Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Λέω να συνεχίσω την περιήγηση στην οθωμανική πεζογραφία της, ας πούμε, πρώιμης νεότερης περιόδου. Έπεσα πάνω σ’ αυτό το κείμενο, μια ιστορία γραμμένη πιθανότατα στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, η οποία ξεκινάει πολύ παραμυθένια αλλά συνεχίζει με τον παθιασμένο έρωτα ενός σπαχή για ένα αρχοντόπουλο, που το συναντάει στο καφενείο να γοητεύει όλους τους νταήδες της πόλης. (Τέτοιες ιστορίες είναι πολύ συχνές εκείνη την εποχή, μάλιστα συχνά ενώ έχουν πολύ ρεαλιστική υπόθεση καταγράφονται σε μια γλώσσα όλο περικοκλάδες και διακοσμήσεις – αυτή, πιο λαϊκή, είναι αρκετά απλούστερη στο στιλ της). Εγώ όμως, που μ’ αρέσει η φαντασία, ξεχώρισα αυτό το κομμάτι από το ξεκίνημα, που καποιος διηγείται στον σπαχή τις περιπέτειές του στην Ινδία. Τελειώνει κάπως απότομα γιατί κάπου εκεί φτάνουν στο εν λόγω καφενείο. Η ιστορία, που αναφέρεται στα γνωστά αγάλματα του Βούδα που ανατίναξαν οι Ταλιμπάν (αν και το φρούριο Νταχάκ, με όνομα παρμένο από έναν φοβερό δαίμονα της ιρανικής μυθολογίας, ίσως ταυτίζεται με κάποιο κάστρο του ιρανικού Αζερμπαϊτζάν), σχεδόν σίγουρα έχει την πηγή της σε κάποια κοσμογραφία όπως εκείνη του Καζβινί και των συνεχιστών του, που όμως τώρα δεν προλαβαίνω να ψάξω και να εντοπίσω. Πράγματι όμως, το τοπίο αυτό μοιάζει να περιέχει κάποια μυστική πόλη!

Και αυτή είναι η ιστορία:

Βρήκαμε μερικούς φίλους και αποφασίσαμε να πάμε στην Ινδία από ξηρά.

Μια μέρα φτάσαμε στην πόλη Χαφτάν. Αφού περιηγηθήκαμε λίγο εκεί, ξαναβγήκαμε στο δρόμο με στόχο να φτάσουμε στην μεγάλη πόλη Καμπούλ, μία από τις πόλεις της Ινδίας. Ανάμεσα στο Χαφτάν και την Καμπούλ υπήρχε μια μεγάλη πόλη σε ερειπωμένη κατάσταση. Φτάσαμε εκεί. Δεν είχα δει στη ζωή μου τόσο μεγάλη πόλη. Δίπλα της υπήρχε ένα πολύ μεγάλο βουνό· μπροστά της απλωνόταν μια ατελείωτη έρημος. Το μήκος αυτού του βουνού ήταν όσο ένα χρόνο ταξίδι, ενώ το ύψος του δεν το έφτανε το μάτι. Στην ψηλότερη κορυφή αυτού του βουνού είχε χτιστεί ένα φρούριο που φαινόταν σαν να έφτανε στον ουρανό· τα σύννεφα το κάλυπταν. Αυτό το φρούριο το λέγανε Φρούριο Νταχάκ, ενώ την πόλη την έλεγαν Πόλη Γκαλγκαλέ.

Η πόλη είχε χτιστεί στους πρόποδες αυτού του μεγάλου βουνού. Ωστόσο, η πόλη είχε ένα χαρακτηριστικό: από έξω δεν φαινόταν κανένα κτίριο, αν δεν έμπαινε κανείς μέσα. Ο λόγος ήταν ότι το εσωτερικό του μεγάλου βουνού είχε σκαφτεί και χωριστεί σε αμέτρητα τμήματα. Σαν να είχαν ανοίξει εκατοντάδες χιλιάδες πόρτες. Όταν έμπαινε κανείς σε μία από αυτές τις πόρτες, εμφανίζονταν σαράγια, κιόσκια και άλλα βασιλικά κτίρια· όλα ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους, χτισμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το βουνό είχε διανοιχτεί, και παντού είχαν ανοιχτεί παράθυρα και ανοίγματα. Μέσα σε κάθε πόρτα είχαν χτιστεί σπίτια που μπορούσαν να φιλοξενήσουν δέκα χιλιάδες άτομα. Έτσι, δεν υπήρχε ούτε φόβος για τη ζέστη ούτε ενόχληση από το κρύο. Αν στεκόταν ένας άνθρωπος μπροστά από την πόρτα και τη φρουρούσε, εκατό χιλιάδες δεν μπορούσαν να μπουν μέσα. Και η αγορά της πόλης είχε χτιστεί με τον ίδιο τρόπο, με πόρτες. Πήγαμε και περιηγηθήκαμε· όλα τα σπίτια και τα μαγαζιά έμοιαζαν σαν να είχαν βγει σήμερα από τα χέρια του τεχνίτη, αλλά δεν υπήρχε καμία ζωντάνια, κανένα σημάδι ζωής. Μόνο μέσα στο κάστρο υπήρχε κάποια κίνηση. Ο λαός ερχόταν μια εποχή του χρόνου για να σπείρει τα σπαρτά, έμενε τότε σε αυτά τα σπίτια για κάνα δύο μήνες και μετά έφευγε πάλι.

