Χρόνος, τυχαίο μεσημεράκι, τυχαίας μέρας, τυχαίου φθινοπωρινού μήνα, τυχαίας χρονιάς.
Τόπος, κάπου στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας.
Χώρος, ένα κουζινάκι στον πρώτο όροφο κτηρίου που στεγάζει γραφεία πολυεθνικού κατέργου, όπου οι υπάλληλοι κάνουν τα διαλείμματά τους, τρων το κολατσό τους, φτιάχνουν τον καφέ τους. Ας σταθούμε στο τελευταίο.
Πρόσωπα, άλλα άχρωμα, άλλα κουρασμένα, άλλα φρέσκα με άγνοια κινδύνου, και κάπου στη φραπεδομηχανή, η αφεντομουτσουνάρα μου.
Κι εκεί που φτιάχνω τον τρίτο καφέ της μέρας, με πλάτη σε όλους αυτούς τους γελοίους που χαίρονται να βρίσκονται και να εργάζονται σε ένα πόστο όπου κάθε ζώον όρθιο που έχει για πελάτη ή αφεντικό επιτρέπεται-έως κι επιβάλλεται-να τους βρίζει, να τους τσαλαπατά την αξιοπρέπεια, να τους δημιουργεί πονοκεφάλους, ζαλάδες, καρκινώματα και κρίσεις πανικού, εκεί λοιπόν που έχω δημιουργήσει έναν πλούσιο, εκρού αφρό κι ετοιμάζομαι να συμπληρώσω παγάκια, τσουπ! Να σου δίπλα φρέσκο πρόσωπο. Φρέσκο από κάθε άποψη. Ένα πρόσωπο που δεν είχα ξαναδεί εκεί μέσα, θηλυκό, καλοφτιαγμένο, χαμογελαστό, προφανώς και προσελήφθη πρόσφατα, περνά από εκπαίδευση και δεν έχει ιδέα σε τι λούκι έχει μπει. Ανοίγει το ψυγείο, ψάχνοντας για το τοστ της ίσως, ή για γάλα, ή μπορεί και να άφησε κάνα μπουκαλάκι νερό. Δεν ξέρω, δεν είδα, είχα την πόρτα του ψυγείου μούρη. Μια πόρτα φορτωμένη με κάμποσα σνακ, νερά, αναψυκτικά και Παναγιά μου, μακάρι να ’χε και κάνα τσίπουρο να το κατεβάσω μονοκοπανιά και να ξεχάσω που στο διάβολο βρίσκομαι! Η πόρτα, υποχωρώντας από το βάρος, καταλήγει στον ώμο μου. Το νέο κορίτσι φρικάρει ελαφρώς.
«Ω, συγγνώμη!»
«Σιγά, δε χάλασε ο κόσμος!», απάντησα κι ήταν αλήθεια. Πρώτα πρώτα, δεν το έκανε επίτηδες. Έπειτα η φόρα, η κλίση και το σημείο που με χτύπησε δεν ήταν αρκετά για να μου προκαλέσουν πόνο. Που και να ήταν, κανένας πόνος δε συγκρίνεται μ’ αυτόν που σου προκαλεί η ίδια η καθημερινότητα.
«Χίλια συγγνώμη, σας χτύπησα!»
Τώρα, έχεις δίκιο. Με χτύπησες αλύπητα. Ο κόσμος χάθηκε μέσα σ’ ένα «σας».
Αυτός ο πληθυντικός προσποιητής ευγενείας, μπορεί να κάψει έναν άνθρωπο μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου. Το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος, αλλά οι μικρότεροι που του μιλούν στον πληθυντικό, παρόλο που η διαφορά τους είναι-δεν είναι 5 χρόνια. Κι αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει ζημιά. Μπορεί να του θυμίσει ότι γέρασε και ξόφλησε, ακόμα κι αν είναι μόλις λίγο πάνω από τα 30. Κάποτε, στα 30 οι άνθρωποι είχαν στρωμένη δουλειά, οικογένεια και ιδιοκτησία. Σήμερα, έχουν μια μικρή ιστορία πίσω τους και καμία ελπίδα μπροστά τους.
