Υπερασπίσου το παιδί


Ένα οδοιπορικό μέσα σε καμένη γη, μία πορεία αντοχής και ανέχειας, μία διαδρομή χωρίς αρχή και τέλος, όπως αυτός ο κόσμος που δείχνει να έχει τελειώσει για πάντα, αλλά η ελπίδα τον κρατάει ζωντανό, κρατάει τη φλόγα αναμμένη. Ένας πατέρας που διασχίζει μια κατεστραμμένη χώρα, έναν πλανήτη που πια δεν υπάρχει, που οι παλιές του ημέρες έχουν χαθεί στη λήθη, όπως και οι λόγοι που φτάσαμε ως εδώ, κάνει τα πάντα για να επιβιώσει το μοναδικό θαύμα της ζωής του, ο γιος του. Χωρίς σύντροφο, χωρίς τρόφιμα, χωρίς ανάσα σε κάθε κρίση βήχα, παλεύει με κάθε αντιξοότητα να βρει φαγητό, να βρει κατάλυμα, να ζεστάνει το ισχνό και ταλαιπωρημένο κορμάκι του μικρού αγοριού, να του δώσει φως στο στάχτινο σκοτάδι που καλύπτει τα πάντα, με πορεία δυτική και στόχο τη θάλασσα. Να αποφύγει τους κακούς, να αφήνει στο έλεος καλούς που μόνο καθυστέρηση μπορεί να φέρουν, να παρατάει τρόφιμα που μπορεί να επιφέρουν τον κίνδυνο των κυνηγών, να σώσει το σπλάχνο του βρίσκοντας τους καλούς, να αντέξει ώστε να μη χρειαστεί να προβεί στο μοιραίο, να δώσει ακόμη και τη ζωή του, μέσα σε μια κουβέρτα πνιγμένη στα δάκρυα, από τον ίδιο, από το γιο του, από όλους μας, για να καταφέρει ο μικρός να γλυτώσει. Γιατί, αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα…

image

La voz

Όταν το αντρικό χέρι οπλίζεται με μίσος, με θράσος, με οργή, με υπερηφάνεια, με κάθε είδους πατριαρχικό συναίσθημα που ορίζει το είναι του και κάνει τον κάτοχο να πιστεύει πως είναι πάνω από, είναι κάτοχος, είναι κύρης κι αφέντης μιας ύπαρξης, μιας ψυχής, ενός ανθρώπου, μιας γυναίκας, τότε αυτό το χέρι που στραγγαλίζει ή πυροβολεί ή μαχαιρώνει ή πετά από το γκρεμό κάνει μια φωνή να σβήσει για πάντα άδικα.

Κι οι φωνές που χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται είναι, δυστυχώς πολλές. Και στις πλείστες των περιπτώσεων δεν τις γνωρίζουμε, ξέρουμε μόνο μια εικόνα θολή ή μια φωτογραφία που διέρρευσε, ξέρουμε την ηλικία, το που εργαζόταν, ξέρουμε πως άφησε πίσω παιδιά ή φίλους ή κατοικίδια ή ένα σπίτι άδειο. Ξέρουμε ένα όνομα: Κυριακή, Καρολάιν, Γαρυφαλλιά, Πολυξένη, Σοφία, Τζεβριέ, Νικολέτα, Λονόρα… Εσύ. Εγώ. Όλες.

Και τα χέρια τα δικά τους έπαψαν να κινούνται. Τα μάτια σταμάτησαν να ανοιγοκλείνουν. Η ανάσα δεν ανεβοκατέβασε ξανά το στήθος τους. Το μυαλό τους δεν λειτούργησε πια. Η καρδιά δεν ξαναχτύπησε. Κι έμεινε άλαλη για πάντα.

Η Κριστίνα έχασε την αδερφή της. Από το χέρι ενός άντρα, ενός γυναικοκτόνου, ενός τέρατος. Κι έχασε όλο της τον κόσμο. Όπως και οι γονείς της, όπως και οι φίλοι της. Όμως αυτό που βρήκαμε εμείς από την Κριστίνα είναι αυτό που δεν έχουμε από τις υπόλοιπες: τη φωνή της Λιλιάνα. Που μέσα από τα ημερολόγιά της, τα γράμματά της, τις σημειώσεις της, τα ραβασάκια της, τη γνωρίσαμε, τη μάθαμε, την αγαπήσαμε. Και την πενθήσαμε πιο πολύ. Και τις πενθούμε όλες παραπάνω, γιατί για κάποιες δεν είχαμε αυτό το προνόμιο, το να τις ακούσουμε.