Στο κέντρο της πόλης κυλούσε ένας μεγάλος ποταμός. Σε αυτή τη μεγάλη πόλη και στις όχθες του ποταμού υπήρχαν ανθρώπινα αγάλματα φτιαγμένα από πέτρα· το ύψος του καθενός ήταν σχεδόν πεντακόσια πήχες. Το ένα είχε μορφή γυναίκας, το άλλο άνδρα. Η όψη τους ήταν τόσο επιβλητική που ήταν αδύνατο όποιος τα έβλεπε νύχτα και απροειδοποίητα να μην πεθάνει από φόβο – όποιος πάλι τα έβλεπε, προτιμούσε να μην τα ξαναδεί.

Ο κύριος αυτών των αγαλμάτων ήταν κάποτε ο ηγεμόνας αυτής της πόλης, της Γκαλγκαλέ. Παρασυρμένος από τη δύναμη και την εξουσία του, έφτιαξε τα ομοιώματα του εαυτού του και του γιου του, και ανάγκασε τον λαό του να προσκυνά αυτά τα αγάλματα. Επειδή τον ηγεμόνα αυτόν τον έλεγαν Μπαμιάν, αυτά τα αγάλματα ονομάζονταν «είδωλα του Μπαμιάν». Στη συνέχεια, έφτασε σε σημείο να διακηρύξει πως είναι θεότητα! Τότε, ο Θεός έστειλε έναν προφήτη για να τους καλέσει στη θρησκεία. Όταν αρνήθηκαν και προσπάθησαν να προσβάλουν τον προφήτη, αυτός τους προειδοποίησε ότι η πόλη θα καταστραφεί· και πράγματι, σύντομα καταστράφηκαν. Αργότερα, κάποιοι άνθρωποι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο φρούριο στην κορυφή του μεγάλου βουνού.

Πηγή: σύγχρονη μετάφραση από εδώ σε αντιπαραβολή με: Suzan Balkanlı, Hikâyet-i Sipâhî-i Kastamonî Tûtî-i Şekeristân (vr. 1–27): İnceleme, Transkripsiyon, Metin, Dizin (Yüksek Lisans Tezi, Marmara Üniversitesi, 2010), σελ. 2-3.

Έχω μιλήσει αρκετές φορές για τις ιστορίες του οθωμανού ποιητή Τζινανί, γραμμένες στα τέλη του 16ου αιώνα – ιστορίες με φαντάσματα ή με τζίνια. Το έχω βάλει σκοπό να μεταφράζω πού και πού καμία, εδώ όμως έκανε τη δουλειά ένας Τούρκος συνάδελφος που διάλεξε και μετάφρασε στα σύγχρονα τουρκικά ένα ωραίο αφήγημα με λυκάνθρωπο. Νάτο:

Ένας αξιόπιστος καδής αφηγείται τα εξής:

Πρόσφατα, έμεινα για λίγες μέρες στην κωμόπολη Μπάφρα για μια σημαντική δουλειά. Έναν σεβαστό κάτοικο της κωμόπολης εκείνοι τον αποκαλούσαν Εμίν τον Λύκο. Το πραγματικό όνομα αυτού του Εμίν δεν ήταν Λύκος, αλλά Αχμέτ. Κατά τύχη, μια μέρα οι κάτοικοι της πόλης με πήγαν σε ένα μέρος για εκδρομή, ετοίμασαν ωραία φαγητά και διάφορα εδέσματα και πιάσαμε την κουβέντα. Στην παρέα ήταν και εκείνος που αποκαλούσαν Λύκο Εμίν . Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, είπαν σε εμένα τον φτωχό, «Αυτός είναι ο Λύκος Εμίν». Είδα ότι ήταν ένας άνθρωπος με ικανότητα στην ομιλία, που ξέρει να μιλάει. Τότε άρχισα να συνομιλώ μαζί του και, καθώς η κουβέντα έφερε την κουβέντα, τον ρώτησα: «Γιατί σου έδωσαν το παρατσούκλι Εμίν ο Λύκος;». Τότε άρχισε να μιλάει και είπε:

«Στα πρώτα χρόνια της νιότης μου, είχα πάθος για τις γυναίκες και τις όμορφες, και πάντα περνούσα τον χρόνο μου συντροφιά με καλλονές και γλεντώντας με φεγγαροπρόσωπες. Μια μέρα, έκανα παρέα με μια τέτοια καλλονή! Ψηλή σαν κέδρος, με μάγουλα σαν κρίνο, γλυκόλογη, με λεπτό σώμα, με βηματισμό σαν φασιανός, με πρόσωπο νεράιδας, με ατίθασα μαλλιά, γοητευτική και χαρούμενη… Ξεγελάστηκα από τις γοητείες της, και αφοσιώθηκα στην παρέα της. Η αγάπη μου αυξανόταν μέρα με τη μέρα, η εξάρτησή μου από αυτήν έφτασε στο αποκορύφωμά της. Αν δεν την έβλεπα για μια στιγμή, γινόμουν ανυπόμονος και χαμένος από την αγάπη μου. Οι δικοί μου και οι γνωστοί μου είδαν ότι είχα αφιερωθεί με όλη μου την καρδιά και την ψυχή σ’ αυτή την μπελαλίδικη ομορφιά· μέρα με τη μέρα η κατάστασή μου γινόταν πιο θλιβερή, ο χρόνος μου περνούσε και ήμουν ταλαιπωρημένος και σα χαμένος. Προσπάθησαν λοιπόν να με παντρέψουν και να με φέρουν έτσι στο σωστό το δρόμο. Τελικά, χωρίς να το θέλω, πήραν τη συγκατάθεσή μου και βρήκαν μια παρθένα και αγνή κοπέλα, την πήραν. Αποφάσισαν το γάμο και ετοίμασαν ό,τι χρειαζόταν. Φαίνεται όμως ότι εκείνη η όμορφη που αγαπούσα, χωρίς να το ξέρω, ήταν τόσο μάγισσα και απατεώνισσα, που αν ήθελε, μπορούσε να κατεβάσει το φεγγάρι από τον ουρανό και να το αρμέξει σαν αγελάδα, ή μάλλον να εξουσιάζει το σώμα όσων ερωτευμένων ήθελε. Είχε μαγέψει το μυαλό πολλών ανθρώπων, τους είχε καταπλήξει, είχε καταστρέψει τα σπίτια τους και είχε μετατρέψει τις καρδιές τους σε σκόνη και χώμα με την πέτρα της καταστροφής. Όταν έμαθε ότι παντρεύόμουν, έπεσε σε μεγάλη σύγχυση, βυθίστηκε στη θάλασσα της κατάπληξης. Τόσο συγχύστηκε, που έχασε τα λογικά της. Εγώ, όμως, δεν είχα καμία ιδέα για τις λεπτομέρειες της κατάστασής της. Πέρασαν μερικές μέρες· δεν ασχολήθηκα μαζί της. Φρόντισα τις δικές μου υποθέσεις και ασχολήθηκα με τα θέματα του γάμου. Τελικά φτάσαμε στη νύχτα που έφεραν τη νύφη μου στο σπίτι μου· ήρθε η νύχτα του γάμου, και εγώ ετοιμάστηκα να εκπληρώσω τα καθήκοντα του γαμπρού.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Τριάντα και βάλε χρόνια ταξιδεύω στην Τουρκία, δεν είχα πάει ποτέ στην Άγκυρα μέχρι τώρα. Και όμως, αυτό που λέμε Ανατολία (η Μικρά Ασία δηλαδή, άλλο αν σήμερα Μικρασία καταλαβαίνουμε μόνο το δυτικό τμήμα της) πάντα με τραβούσε: τα υψίπεδα! οι ερημιές! οι ατέλειωτοι δρόμοι! και πάνω απ’ όλα, όλοι εκείνοι οι αρχαίοι πολιτισμοί που δεν τους θυμόμαστε ποτέ. Πριν γίνουν μουσουλμάνοι και τουρκόφωνοι, ήταν χριστιανοί και ελληνόφωνοι, ακόμα πιο πριν όμως αυτή η μυθική χώρα είχε Φρύγες, Λυδούς, Παφλαγόνες, Κίλικες, Πισίδιους και Κάρες. Έτσι τη βλέπω: σαν μυθική χώρα. Τι γλώσσες μιλούσαν; Σαν τι έμοιαζαν οι ακροπόλεις τους; Ποιοι άνθρωποι κατοικούσαν εκείνους τους τάφους τους σκαμμένους στο βράχο, που έβλεπα στο Köyceğiz, ή τους άλλους τους πέτρινους που έσπερναν τη βουνοπλαγιά στο Παμούκαλε;

Όπως έλεγα και για ένα άλλο, ακόμα πιο μαγικό ταξίδι:

Ήταν ωραία η αίσθηση της άμεσης επαφής με μέρη που μόνο φαντάζεται κανείς: από δω, λες, περνούσαν λοιπόν οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Πάρθοι, οι Αρμένιοι, οι Βυζαντινοί και οι Σελτζούκοι -από αυτό το πέρασμα λοιπόν, εδώ είναι αυτό που γράφει ο Εβλιγιά, εδώ έπιασε ο χειμώνας τον τάδε στρατό και τον αφάνισε.

