλμπουμ Blood φτάνει για να αποδείξει την αξία του ανδρός.

Αντίο αγαπημένε.Μας συντρόφεψες στις Κυκλάδες ουκ ολίγες φορές.

γραμμή 32

Στην μονή θέση κάπου στο κέντρο του λεωφορείου

ένας στην ηλικία της δύσης Κύριος

σκαμμένος βίαια όπως φαίνεται με καλέμι

κρεμάστηκε απ’τη θέση του.

Γύρω του οι υπόλοιποι διαβάζουν τον κόσμο στα κινητά,

ακίνητοι

με ταχύτητα ολέθρου.

Αυτός ο ινσταγράμματος

κοιτά τη θάλασσα πέρα βαθιά που δεν χωρά στον ορίζοντα

κι ας είμαστε στις δυτικές συνοικίες καταμεσής

τίγκα στο μπετόν.

Νικημένος στην σταυροφορία χωρίς άγιους τόπους

μην τον ρωτάς πως επέστρεψε.

Όντας μια προέκταση δέντρου ,ενός πεύκου

ρετσινιάζει στα μάτια και στα δάχτυλα

μόνος απ’την διπλή πλάτη-γέφυρα με κήλες

κατεβαίνουν χορεύοντας οι έρωτές του στο μεσοδιάστημα

από το σώμα του μέχρι τον οδηγό.

Απότομο φρενάρισμα.

Όλοι ένα ερωτηματικό.

Αυτός ακούνητος,

κεφάλι δυσκίνητο σαν προτομή χωρίς τιμές.

Γλυκός σαν έαρ

πικρός μισογεμάτος,μισοάδειος

ώμοι με τριπλή βαρύτητα.

Η σκληρή άσφαλτος τον διανύει μονόδρομα.

Θα κατεβεί σε μια στάση πιο κάτω

από τον κόσμο που πεθαίνει πιο γρήγορα απ’αυτόν.

Μία στάση μόνο γι’αυτόν.

Θα τον περιμένουν οι φίλοι του να σηκώσουν

το βαρύ και σάπιο κομμάτι του που το σέρνει.

Αυτοί σηκώνουν πάντα στο τέλος.

Υ.Γ.1

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στον άγνωστο ηλικιωμένο κύριο που με συγκλόνισε.Η ήττα στα πρόσωπα των γερόντων την τελευταία δεκαετία είναι αιματηρή.

Υ.Γ.2

Αυτή η υπέροχη και γαμημένη πόλη μου έχει τον Ο.Α.Σ.Θ.,το μόνο μεταφορικό μέσο της πόλης.Δεν περιγράφεται το χάλι.Βρώμα, ένα λεωφορείο ανά μία αστρονομική ώρα,συνωστισμός κονσέρβας .Η καθημερινότητα έχει υποβαθμιστεί σε σημείο κωμικό και μακάβριο.Ένα απόγευμα μπήκα σε ένα από αυτά.Είχε τόσο κόσμο που καθόμασταν σε στάση προσοχής χωρίς να μπορούμε να λυγίσουμε τα χέρια μας.Το εννοώ.Άρχισε να βαράει το κινητό μου που δεν ήταν χαμηλωμένο στον ήχο του γκάντέμιτ.Αυτός που με καλούσε ήταν επίμονος.Εγώ δεν μπορούσα να το κλείσω τ’ορκίζομαι.Έτσι το λεωφορείο όλο άκουσε ,ατενίζοντας τον ηλίθιο, το SINGAPΟRE από TOM WAITS.

Υ.Γ.3

Θέλουμε Λάνθιμους, όχι λάθος Άνθιμους.

κανάλι

χτες το βράδυ

διαβάζοντας ποίηση ξαπλωμένος

πρόσω ήρεμα

άκουσα ένα γοερό κλάμα από το διπλανό διαμέρισμα

μία γυναίκα έμοιαζε να μοιρολογεί

ψιθυριστά σχεδόν μιλώντας ταυτόχρονα

επαναλαμβάνοντας λέξεις μέσα στον κλαυθμό

ο θρήνος της γκρέμισε την μεσοτοιχία

ενεού λεπτού δάκρυα

κάποια αστική περιέργεια

μια ηδονή της συντριβής του άλλου

με έσπρωξε να κολλήσω το αυτί μου

στο κρύο τούβλο στον σοβά

για ν’ακούσω καλύτερα.

Ήταν η τηλεόραση.

έτρεξα αμέσως στην δική μου

να βρω το κανάλι που εξέπεμπε

αυτή τη μεγαλειώδη θρηνωδία

κάποια αστική φρικωδία

μια ηδονή της συντριβής μου

με έσπρωξε

δεν πρόλαβα

είχε διαφημίσεις.

Υ.Γ.1

Όλο το GHOST SONATA των TUXEDOMOON είναι ένα πολύτιμο πετράδι που λάμπει γι’αυτόν που βλέπει την λάμψη του.Σκοτεινό και λατρεμένο.

Όταν στα 1992 άκουσα το<< music number two>> από το εν λόγω άλμπουμ να περιέχεται σε μια διαφήμιση για ουϊσκι έπεσε το μηχανικό μου σαγόνι.Ξανάπεσε όταν μια φωνή στην ίδια διαφήμιση απάγγελνε Robert Burns,τον εθνικό ποιητή της Σκωτίας, ένα από τα πιο διάσημα ποιήματά του, το <<A red ,red rose>>,και ένα από τα πιο ερωτικά της ρομαντικής εποχής.Για να μην πω όλων των εποχών.