Η Λιλιάνα ήταν και θα είναι η φωνή όλων τους. Και θα πρέπει να γίνει κι η δικιά μας φωνή. Μέχρι να γλυτώσει κι η τελευταία. Μέχρι όλες να είναι ελεύθερες να ζουν χωρίς φόβο.

Il vagabondo, la pietra rotolante

Ένα κομμάτι μάρμαρο είμαστε σαν γεννηθούμε και διαφορετικό για τον καθένα μας. Μικρό ή μεγάλο, λευκό κι αστραποβόλο ή θολό με μεγάλες αυλακώσεις, απόλυτα συμπαγές ή με μικρά ή μεγάλα κενά μέσα του που αν τα πλησιάσεις θα χαλάσουν το κομψοτέχνημα της διαμόρφωσής σου. Κι οι εμπειρίες μας έρχονται να γλύψουν το μάρμαρο και να το λειάνουν, να το καθορίσουν και να το φανερώσουν στον κόσμο, καθεμιά σαν άνεμος. Πίκρες, χαρές, αναποδιές, θαύματα και θάνατοι. Τραμουντάνα, σιρόκος, γαρμπής, πουνέντες και μαΐστρος.

Και τα στρώματα των εξωτερικών στοιβάδων αφαιρούνται μες στο χρόνο, σαν δέρμα νεκρό, κύτταρα που πετούν στον αέρα και γίνονται σκόνη, όμως φωλιάζουν σαν μνήμες, όπως η σκόνη του μαρμάρου κατακάθεται στα πνευμόνια σου για πάντα. Και σιγά σιγά αποκαλύπτεσαι στον κόσμο, γίνεσαι φανερός και ορατός, άσχετα με το μπόι που σου έδωσε ο δικός σου Δημιουργός.

Το μόνο που μπορεί να σε αλλάξει, να σου λειάνει τις γωνίες, να σου σμιλέψει το εγώ σου με τρόπο άσβεστο, είναι το χέρι της Μαντόνα σου, αυτή που θα σου γεμίσει τα κενά με τη δικιά της πνοή, σαν χρυσός σε σπασμένη πορσελάνη γιαπωνέζικου σπιτιού, που θα σε απογυμνώσει από όλα και θα σε παραδώσει στον κόσμο σαν τη δική της πιετά, το δικό της magnum opus, όσο κι αν νομίζεις πως σμιλεύτηκες μόνο από τους ανέμους. Είσαι κι εσύ ένα δημιούργημα του έρωτα, του οποιουδήποτε φτερωτού θεού, είτε του ανεκπλήρωτου, είτε του ολοκληρωμένου, είτε του απόλυτου.

Και σαν περάσουν οι στιγμές της ζωής σου, μικρές και μεγάλες, έντονες, χρωματισμένες από το βιολετί της μητέρας και το απόλυτο μαύρο του φασισμού, εκεί που θα είσαι ανάσκελα στο μικρό σου κρεβάτι και θα μετράς αναπνοές κι εγώ θα μετράω ανάποδα σελίδες, θα έρθει η στιγμή που θα φτάσω στην τελευταία και θα χυθούν δάκρυα από τα μάτια μου για εσένα, μεγάλε Μίμο, δάκρυα σαν αυτά που έχυσε ο άγιος Πέτρος και δημιούργησαν την πηγή της Πιέτρα Ντ’ Άλμπα, τον τόπο που σε όρισε κι εσένα και όλες τις ψυχές που πήρε μαζί του το βουνό που δεν άντεξε την κλίμακα ΧΙ.

image

Proof/Reborn

Η μεγαλουργία του Jonathan Coe έγκειται στη χωρίς δυσκολίες εναρμόνιση των ιστοριών του με το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της Γηραιάς Αλβιώνας ανά το χρόνο. Είτε πρόκειται για τη μεταπολεμική Βρετανία, είτε για το Θατσερισμό και τα επακόλουθά του, είτε για στιγμές της πιο σύγχρονης ιστορίας, όπως το Brexit και η αντιμετώπιση της πανδημίας. Ειδικά για το τελευταίο, αναφέρεται πλείστες φορές καθώς και ο ίδιος έχασε τη μητέρα του λόγω του κορωνοϊού και της κάκιστης αντιμετώπισης της έξαρσης από υγειονομικής πλευράς.