Μετά από αυτό τον πολλά υποσχόμενο πρόλογο, ας περάσουμε στο πιο πεζό και ίσως απογοητευτικό παρασύνθημα. Τρεις μέρες στην Άγκυρα, αυτό είναι όλο – με μία πρωινή εκδρομή στο Γόρδιο. Η Άγκυρα λοιπόν είναι μια εκπληκτικά μεγάλη πόλη, αδιάφορη ως επί το πλείστον όπως όλες σχεδόν οι πόλεις στην Τουρκία σήμερα, όπου χρειάζεσαι αυτοκίνητο για την καθημερινή σου επιβίωση σα να ζεις στα αμερικανικά προάστια. Και όμως κάποτε ήταν μια μικρή πολιτειούλα, χτισμένη γύρω από ένα ψηλό κάστρο. Ανεβαίνεις όντως την ανηφόρα, περνάς τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης και φτάνεις στο σημείο που βλέπεις το κάστρο ακόμα ψηλότερα!

Και όμως, κάποτε φτάνεις και εκεί. Ξύλινα σπίτια, φτωχόκοσμος (αλλά και τουριστικές πανσιόν), ένα τείχος γεμάτο με αρχαίες πέτρες, επιγραφές και κολόνες σε δεύτερη χρήση. Εύκολο να φανταστείς την οθωμανική Άγκυρα, σκαρφαλωμένη στο βράχο, μέσα στο χιόνι, να υποδέχεται καραβάνια και να κλείνει τις πύλες όταν εμφανίζονται οι Τζελαλήδες, οι αγροτικοί στρατοί του 16ου αιώνα, ληστές ή επαναστάτες, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή που έλεγε κι ο ποιητής.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ξεχάστηκα τόσο που δεν έκανα ανάρτηση για τα sweet sixteen, και είναι δυο μέρες κιόλας που το παρόν μπλογκ αλλά και ο Δύτης ως τέτοιος (ως βούληση και ως παράσταση!) έκλεισε τα δεκαεφτά. Δεν είναι ώρα για διαδικτυακή αρχαιολογία, θα τόθελα δηλαδή αλλά δεν έχω πια χρόνο για τέτοιες αναδιφήσεις. Αφήνω απλώς εδώ αυτή τη σημείωση και τους χαιρετισμούς μου.

Ο τίτλος κλείνει το μάτι σε όσους συνοδοιπόρους θυμούνται αυτό το ωραίο σοβιετικό βιβλίο και την αντίστοιχη σειρά, που κάποτε έκανα κοπάνα από την τελευταία ώρα για να τη δω (το ίδιο έκαναν οι υπόλοιποι για το «Τόλμη και γοητεία»). Αναφέρεται σε κάποιο τραγούδι της Marika Rökk, που δεν μπόρεσα να εντοπίσω.

Ένα ποστ, εις μνήμην, απλώς για να μαζέψει όλη τη λεγόμενη Σαββοπουλιάδα, ένα στοχαστικό παραλήρημα για κάθε ένα τραγούδι του Σαββόπουλου που είχα σκαρώσει πριν από λίγα χρόνια, και να μπορεί κανείς, αν θέλει, να παραπέμπει πιο εύκολα. Λοιπόν:

Α΄ Το Φορτηγό

Β΄ Το περιβόλι του τρελλού

Γ΄ Μπάλλος

Δ΄ Το βρώμικο ψωμί

Ε΄ Δέκα χρόνια κομμάτια

ΣΤ΄ Happy Day – Αχαρνής (Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια)

Ζ΄ Η Ρεζέρβα

Η΄ Τραπεζάκια έξω

Θ΄ Το κούρεμα

Ι΄ Μην πετάξεις τίποτα – Χρονοποιός

Θυμάστε ίσως τις ιστορίες του οθωμανού ποιητή Τζινανί, από τα τέλη του 16ου αιώνα. Πριν από λίγο καιρό είχα μεταφράσει μια ακόμα, μια ισλαμική ιστορία τρόμου (έχει κι άλλες), και χτες την ξανακοίταζα τυχαία και σκεφτόμουν, να την ανεβάσω στο μπλογκ που έχει τόσο βρυκολακιάσει που ούτε γενέθλιο δεν είχε φέτος; Μετά λέω, αυτές οι ιστορίες άρεσαν στον ΝεοΚίντ, τον παλιόφιλο του μπλογκ που έχει καιρό να φανεί, ας περιμένω να εμφανιστεί για να τη βάλω να χαρεί. Και σήμερα το πρωί μαθαίνω ότι μας άφησε. Τη βάζω λοιπόν στη μνήμη του.