O my Luve is like a red, red rose
   That’s newly sprung in June;
O my Luve is like the melody
   That’s sweetly played in tune.

So fair art thou, my bonnie lass,
   So deep in luve am I;
And I will luve thee still, my dear,
   Till a’ the seas gang dry.

Till a’ the seas gang dry, my dear,
   And the rocks melt wi’ the sun;
I will love thee still, my dear,
   While the sands o’ life shall run.

And fare thee weel, my only luve!
   And fare thee weel awhile!
And I will come again, my luve,
   Though it were ten thousand mile.

εδώ μετάφραση δεινή

.O tempora o mores.

γειά μας…

Υ.Γ.2

Αγαπάμε Jarvis.Και υπάρχουν πολλοί λόγοι.Έχει οξύνοια,αισθητική του βάθους καί του ύψους,παρόλο που τραγουδά το αντίθετο ,έχει sexy φωνάρα,δεν πουλήθηκε ποτέ,δεν έλεγε μαλακίες τότε που μπορούσε να πει(και δεν θα τον παρεξηγούσε κανείς) όπως οι Οasis και οι Blur,ξέρει από φτώχεια,αγαπά τα βινύλια και τα βιβλία,ήταν στους PULP.Ήταν οι PULP.Έδειξε τον πισινό του στα BRIT AWARDS το 1996 την ώρα που τραγουδούσε ο MICHAEL JACKSON για να διαμαρτυρηθεί για τις μαλακίες που έλεγε τότε το ασπρόμαυρο αυτό ταλέντο του στυλ έχω θεραπευτικές δυνάμεις σαν το Χριστό.Ο χρόνος τον δικαίωσε γιατί τελικά ο θρίλερ δεν είχε μόνο τέτοιες δυνάμεις.Γουστάρει Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν.Σάλιντζερ.Φίλιπ Ντικ.Τέντ Χιούζ.Έχει άγχος που το διαχειρίζεται καί με μουσική .Όταν ήταν μικρός έβλεπε την ποίηση σαν τιμωρία.Τώρα τον βοηθά να κοιμηθεί.Γουστάρει να ζει τις συναυλίες παρά να τις βιντεοσκοπεί με το κινητό του.Αυτή η θεία αποκάλυψη του ήρθε όταν πήγε σε μια συναυλία του τρισμέγιστου STEVIE WONDER.Μεγάλωσε στο γκρίζο Sheffield που ήταν ένα από τα προπύργια της ανεργίας επί Θάτσερ,και το να μεγαλώνεις εκεί ή θα ανατίναζες τα μυαλά σου ή θα έκανες συγκρότημα.Έτσι έγινε η περιβόητη σκηνή του SHEFFIELD που προσκυνάμε ακόμα.Αυτά και άλλα εκπληκτικά λέει στο προ δύο ετών τεύχος του THE HAPPY READER.

Το όνομά του στα Ελληνικά μάλλον είναι Γερβάσιος.

Υ.Γ.3

Επειδή ο Γερβάσιος γουστάρει αυτόν τον πονεμένο και αμφιλεγόμενο αυτόχειρα Αμερικανό συγγραφέα-ποιητή Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν(του οποίου η παιδική ηλικία ήταν ένας σκουπιδοτενεκές)μπαίνω στη φάση να τον ψάξω.Ξεκινώντας όπως και ο Γερβάσιος απο την»Έκτρωση».Τά φερε όμως η ζωή να έχω μια τρομερή ανθολογία Αμερικανών ποιητών από τις εκδόσεις ΕΞΑΡΧΕΙΑ σε μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΟΥΡΛΗ και να έχει κάποια ποιήματατά του.Μοιράζομαι ένα.

AΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΕΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

 Υπάρχουν πόρτες                                                                                                                                                                                                                      
 που ζητούν να λευτερωθούν από                                                                                                                                          
τους μεντεσέδες τους 
για να πετάξουν παρέα με τέλεια σύννεφα. 
Υπάρχουν παράθυρα
που θέλουν
ν'απαλλαγούν από τα 
πλαίσιά τους για να τρέξουν
απ'άκρη σ'άκρη τα λιβάδια
μαζί μ'ελάφια βαθιά στην ύπαιθρο.
Τοίχοι που
θέλουν να τριγυρίζουν
στα βουνά
μέσα στο πρώτο
πρωινό λυκόφως.
Υπάρχουν πατώματα 
που θέλουν να χωνέψουν
το ξύλο τους μέσα σε
λουλούδια και δέντρα.
Στέγες
που θέλουν να ταξιδέψουν
γεμάτες χάρη με
τ'αστέρια μέσα
σε κύκλους σκοταδιού.

Οφείλω εδώ να ευχαριστήσω την εξαφανισμένη sweet jane eyre γιατί μετά από μια ανάρτησή της κάποτε με οδήγησε σε αυτό το υπέροχο βιβλίο.Εύχομαι μόνο να είναι καλά.

Υ.Γ.4

Κάποτε ο Μπρότιγκαν έγραψε-

<<όλοι έχουν μια θέση στην ιστορία,η δική μου είναι στα σύννεφα>>.