Στην Απόδειξη της αθωότητάς μου ο Coe πάει ένα βήμα πιο πέρα και καταπιάνεται με την άλλη μεγάλη έξαρση των τελευταίων ετών, την άνοδο του συντηρητισμού και της δεξιάς και άκρας δεξιάς στην Αγγλία, που έρχεται αγκαζαρισμένη μαζί με τις ταυτόχρονες ανόδους σε διάφορα μέρη της Δύσης (Ιταλία, Ολλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, ΗΠΑ κλπ). Ο συντηρητισμός είναι πανδημία επίσης κι έχει κι αυτός τα συμπτώματά του: μείωση κρατικών δαπανών, ιδιωτικοποίηση σε ξεκάθαρα δημόσιους τομείς όπως η υγεία (κάτι που αποδείχθηκε με βάναυσο τρόπο μέσα στην περίοδο του Covid), αλλοίωση του πρακτικά δημόσιου τομέα όπου είναι απαραίτητος (πχ εκπαίδευση) και πολλά ακόμη.

Τα άσχημα της δεξιάς και ακροδεξιάς που στηρίζεται πάνω στο συντηρητισμό (ξενοφοβία, αυταρχισμός, μίσος για ομάδες ανθρώπων και πλήρης διαχωρισμός της κοινωνίας σε κλειστές πλέον ομάδες) είναι τα μικρά και μεγάλα μπόνους που, δυστυχώς, αρχίζουμε να συνηθίζουμε και να ζούμε με αυτά, εφόσον σαν κοινωνία δεν αναλαμβάνουμε δράση για να απαλλαγούμε από το φάντασμα της Θάτσερ, του Ρήγκαν και λοιπών κακόβουλων πλασμάτων που εξυμνούνται ως θεοί από τις κλίκες της δεξιάς σε όλες τις αποχρώσεις της. Μιας ταξικής και πολιτικής μερίδας που ως στόχο και σκοπό της έχει να νίβει τα χέρια της μπροστά στα προβλήματα που η ίδια προκαλεί, να απομυζεί την κοινωνία σε μεγάλο βαθμό και να βοηθά ημετέρους και τον εαυτό της στην εδραίωση τους παντού.

Η ιστορία που διαδραματίζεται στο έργο έχει θολές γραμμές ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Είναι γεγονότα που κάλλιστα θα μπορούσαν να συμβούν ή έχουν ήδη συμβεί, στο παρελθόν ή και στο παρόν. Θάνατοι που παρουσιάζονται ως αυτοκτονίες, δολοφονίες χωρίς ενόχους, διαπλεκόμενα συμφέροντα που κινούν νήματα. Η μαεστρία του Coe αναμειγνύει το πραγματικό με το φανταστικό, το ιστορικό με το κοινωνικό και πολιτικό και μας προσφέρει μία συμφωνία σε δεξιά μείζονα, ενταγμένη πλήρως στην εποχή και που ακούγεται τόσο ξεκάθαρη μέσα στην φασαρία της, ακόμη και στα δικά μας ελληνικά αυτιά.

Στις μέρες μας δεν υπάρχει πια αληθινός τρόμος. Το μόνο αληθινά τρομακτικό που μας έχει απομείνει είναι η αληθινή ζωή, ο τρόμος της επιβίωσης, ο φόβος για την επόμενη μέρα, η εσωτερική αγωνία για το πως θα τα βγάλουμε πέρα μέσα σε μια κοινωνία ασφυκτικά επίπονη, αδιάλλακτη και μισάνθρωπη. Τα τελευταία χρόνια η βιομηχανία του κινηματογράφου μας έχει κάνει αναίσθητους πλέον στον καθαρό τρόμο λόγω της πληθώρας παραγωγής ταινιών του είδους, παρουσιάζοντας κάθε πιθανό και απίθανο στοιχείο που μπορεί να μας προκαλέσει ανατριχίλες. Από μετα-αποκαλυπτικές κοινωνίες, ζόμπι που διψάνε για αίμα, νεκρά κοριτσάκια που βγαίνουν από τις οθόνες της τηλεόρασης, γενετικά πειράματα που δημιουργούν ανθρώπους υβρίδια, καθώς και από την επαναληπτική μανία του να επιστρέφουν σε πετυχημένα project και να τους αλλάζουν τα φώτα, πχ Κόμης Δράκουλας.