***

Ένας από τους καδήδες της θεοφρούρητης επικράτειας έκανε μια μέρα κουβέντα με φίλους. Τυχαία η κουβέντα πήγε στα σημεία όπου το ιερό Κοράνι αναφέρει την τάξη των τζιν, και το αν τα τζίνια έχουν εξωτερική υπόσταση, δηλαδή σωματική, ή αποτελούνται μόνο από ιερά εδάφια. Όταν ειπώθηκε ότι οι ουλεμάδες συμφωνούν πως έχουν σώμα και πως μάλιστα μπορούν και το μεταμορφώνουν, διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Παλιά ήμουν καδής στο Νευροκόπι. Μια μέρα, ενώ δίκαζα, ήρθε στο ιεροδικείο ένας φίλος και μου ανέφερε: «Στο τάδε μέρος του καζά σας, τα τζίνια πετούν πέτρες στο σπίτι ενός παλιατζή. Το έχετε ακούσει;». Εγώ ο φτωχός είπα «Δεν το ακούσαμε, αλλά, τι παράξενη ιστορία! Όντως συμβαίνει;» Απάντησε «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία». Μετά από μερικές μέρες, ο εν λόγω παλιατζής ήρθε για μια υπόθεσή του στο δικαστήριο, και ο φίλος είπε «ορίστε, αυτός είναι ο παλιατζής που στο σπίτι του πετούν πέτρες τα τζίνια». Τον πήρα κατά μέρος και τον ρώτησα: «Είναι αλήθεια αυτή η ιστορία;» Απάντησε: «Αλήθεια είναι, τις πετούν εδώ και αρκετό καιρό. Ωστόσο δεν ξέρω τι συμβαίνει στ’ αλήθεια».

Μετά από κάποιο διάστημα ξεκίνησα μια μέρα να βρω τον κυβερνήτη του βιλαετιού μας. Όπως κουβεντιάζαμε, μου είπε: «Εξοχώτατε εφέντη, ακούσατε μήπως ότι στον καζά σας πετούν πέτρες στο σπίτι κάποιου παλιατζή;». Απάντησα: «Μάλιστα, το άκουσα και μάλιστα τον ρώτησα τον ίδιο και μου το επιβεβαίωσε». Εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα υποδοχής του κυβερνήτη μπήκε ένα πλήθος γυναίκες και παιδιά, θρηνώντας και κλαίγοντας και ζητώντας δικαιοσύνη. Οι τσαούσηδες του κυβερνήτη βγήκαν και ρώτησαν «Τι συμβαίνει μουσουλμάνοι; Για ποιον έχετε παράπονα;». Απάντησαν με θρήνους: «Για έναν παλιατζή, στην γειτονιά μας. Εδώ και αρκετό καιρό πετούν πέτρες στο σπίτι του, δεν ξέρουμε ποιος. Μέχρι τώρα κάναμε υπομονή και το ανεχόμασταν. Όμως τώρα άρχισαν να πετούν πέτρες και στο δικό μας σπίτι. Πια δεν υπάρχει περίπτωση να κάτσουμε ήσυχες στο σπίτι μας. Ή ο παλιατζής πρέπει να σηκωθεί να φύγει από αυτό το σπίτι, ή να σηκωθούμε να φύγουμε όλες εμείς. Άλλη λύση δεν μας απόμεινε. Είστε οι αρχηγοί του βιλαετιού: ή εμποδίστε την τυραννία, ή θα αναγκαστούμε όλες να πάμε να προσπέσουμε στην Υψηλή Πύλη του σουλτάνου». Ο κυβερνήτης, εντυπωσιασμένος, γύρισε σε μένα τον φτωχό λέγοντας: «Εφέντη τι πρέπει να γίνει γι αυτό το ζήτημα; Οπωσδήποτε πρέπει να επιληφθούμε». Είπα κι εγώ: «Οπωσδήποτε εξοχώτατε μπέη μου πρέπει να δούμε πώς λύνεται και επιβάλλεται να το εξετάσουμε». Είπε ο μπέης: «Ελάτε τώρα, ας σηκωθούμε να πάμε στο σπίτι του παλιατζή. Να ρωτήσουμε τους γείτονες αν αληθεύει η ιστορία και να εξετάσουμε από ποια πλευρά έρχονται οι πέτρες, και αν τις πετάει άνθρωπος ή τζίνι».

Έτσι ετοιμάστηκαν οι παρόντες μουσουλμάνοι να πάνε με τον καδή και τον κυβερνήτη στο σπίτι του παλιατζή και να κάνουν εκεί συμβούλιο, και ξεκίνησαν μαζί οι τσαούσηδες αλλά και ο περισσότερος κόσμος της κωμόπολης να πάνε εκεί πριν από μας. Λίγο μετά ανεβήκαμε κι εμείς στα άλογα και φτάσαμε στο εν λόγω σπίτι. Είδαμε πως είχε ήδη μαζευτεί πλήθος. Κατεβήκαμε, μέσα υπήρχε ένας μικρός σοφάς, τον είχαν σκεπάσει με κάτι υφάσματα. Καθήσαμε, και ήρθαν και οι άλλοι μουσουλμάνοι και στάθηκαν μπροστά μας. Καθώς τους ρωτούσαμε, όταν πέφτουν οι πέτρες από ποια μεριά έρχονται, βλέπουμε να πέφτει μια πέτρα από το παραθυράκι πάνω από το σοφά και να προσγειώνεται στη γωνιά του αφήνοντας μια σπίθα. Τρομάξαμε τόσο που για λίγο δεν μπορούσαμε να βγάλουμε λέξη. Τέλος, σηκώσαμε το κεφάλι και καλέσαμε μπροστά μας τον παλιατζή και τη γυναίκα του. Πρώτα είδαμε την κυρά του. Ήταν μια γρουσούζα γρια, όπως στον στίχο: αγελάδα που θα δει το πρόσωπό της, μοσχάρι δεν γεννά / δεν έχει δει ποτέ της τέτοιο θέαμα. Την ρώτησα: «Θεία, εσύ τι ξέρεις από αυτή την ιστορία; Φανερά ή σε όραμα είχες καθόλου νταραβέρια με τα πνεύματα;» και μου απάντησε: «Εγώ δεν ξέρω καθόλου, τίποτα για αυτό, δεν είδα ούτε άκουσα τίποτα σχετικό με αυτά ούτε στον ύπνο μου ούτε στον ξύπνο μου. Όσο μπορούσα έχω κρατήσει τη ζωή μας αγνή, μάλιστα τη νύχτα ανάβω εδώ κι εκεί λιβάνια για να δείξω την ευσέβειά μου. Δεν έχω κάνει τίποτα το επιλήψιμο. Αυτό έχω να πω». Ρωτήσαμε τότε τον παλιατζή: «Μπάρμπα, εσύ είδες τίποτα μορφές φανερά ή σε όραμα; Πες την αλήθεια να δούμε, με την ελπίδα να βρούμε κάποια λύση». Λέει ο παλιατζής:

