
67 ετών γίνεται σήμερα ο Έλληνας κιθαρίστας Γιάννης Σπάθας, μέλος των θρυλικών Socrates (Drank the Conium προαιρετικά). Οι περισσότεροι Έλληνες σε αυτή την ηλικία έχουν να θυμηθούν τις παλιές καλές εποχές που ήσαν βολεμένοι και να γκρινιάξουν για τις περικοπές των συντάξεών τους. Αυτός πάλι, έχει να θυμηθεί και να παραπονεθεί για πολύ πιο σοβαρά πράγματα.
Γεννημένος στους Παξούς το 1950, ο μικρός Γιάννης μετακομίζει στα μικράτα του στον Πειραιά, όπου κάνει παρέα με τον Αντώνη των Τουρκογιωργαίων δυο στενά πιο κάτω. Έχοντας κι οι 2 μεγαλώσει μαθαίνοντας μουσική, αποφασίζουν να κάνουν ένα συγκρότημα το 1966, το οποίο κι ονομάζουν Persons. Με πιο ελαφρύ ήχο και με μέτριας ποιότητας όργανα, προβάρουν, παίζουν σε σχολικές γιορτές κι αποκτούν μια τοπική φήμη, μέχρι να διαλύσουν το 1969. Εν τω μεταξύ, ο νεαρός Σπάθας ανακαλύπτει τον Jimi Hendrix και η ζωή και το παίξιμό του αλλάζουν για πάντα. Οι Persons αναγεννιούνται με τον Ηλία Μπουκουβάλα πίσω σπό το drum kit και ξαναβαπτίζονται Socrates Drank the Conium. Το Κύτταρο γίνεται δεύτερο σπίτι τους για χρόνια κι η δισκογραφία τους ξεκινά με μικρά αλλά αξιοσέβαστα βήματα. 1972 γράφει το ημερολόγιο όταν κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο, από το οποίο ξεχωρίζει η πρωτόλεια εκτέλεση του Starvation, ενός κομματιού που θα επανεκτελεστεί χρόνια μετά, στο δίσκο Phos, πειραγμένο από τον τότε παραγωγό και συνεργάτη Vangelis, και θα τους ανοίξει το δρόμο για μεγαλύτερα βήματα κι ακροατήρια. To Starvation θα είναι πάντα η «κούνια» των Socrates. Οι εμφανίσεις τους θεωρούνται πια όχι μια μάζωξη «γιεγιέδων», αλλά πολιτιστικό γεγονός, λόγω του ιδιαίτερου ήχου της μπάντας, που παντρεύει το ηλεκτροδοτούμενο, σκληρό ροκ με την ελληνική παράδοση. Παρά τον αγγλόφωνο στίχο, τον οποίο μάλιστα ο Σπάθας θεωρούσε ένα από τα «όπλα» του ροκ κι αδύνατον να παίξει κανείς αυτή τη μουσική με ελληνικό στίχο.
Με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου λοιπόν, πέρα από μια πιο διαυγή παραγωγή στο δίσκο Phos, έρχεται και η ευκαιρία να βρεθούν οι Socrates στο εξωτερικό. Το κοινό, οι μουσικοί κι οι παραγωγοί της εποχής ενθουσιάζονται. Μεγάλες κουβέντες λέγονται για τη μπάντα σαν σύνολο, αλλά και για τον Σπάθα ξεχωριστά σταν κιθαρίστα. «Αυτοί ξέρουν όντως να παίζουν τα όργανά τους!» και «Αν δισκογραφούσε στην Αμερική, θα ήταν ένας παγκοσμίως διάσημος μουσικός» τα σχόλια της εποχής. Βέβαια, ο ίδιος ξεχώρισε ένα από τα λίγα καλά λόγια που είχε πει ο Lemmy, όταν τους πέτυχε σε μία συναυλία τους στην Αγγλία: «You’re a fucking great band».
Τα καλά λόγια όμως δεν αρκούν. Στα πρόθυρα μεγάλων, παγκόσμιων συμβολαίων, οι (απλοποιημένοι πλέον σε) Socrates καλούνται να αλλάξουν όνομα και ήχο, προκειμένου να κάνουν το μεγάλο μπαμ στο εξωτερικό. Η απόπειρα που τιτλοφορείται Plaza δεν είναι κακή, ίσα ίσα διαθέτει κάποιες εξαιρετικές μουσικές στιγμές (Stray Dogs, Backroom Boy, For Every Clown). Όμως, οι συνθήκες της εποχής γίνονται γνωστές στους Έλληνες μουσικούς που αλλιώς τα είχαν μάθει: τα χρήματα λίγα και τα συμβόλαια με τόσο κακούς όρους, που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν σε βάθος χρόνου και με αυστηρές προθεσμίες, προκειμένου να πληρωθεί ένας τότε επαγγελματίας καλλιτέχνης. Πίσω στην Ελλάδα, πέρα από τις οικογένειές τους, θα μπορούσαν να έχουν και μία δουλειά ως session μουσικοί σε σκηνές και δισκογραφίες. Η απόφαση βαριά, αλλά πάρθηκε. Επιστροφή στα πάτρια εδάφη λοιπόν. Και μαζί, διάλυση. Έτος 1986.
Κανείς καλός δε χάνεται όμως. Ο Σπάθας δουλεύει στη δισκογραφία ως session μουσικός, ενορχηστρωτής, παραγωγός, συνθέτης, ενώ κατά καιρούς παίζει και σε επιλεγμένες συναυλίες. Σμίγει με τον παλιό bandmate Νίκο Αντύπα σε διάφορες δουλειές, παραστάσεις και παραγωγές, ξαναστήνει τους Socrates και πραγματοποιούν μερικές επιτυχημένες συναυλίες, αποφασίζουν να ξαναμπούν στο στούντιο και τότε, το 2010, ο Τουρκογιώργης παθαίνει εγκεφαλικό κι αδυνατεί να παίξει ή να τραγουδήσει. Τίμιος, ο Σπάθας επιλέγει να μείνει ο δίσκος στο συρτάρι, μέχρι να ανανήψει ο κολλητός του. Κι αν δεν, να μείνει στο συρτάρι για πάντα. Πέρα από το ρομαντικό της υπόθεσης, ίσως να τον κρατά στην άκρη επειδή ξέρει εκ των έσω ότι η δισκογραφία όπως την ήξερε πέθανε…
Ο ίδιος όμως όχι. Υγιής, διαυγής και ακμαίος και μακάρι να βαστιέμαι έτσι στα 67 μου κι εγώ. Με τον αδερφό του Αντώνη Τουρκογιώργη, τον Άκη, και τη μπάντα του Blue Airways, πραγματοποιούν συχνά συναυλίες παρέα για το ξέσκασμα. Έχει την επιχείρησή του στους Παξούς, μια υπέροχη οικογένεια, με το γιο του το Νίκο να επιβεβαιώνει την παροιμία για μήλα και μηλιές, και μια βαλίτσα ιστορίες να πει. Χώρια τη μουσική παρακαταθήκη που μας άφησε.


Πρόσφατα σχόλια