Εμείς οι 40+ που έχουμε ζήσει όλη αυτή τη μανία από την αρχή της έξαρσής της το κατανοούμε λίγο παραπάνω. Horror films υπήρχαν πάντα, μεγαλώσαμε με Leatherface, Freddy, Chucky, Boogeyman, Halloween, αλλά αυτό το κακό που ξεκίνησε με ταινίες τύπου Blair Witch Project και συνεχίζεται μέχρι σήμερα μας έχει κάνει αδιάφορους προς το είδος, τόσο που βλέπουμε αυτές τις ταινίες για να περάσει η ώρα μας και μόνο. Οι αναπηδήσεις φόβου λόγω απότομης εναλλαγής σκηνής και ηχητικών εφέ αποτελεί ταπεινό κλισέ κι η αλήθεια είναι πως πιο πολύ τρομάζουμε με το τι μας περιμένει την επόμενη ημέρα στον εργασιακό χώρο και γενικότερα στη ζωή μας.

Συχνά, ωστόσο, αναπολούμε εκείνα τα βράδια που μαζευόμασταν στο χωριό τα ξαδέρφια και λέγαμε “ιστορίες με φαντάσματα”. Τότε νιώθαμε τις τρίχες μας να σηκώνονται παρόλη τη ζέστη του δειλινού κι έπειτα φοβόμασταν να πάμε μέχρι την τουαλέτα και θέλαμε κάποιον να μας συνοδέψει για να ανάψει το φως μην τυχόν και υπάρχει κάτι που να παραμονεύει στις σκιές. Και κάποια από τα παιδιά ήταν τυχερά αν καθόταν μαζί τους κάποιος μεγάλος και τους έλεγε ιστορίες του χωριού ή της περιοχής, για δάση μαγεμένα, για νεκροταφεία στοιχειωμένα, για καμπάνες εκκλησιών που χτυπούσαν μόνες τους τα μεσάνυχτα, για τον χαμένο νέο που όλοι στο χωριό τον είχαν δει να τριγυρνά στα στενά τα βράδια, παρόλο που είχε φύγει από αυτόν τον τόπο πολλά χρόνια πριν και όλοι ήξεραν πως πέθανε σε ένα καράβι.

Ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ κι ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης ανασκαλεύουν αυτό το δοξασμένο παρελθόν και μας καθίζουν σε κιλίμια, σε παλιά ντιβάνια, δίπλα σε φλόγες από ένα τζάκι που σιγοκαίει, πλάι σε σοφράδες κι εξιστορούν αυτόν τον απλό, ανόθευτο τρόμο που συνδυάζει την παράδοση με το φόβο, το φολκλόρ στοιχείο με το κράτημα της ανάσας, την επαρχιώτικη αφέλεια με το σφίξιμο των χεριών πριν αποκαλυφθεί αυτό που κρύβεται στις σκιές, κάτω από το κρεβάτι ή μέσα στην παλιά ντουλάπα. Και αξίζουν κάθε σταμάτημα αναπνοής, κάθε γούρλωμα ματιών, κάθε κρυφοκοίταγμα πίσω από τον ώμο, γιατί, πού ξέρεις; μπορεί τελικά ο τρόμος να βρίσκεται κάπου κοντά μας.