«Κύριέ μου, πριν από τέσσερα χρόνια, μια νύχτα βγήκα από το σπίτι προς νερού μου τα μεσάνυχτα. Ξαφνικά κατάλαβα κάποια κίνηση. Κοίταξα μπροστά μου και είδα κάποιους να στέκονται στα ριζά εκείνου του δέντρου. Τους πέρασα για ανθρώπους και στράφηκα προς τα εκεί· ένας τους βγήκε μπροστά και μου είπε: ‘Ε, αυτέ, εμείς δεν είμαστε από το είδος των ανθρώπων: είμαστε τζίνια. Έχουμε έναν πρίγκιπα, τον λένε Τζεμσίντ Σαχ, και το προσωνύμι του είναι αυτοκρατορικός φοίνικας. Είναι πρίγκιπας νεαρός, ακόμα άγεται και φέρεται από τις επιθυμίες του. Καθώς γυρίζαμε τον κόσμο απόψε, μας έφερε εδώ ο δρόμος και του άρεσε πολύ, και διέταξε να κάτσουμε λίγο εδώ να γλεντήσουμε και να κουβεντιάσουμε. Έτσι στρώσαμε εδώ και βαλθήκαμε να τρώμε. Εσύ τώρα κάνε την ανάγκη σου και κουλουριάσου πίσω από την πόρτα σου, μη βγεις μέχρι να ξημερώσει! Εμείς δεν θα σε πειράξουμε. Κάτσε ξάπλωσε ήσυχα’. Κι εγώ όπως μου είπαν αμέσως μπήκα μέσα, κλείδωσα την πόρτα και ξάπλωσα. Δεν με πείραξαν ούτε με ενόχλησαν. Λίγες μέρες μετά όμως εμφανίστηκε η ιστορία με τις πέτρες που πετιούνται στη σκεπή μας. Πέρα από αυτά, τι αλήθεια συμβαίνει δεν ξέρω».