Άντε τώρα εσύ να έχεις ελπίδα, με άδεια τσέπη, άχαρη καθημερινότητα, κενή ζωή, μια χούφτα σχέσεις που δεν πήγαν καλά, μια χούφτα μουσικές που πήγαν ακόμα χειρότερα, άγραφα κείμενα να πετάγονται σ’ ένα νοερό κάλαθο αχρήστων πριν καν πάρουν μορφή, μισογραμμένα κεφάλαια να περιμένουν πότε θα αποφασίσεις να συνεχίσεις τις πλοκές που σκάρωσες κάποτε, μισογραμμένα τραγούδια να προπαθούν να σε κλείσουν στα τέσσερα τέταρτά τους, μπας κι αποκτήσουν αυτά ψυχή τουλάχιστον, αφού εσένα σου παράπεσε κάπου στη διαδρομή… Βλέπεις τα χάλια σου σε κάθε γραμμή που περνάει, σκέφτεσαι «άδραξε τη μέρα κι άσε τη γκρίνια, παλικάρι μου!», μετά σκέφτεσαι τις πταίει, φορτώνεις σε άσχετες πλάτες τα κρίματά σου… Δε φταίει εκείνη που σε πλήγωσε, δεν φταίνε εκείνοι που δεν ασπάστηκαν το όραμά σου, δε φταίει εκείνος που δε μπορεί να σε στηρίξει, όταν δε μπορεί να στηρίξει τον ίδιο του τον εαυτό καλά-καλά, δεν φταίνε εκείνοι που λένε το μακρύ τους και το κοντό τους και σε επηρεάζουν σε σημείο που παγώνεις. Δε φταίνε καν εκείνα τα χιλιόμετρα που σας χωρίζουν!
Φταις εσύ!
Θυμήσου τους λόγους που κάποτε ξυπνούσες γεμάτος όνειρα κι όρεξη να τα υλοποιήσεις όλα, ένα προς ένα! Θυμίσου τι θες και τι χρειάζεσαι κι άμα σου δείχνουν χαώδεις οι απαιτήσεις σου, βάλε τες σε δεκατέσσερες γραμμές κι άρχισε να σβήνεις αράδες! Είχες βρει τον τρόπο να φύγεις τότε από εκεί, να επιβιώσεις τότε από αυτό, να καταφέρεις κάποτε το άλλο. Τα θυμάσαι; Μη μου λες πως δεν έχεις πια τη δύναμη να τα κάνεις όλα αυτά! Πως τα κατάφερνες τότε; Πρακτικά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ούτε καν εσύ. Στον πυρήνα σου, είσαι ο ίδιος. Πάρε μπρος επιτέλους!
«Είστε εντάξει;», με ρώτησε. Δεύτερος πληθυντικός μέσα με ένα μόλις δευτερόλεπτο διαφορά από τον προηγούμενο. Ένα δευτερόλεπτο, μέσα από το οποίο πέρασαν κοντά δέκα χρόνια. Τι θα έκανες τότε;
«Όλα εντάξει, αλλά μη και ξανακούσω πληθυντικό, θα σε μαλώσω!»
Χαμογέλασε. Ζήτησε συγγνώμη, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει αριθμό, κι απομακρύνθηκε. Γύρισα στην κούπα μου. Δεν είχα τέτοια κούπα-κρανίο πριν δέκα χρόνια, έτσι;
«Να πιει κανείς ή να μην πιει;» φαντάζομαι να λέω, βαστώντας την πρωτότυπη κούπα-κρανίο στον αέρα.
«Βρε, λες; Προλαβαίνω να με ξαναβρώ;», φαντάζομαι να τη ρωτάω.
«Προλαβαίνεις, προλαβαίνεις!», μου απαντά.
Κατέβασα μια τζούρα καφέ. Έχει σταματήσει να με τονώνει εδώ και καιρό κι έχει γίνει απλώς μια συνήθεια. Ωστόσο, μετά από αυτό τον εσωτερικό μονόλογο που προηγήθηκε, ανακάλυψα ότι, σε αντίθεση με πριν δέκα χρόνια, φτιάχνω έναν καφέ της προκοπής πια! Και κάποτε μου έμοιαζε ακατόρθωτο…
Εμπρός λοιπόν, στα επόμενα πρώην ακατόρθωτα επιτεύγματα δεκαετίας!
Αλλά, γι’αρχή, πίσω στο γραφείο…


Πρόσφατα σχόλια