image

يأمل


Όταν απλώνεται το σκοτάδι τριγύρω, ψάχνεις μικρά πράγματα να πιαστείς, μια φωνή, μια ανάμνηση, μια εικόνα. Κάτι που να σου δίνει δύναμη για να κρατηθείς και να σκεφτείς πως όλα μπορούν να αλλάξουν, να γίνουν καλύτερα. Φέρνεις στο νου σου αναμνήσεις και τις κρατάς ζωντανές στα μάτια σου, όσο το υπόλοιπο σώμα λειτουργεί απόλυτα μηχανικά, μετακινείσαι και επικοινωνείς σαν ανδροειδές, περιμένοντας αυτή τη μικρή λάμψη ελπίδας να γίνει φως εκτυφλωτικό. Καρτερία και ανυπομονησία, όσο προσπαθείς να μεταδώσεις την ελπίδα σου, όσο καταβάλλεσαι από τις καταστάσεις και το βάρος του πόνου, της απώλειας και της μάχης πέφτει πάνω στο κορμί σου και σε καθηλώνει. Παλεύεις με δαίμονες και φόβους που εμφανίζονται μπροστά σου για να σου δείχνουν τα χειρότερα μελλούμενα και κοιτάς με ματιά σταθερή, γιατί ξέρεις πως όλα μπορούν να συμβούν και, όσο σκληρό κι αν είναι, δεν θες να βρεθείς ανυποψίαστος μπροστά στην καταστροφή.

Μα η yamal, η ελπίδα, είναι πάντα μέσα σου και ξέρεις πως μόνο σκεφτόμενος θετικά μπορείς να ανταπεξέλθεις. Και προσπαθείς μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, να ξεπεράσεις όποια δυσκολία εμφανίζεται. Για να φτάσεις ως εκεί όπου ο φόβος, η απόγνωση και τα δάκρυα θα είναι κάτι μακρινό, ένας σκόπελος που ξεπεράστηκε και βρίσκεται πλέον πίσω σου. Γιατί οι λεμονιές θα ξυπνήσουν και θα συνεχίσουν να ανθίζουν για πολύ καιρό ακόμη.

image

In maps of time and space

“Why do we fall?” Η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από πτώσεις, από καταρρεύσεις, από διαλύσεις. Αυτοκρατορίες, άνθρωποι, θεοί και ημίθεοι, όλοι δένονται από το νήμα αυτό που ζητά το γονάτισμα, σωματικό και κυρίως ψυχικό. Όμως, γιατί πέφτουμε; Έχει δίκιο ο Άλμπερτ που απαντά “So that we learn to pick ourselves up”; Καθότι η Ιστορία έχει δείξει πως οι δομές (κοινωνικές ή/και πολιτικές), από τη στιγμή που πέφτουν δεν έχουν ξαναβρεί καμία τους τη δύναμη να ανέλθουν ποτέ ξανά. Όμως, ο άνθρωπος; Πώς έχει καταφέρει να ανταπεξέρχεται, πού βρίσκει την ανάκαρα να αφήνει πίσω καταστροφές και εσχατολογίες και να συνεχίζει να ελπίζει, να ονειροπολεί;

Ένα ταξίδι είναι η Ιστορία, μεγάλο, γεμάτο ταπεινώσεις, αίμα, δολοπλοκίες και υποταγές. Και ως άλλος Βιργίλιος, ο Mitchell μας παίρνει από το χέρι και μας κατεβάζει στα έξι (στην περίπτωσή του) επίπεδα της Κόλασης, για να ζήσουμε όσα καταστρέφουν το ανθρώπινο γένος, όσα διαβρώνουν τα ήθη, όσα φθείρουν τον χαρακτήρα.

Κατεβαίνει τα πρώτα σκαλιά, ανεβαίνοντας σε ένα καράβι και μας βάζει να δούμε κατάματα τα λάθη που κάναμε ως είδος, την υποδούλωση και την εξάλειψη συνανθρώπων, τον αφανισμό λαών, την εξουδετέρωση φιλήσυχων ατόμων, όλα στο όνομα της αποικιοκρατίας και της ενίσχυσης του κέρδους, της επεκτατικότητας και της επίδειξης κυριαρχίας. Έπειτα κατεβαίνει παρακάτω, ανεβαίνοντας τα σκαλιά μιας έπαυλης και μας δείχνει τα εσώτερά μας, το πάθος της φιλοδοξίας μας για να γίνουμε ονομαστοί, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Μας καθοδηγεί πιο κάτω, μέσα από πυρηνικές σχάσεις, για να μας δείξει κατάματα το πως ο σφετερισμός της εξουσίας, οι γνωριμίες, το πάθος για επικράτηση και, πάνω απ’ όλα, για το χρήμα, δεν υπολογίζει τίποτα, όχι μόνο μία, αλλά και πολλές ανθρώπινες ζωές. Στο τέταρτο επίπεδο, φαντάζουν ίδια όσα μας δείχνει, αλλά από το εταιρικό επίπεδο μας πηγαίνει στο άτομο, αυτή τη μικρή λέξη που εμπεριέχει τόσο πολύ εγωισμό και τόση ματαιοδοξία.