Κοιτάζω, μέχρι να πω «ο κύριός μου γνωρίζει» ρίχνουν μια τέτοια βροχή από πέτρες σαν μπόρα, αδιάκοπη! Σταμάτησε κάποια στιγμή, μας πήρε λίγο χρόνο να έρθουν τα μυαλά στα κεφάλια μας. Τέλος, δεν είχα και άλλη επιλογή, απευθύνθηκα στο Αόρατο. Είπα: «Ε, Τζεμσίντ Σαχ, αρχηγέ και στρατάρχη της τάξης των τζιν, γνωρίσαμε την μεγαλειότητά σου και καταλάβαμε ότι είσαι ο σουλτάνος των τζιν! Είναι όμως σωστό και αρμόζον να μην είσαι σεβαστικός, εδώ που καθόμαστε εγώ ο ταπεινός, ο υπηρέτης του λαμπρού ιερού νόμου του εξοχώτατου αγαπημένου κυρίου των δύο κόσμων, μαζί με τόσους μουσουλμάνους και μονοθεϊστές αλλά και τον εξοχώτατο μπέη, που είναι τοποτηρητής του σουλτάνου του κατοικημένου μέρους της οικουμένης, του χαλίφη επί της γης; Να πετάς πέτρες σε έναν φτωχό που δεν έχει κάνει έγκλημα ή αμαρτία και να τον αναστατώνεις, αλλά και να βασανίζεις και να ενοχλείς τόσους μουσουλμάνους; Καθένας θα πληρώσει τις πράξεις του στο Τέλος των Ημερών, είτε άνθρωπος είτε τζίνι. Αν δεν αρνείσαι το Υπερπέραν, σταμάτα αυτές τις πράξεις, είναι ντροπή, δεν ταιριάζουν στη βασιλεία σου. Αν γίνεται, φανερώσου και φανέρωσέ μας με λεπτομέρεια ο ίδιος για ποιο λόγο πετάς έτσι πέτρες στα σπίτια αυτού του φτωχού και των άλλων μουσουλμάνων, να συνεννοηθούμε! Αν διορθώνεται κάτι, να το διορθώσουμε, αν όχι, να φύγουμε εμείς οι ίδιοι». Με το που μίλησα έτσι, ακούστηκε ένα δυνατό «Πρρρρρ…!», σα να ήταν κάποιο αλητάκι, που όσοι το άκουσαν έμειναν έκπληκτοι. Εγώ θύμωσα και είπα: «Μπράβο, μπράβο, συγχαρητήρια για την αγνή σου φύση, το μυαλό και την αντίληψή σου! Πείτε μου αν στη δική σας τάξη δεν είναι πούστης όποιος κάνει ακριβώς τέτοιες αλητείες και παιδιαρίσματα!» Ακούστηκε άλλο ένα «Πρρρρ!», χίλιες φορές δυνατότερο από το προηγούμενο – και ακολούθησε ένα χαχανητό, ένας ήχος γέλιου που δεν περιγράφεται. Έγινα έξω φρενών! Είπα: «Ε εσύ, αν είσαι από τα άπιστα τζίνια έχει καλώς· αλλά αν είσαι από τα τζίνια που τη γνωστή νύχτα φωτίστηκαν με την ορθή πίστη από τον εξοχώτατο Μωάμεθ, ο Θεός μαζί του, ή από τα παιδιά τους, δηλαδή αν είσαι μουσουλμάνος και πιστός, σε κηρύσσουμε άπιστο τώρα, επειδή τρομοκράτησες το ιεροδικείο και τους ανθρώπους του! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είσαι άπιστος!». Αμέσως μου ήρθε στο σβέρκο μια τέτοια σφαλιάρα που έπεσα κάτω με το πρόσωπο. Λυσσασμένος από θυμό φώναξα: «Βρε καταραμένε, που να κρεμαστείς από το λαιμό, βρε άπιστε, βρε άθεε, θα σε κάνω να πληρώσεις, θα σου δείξω να τα βάζεις με τους ανθρώπους! Βρε φέρτε μου ένα μπρίκι νερό. Κάντε τον καθαρμό σας, να ξορκίσετε και να μαγέψετε αυτό τον τιποτένιο, να τον κάψετε με κόκκινο θειάφι, να του κάνετε μια τέτοια δουλειά που δεν έχει κάνει κανείς σε κανένα!».

Τότε μίλησε κάποιος, αόρατος, και είπε με άξεστη φωνή: «Εξοχότατε εφέντη, τι θυμώνεις και τι διαβάζεις ξόρκια; Η φυλή μας κάνει περισσότερα αστεία από τη φυλή των ανθρώπων. Και ο μπέης μας είναι νεαρός, είναι στην ηλικία που ακολουθεί τις επιθυμίες. Θέλησε λίγο να σας κάνει πλάκα. Συγχωρείστε τον, συγχωρείστε το κρίμα του. Σεβόμαστε το εδάφιο Τιμήσαμε τα παιδιά του Αδάμ, αφήστε τα ξόρκια, κάνετε λίγο υπομονή και δεχτείτε να είστε φανεροί σε εμάς γιατί εμείς δεν γίνεται να φανερωθούμε σε σας. Είμαστε από κείνους που πήραμε την πίστη από τον εξοχότατο Προφήτη. Είμαστε όλοι μας μουσουλμάνοι, δόξα τω Υψίστω Θεώ. Όπως θέλετε να μιλήσουμε, να δούμε τι θα γίνει. Δεν είναι ώρα για θυμό!». Ηρέμησα κι εγώ κάπου και είπα: «Έτσι λοιπόν! Ε μουσουλμάνε, ας είναι μαζί σου ο Ύψιστος Θεός! Κι εμείς αυτό θέλουμε από σας. Μακάρι να είχε γίνει αυτή η κουβέντα από πριν, να μην είχε γίνει αυτός ο τσακωμός. Πείτε λοιπόν τώρα ποιος είναι ο σκοπός σας, φανερώστε τι θέλετε.». Πάντα αόρατη, η φωνή είπε: «Πράγματι, το ζήτημα έχει όπως το είπε ο παλιατζής. Έχουμε έναν αρχηγό. Είναι ακόμα σουλτάνος νέος και άμυαλος. Ακόμα ασχολείται να γυρνάει και να γλεντάει κουβεντιάζοντας με τους φίλους του. Πράγματι, του άρεσε το σπίτι αυτού του ανθρώπου. Σε δύση και ανατολή έχει δει πολλούς τόπους, αλλά μόνο εδώ ευχαριστήθηκε. Η επιθυμία του τώρα είναι να βρίσκεται πάντα εδώ και να γλεντάει μοναχός. Να μη μείνει κανείς από τη φυλή των ανθρώπων σε αυτό το σπίτι, να κάθεται όποτε θέλει με τους δικούς του συντρόφους, να μην έχει τον μπελά των ανθρώπων. Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι ο παλιατζής να σηκωθεί να φύγει από αυτό το σπίτι, να μείνει άδειο από τη φυλή των ανθρώπων. Γιαυτό τόσο καιρό πετροβολούμε το σπίτι του παλιατζή. Είδε ότι ο παλιατζής δεν αποφασίζει να φύγει, άρχισε να πετροβολά και τα σπίτια των γειτόνων του, μπας και αυτοί θυμώσουν και διώξουν τον παλιατζή με το ζόρι.»