Μας οδηγεί πιο βαθιά και μας δείχνει μια εικόνα του μέλλοντος, όπου ο καταναλωτισμός είναι τόσο έντονος, όπου τα προϊόντα δεν αναφέρονται πλέον με το όνομά τους αλλά με το όνομα της εταιρείας που τα δημιουργεί. Όπου οι σύγχρονοι σκλάβοι ζουν ναρκωμένοι και υποταγμένοι. Κι όσοι δεν είναι σκλάβοι, απλά δεν έχουν συνειδητοποιήσει το πόσο γερά είναι τα δικά τους δεσμά. Και, τέλος, φτάνοντας στον πάτο, βλέπουμε αυτό που είναι προδιαγεγραμμένο, η καταστροφή, ο μαρασμός, η ανέχεια. Αφού η πτώση, μόνο διάλυση μπορεί να φέρει και η Ιστορία, που κινείται όχι ακριβώς κυκλικά, αλλά με σπειροειδή τροχιά επανερχόμενη στα ίδια, αλλά λίγο πιο πάνω, για να μας δείχνει τα λάθη που ξανακάνουμε, πάλι και πάλι, χωρίς να βάζουμε μυαλό. Κι εκεί που ήταν αποικιοκράτες τώρα είναι φυλές. Κι εκεί που ήταν οι Βρετανοί και οι Ολλανδοί, τώρα είναι οι Κόνα.

Όμως, τελικά, γιατί πέφτουμε; Έχει δίκιο ο Άλφρεντ; Ο Mitchell δείχνει να το πιστεύει πάντως. Κι αφού μας κατέβασε στο πιο χαμηλό επίπεδο, μας πιάνει το χέρι τρυφερά κι αρχίζει σιγά σιγά να μας ανεβάζει και πάλι. Και το κάνει με το να παίρνουμε βαθιά ανάσα κάθε φορά, καθώς βλέπουμε πως τουλάχιστον δεν έχουν χαθεί όλα. Πως ο κόσμος έχει το σθένος να αντισταθεί, να παλέψει, να τρέξει μέσα από έρημους τόπους για να ξεφύγει από τον πολέμαρχο, να φρενάρει την ορμή μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που θέλει το λαό είλωτα, να κάνει φίλους στα έσχατα των καιρών και να ζήσουν όλοι μαζί μια περιπέτεια λυτρωτική, να διαλύσει αυτό το corporate τέρας που απομυζεί την ανθρωπιά και θρέφεται μόνο με το κέρδος, να αποδείξει πως η φιλοδοξία και ο εγωισμός μπορούν να παραμεριστούν μπροστά στο θαύμα του έρωτα και να μας δείξει πως ακόμη και στα πέρατα της γης και στην πιο μεγάλη θάλασσα, τελικά θα βγει στο φως αυτός που με δόλο καταστρέφει.

Τελευταία ανάσα και εφόρμηση στην επιφάνεια. Με την ελπίδα ο δικός μας Βιργίλιος να μας έβγαλε πιο σοφούς από αυτή την Κόλαση, με το χάρτη του ζωγραφισμένο στα σύννεφα.

image

Ξεχασμένη ήπειρος



Αφρική, κοιτίδα καταγωγής του ανθρώπου, αχανής και πολύμορφη, αδικημένη κατάφορα και πονεμένη βαθιά. Πόσο λίγη σημασία σου δίνουν, τόσο έντονα που σε χαρακτηρίζει αυτό το μέγα όνομά σου, σμιλεμένο πάνω στις πέτρες της Δυτικής Σαχάρας, νοτισμένο με αίμα στην άμμο της Καλαχάρι, καμένο στους θάμνους της σαβάνας. Κανένας δεν σε πρόσεχε κι ακόμη σε αγνοούν. Και στιγματίζουν με το όνομά σου 1,4 δις ανθρώπων λες κι έχουν μία κοινή πατρίδα, ενώ τα κράτη σου αναρίθμητα, 54 τον αριθμό, το καθένα με τη δική του πικρή ιστορία. Η Δύση σε προσέχει μόνο όταν θέλει να σε εκμεταλλευτεί, να πάρει τα παιδιά σου και να τα κάνει σκλάβους, να τα μισήσει για το χρώμα τους και να τα θεωρήσει υπανθρώπους. Κι όταν πια δεν θα τα χρειαστεί, να επιτάξει εδάφη και να τα απιθώσει εκεί χαρίζοντάς τους ένα κράτος με ένα όνομα που μόνο συμβολικό ήταν και λεγόταν Λιβερία. Κι όταν χρειαζόταν πόρους, αμέτρητους που κρύβεις στα σπλάχνα σου, ήρθαν και σε σκάλισαν, άνοιξαν τρύπες στο κορμί σου, σε ρούφηξαν μέχρι το μεδούλι σου και καρπώθηκαν διαμάντια, πετρέλαιο, σπάνιες γαίες, καουτσούκ κι ό,τι άλλο θα μπορούσαν να σου κλέψουν. Κι όταν ο κόσμος άρχισε να αλλάζει κι οι αποικίες θεωρήθηκαν προσβολή στην ιστορία και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ακουγόταν παντού, σε παράτησαν έρμαιο των κάθε λογής φυλών, ομάδων και πολεμάρχων, χωρίς να νοιαστούν πως θα γίνει ειρηνικά η μετάβαση. Κι όταν άρχισες να ματώνεις τον ίδιο σου τον εαυτό, όταν τα παιδιά σου ξεκίνησαν να αλληλοσκοτώνονται, τα όρνεα έβλεπαν από μακριά κι ερχόντουσαν μόνο για να τσιμπάνε το συκώτι σου κάθε λίγο και λιγάκι, δεσμευμένη Προμηθέα, να απομυζούν την κάθε σου ελπίδα για ανάταση. Κι έχεις μείνει έτσι ανυπεράσπιστη, λαβωμένη, με τα έργα σου μισά, με τα παιδιά σου να μισιούνται, με τους ξένους να σε γλυκοκοιτάνε σαν ξεπεσμένη πόρνη. Και με τους ήρωές σου ταπεινούς και δειλούς, χωρίς φωνή, χωρίς παράστημα, χωρίς μπόι. Κι όλοι μαζί να ζουν στον ξέφρενο ρυθμό του Τραμ 83, με τις μουσικές του, με τη Ντίβα του, με τον Ρέκβιεμ, τον Λισιέν και όλα τα κορίτσια-πιτσούνια που ζουν μονάχα για να αντικρύσουν την αυριανή μέρα.

image

Ήρθες κοριτσάκι,

Κι άλλαξες τα πάντα γύρω

Τα έκανες όμορφα και λαμπερά

Σαν έναστρη νύχτα, μαγευτική

Σαν φως από χιλιάδες ήλιους να μας έλουσε σε μια στιγμή

Σαν μυριάδες πυγολαμπίδες που τριγυρίζουν σε καταπράσινο λιβάδι.

Έδωσες ζωή

Σαν τις δροσοσταλίδες της πρωινής πάχνης πάνω στα χόρτα

Σαν πνοή ανέμου φρέσκου μες στο κατακαλόκαιρο

Σαν το λουλούδι που άνοιξε για να δει τον ήλιο

Δεν είναι εύκολος ο κόσμος, κοριτσάκι

Κρύβει κινδύνους κάτω από τα κρεβάτια μας και μέσα στις ντουλάπες,

Παραμονεύει για να μας τρομάξει με την πρώτη ευκαιρία.

Περιμένει ανήσυχος να μας πληγώσει,

Να κάνει τα μάτια σου να στάξουν, κοριτσάκι.

Μη φοβάσαι ομως,

Θα είμαι εδώ,

Να σκουπίζω το δάκρυ σου

Και να σε κρατάω σφιχτά και να σου λέω

“Έφυγε τώρα, πάει…”

Θα είμαι εδώ να ζεσταίνομαι από το γέλιο σου,

Θα είμαι εδώ να κοιτώ τα μάτια σου και να ονειρεύομαι,

Θα είμαι εδώ να σε σηκώνω όταν πέφτεις

Και να σε ανεβάζω όταν θες να πας πιο ψηλά.

Θα είμαι εδώ όταν χαμογελάς για να χαμογελώ κι εγώ

Θα είμαι εδώ στην ευτυχία σου γιατί αυτή θα με κάνει ευτυχισμένο.

Κι όταν γίνω σύννεφο, κοριτσάκι

Όταν πετάξω μακριά στον ουρανό

Όταν θα γίνω σκόνη που ξεχνιέται με μια πνοή

Θα είμαι εδώ και πάλι

Δίπλα σου

Να σε κοιτώ

Κι έτσι να κάνεις την καρδιά μου να χτυπά και πάλι από την αρχή


Για το δικό μου κοριτσάκι.

image

¡Madre!

Αχ Αμάλια! Αχ γλυκιά, αγαθή και υπέροχη Αμάλια! Το βάρος του κόσμου έπεσε στους ώμους σου κι εσύ, τρυφερή και άδολη, κοίταξες κατάματα το χαμό τριγύρω σου και χαμογέλασες. Με αυτό το χαμόγελο που πάντα κουβαλάς γιατί η καταστροφή σου είναι δυσνόητη μερικές φορές. Γιατί όσα συμβαίνουν σε εσένα ή στα παιδιά σου, ορισμένες φορές δεν τα καταλαβαίνεις κι απλά συγκατανεύεις. ‘Η τουλάχιστον έτσι δείχνεις. Τράβηξες και τραβάς πολλά σε αυτή την πορεία των χρόνων σου, από την απώλεια της δικής σου μάνας, στήριγμα και πάντα ακροατή των προβληματισμών σου, ακόμη και τώρα στην άδεια της καρέκλα, μέχρι το χαμό που βίωσαν τα παιδιά σου, το καθένα τον δικό του, αλλά και όλα μαζί τον κοινό, τη φυγή του άσπλαχνου, αδιάφορου και εγωιστή πατέρα τους.

Απελευθερώθηκες όμως! Τα παιδιά σου έχασαν έναν πατέρα (ο θεός να τον κάνει!) κι εσύ έναν σύζυγο, αλλά κερδίσατε όλοι μαζί μια ελευθερία αφάνταστη, έριξες στο γκρεμό την πέτρα του Σίσυφου που έσπρωχνες καθημερινά τόσα χρόνια κι είσαι ανάλαφρη εδώ και καιρό, το νιώθεις, το ζεις. Κι όπως ανάσανες εσύ, έτσι θέλεις να είναι πιο ήρεμα και τα παιδιά σου. Και μέσα από τα δικά σου λόγια, τις δικές σου πράξεις, με μια αγκαλιά βάλσαμο που ζεσταίνει την ψυχή, χάρισες στην Έμμα την προοπτική του μέλλοντος και την απελευθέρωση από το παρελθόν, έδωσες νέο αέρα για να ξεφύγει η Σύλβια από την προσκόλληση σε όσα δεν τη βοηθούν και χάρισες τον ορίζοντα, αυτόν τον βαμμένο μενεξεδί ουρανό μιας νέας μέρας και μιας νέας χρονιάς, στον γλυκό σου Φερ για να ξεκολλήσει από το βάλτο της μιζέριας του.

Κάθε ήρωας του Παλόμας κουβαλάει το δικό του σταυρό και παλεύει με τους δαίμονες του, από τη μάνα και τα παιδιά μέχρι και τον καλό θείο Εντουάρντο. Μέχρι που έρχεται αυτή η λυτρωτική παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ο καθένας τους κάνει ένα βήμα σταθερό προς το μέλλον. Μέσα από σελίδες νοτισμένες από δάκρυα, των πρωταγωνιστών αλλά και τα δικά μας, μέσα από λόγια και αγκαλιές όπου βιώνεις ανάταση, θαλπωρή και σπαράζει το είναι σου, μέσα από το χάδι στο χέρι που σου λέει “θα είμαι εδώ, μαζί σου, συνέχεια” και απλά γνωρίζεις πως με τίποτα δεν θα είσαι μόνος.

image