Αφού αποσαφηνίστηκε το ζήτημα, είπα στον παλιατζή: «Ορίστε, μουσουλμάνε, άκουσες την κατάσταση με τα ίδια σου τα αυτιά. Πρέπει να δράσεις ανάλογα, να πουλήσεις αυτό το σπίτι και να το αδειάσεις.» Εκείνος άρχισε να θρηνεί και να λέει: «Εγώ σε τούτο το σπίτι μένω τριάντα χρόνια τώρα! Είναι το σπίτι που μου άφησαν ο πατέρας μου κι ο παππούς μου. Πώς μπορώ να το πουλήσω! Και δεν μπορώ και να αγοράσω άλλο όπως λένε. Ας μου δώσουν τώρα μερικές χιλιάδες άσπρα αν είναι, να πάω κάπου να αγοράσω άλλο σπίτι.»

Συνέχισε ο αφηγητής:

Είπα λοιπόν κι εγώ: «Ορίστε, ακούσατε τα λόγια του παλιατζή. Πράγματι είναι φτωχός, δώστε του κι εσείς μερικές χιλιάδες ασπρούλια!» Η απάντηση ήρθε: «Εμείς δεν είμαστε ικανοί να πάρουμε χρήματα από τα χέρια ανθρώπων και να σας τα δώσουμε. Αυτό για μας είναι απαράδεκτο, δεν γίνεται. Δείξαμε τόση ευγένεια. Μας φτάνει να τον σκοτώσουμε. Ας φύγει αμέσως τώρα από το σπίτι, όσο είναι σώος και αβλαβής, ειδάλλως έτσι σκοτώνουμε τώρα όλους όσους κάθονται εδώ». Είπαν τότε και οι γείτονες στον παλιατζή: «Ή σηκώνεσαι και φεύγεις, ή θα σε σκοτώσουμε εμείς, όχι τα τζίνια!» και του όρμησαν. Ο παλιατζής, τι να κάνει, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι. Έτσι τα δύο μέρη συμβιβάστηκαν και συμφιλιώθηκαν. Είδαμε τότε το εξής: σαν να κατέβηκε από τον ουρανό ένα στρωμένο τραπέζι, εμφανίστηκε μισό κόκκινο καρπούζι και μισό πεπόνι μέσα σε ένα πράσινο πορσελάνινο ταψί, και δίπλα τους δύο μαχαίρια, μακριά και λεπτά σαν βελόνες. Από τη στέγη ήρθε και τοποθετήθηκε μπροστά μας. Δεν ήταν και καιρός να βρεθεί πεπόνι και καρπούζι, ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν! «Στο όνομα του Θεού, ορίστε, φάτε πρώτα, δεν έχουμε κάτι άλλο να σας πούμε» ακούστηκε. Είπα κι εγώ να πω στον εξοχότατο μπέη μας να ορίσει να φάμε, να τους ευχαριστήσουμε. Όμως του μπέη του είχε φύγει το μυαλό! Τον κούνησα για να τον συνεφέρω: με δυσκολία τον επανέφερα στα συγκαλά του, και του είπα «Ορίστε να φάμε». Είπε: «Τι να φάω, κάνε μου τη χάρη και στείλε με αμέσως σπίτι. Μα το Θεό, μου έφυγε η ζωή, όσο ζω δεν ξανάδα τέτοια πράγματα. Πάει η αντρειοσύνη μου, κύλησε κι έφυγε! Δεν ξέρω τι μου συνέβη, από το φόβο μου κατουρήθηκα ή μου έφυγε ο ανδρισμός μου! Να χαρείς, για την ψυχή του πατέρα σου, σώσε με και πάρε με από δω!» Μάζεψα τη δύναμη της ψυχής μου, είπα το μπισμιλάχ, και πήρα το ένα μαχαίρι. Έκοψα πεπόνι και καρπούζι, έφαγα όσο ήθελα. Μετά είπα «Δόξα τω Υψίστω Θεώ», διάβασα τη φατιχά, πέρασα το χέρι στο πρόσωπό μου. Αμέσως το πράσινο ταψί ξανά σηκώθηκε από μπροστά μου, ανέβηκε ψηλά και χάθηκε από τα μάτια μας. Σηκωθήκαμε κι εμείς όλοι και πήγε ο καθένας στο σπίτι του. Και ο παλιατζής, πούλησε το σπίτι του για εφτά χιλιάδες άσπρα. Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναέπεσε πέτρα, και οι μουσουλμάνοι ησύχασαν. Ο κακόμοιρος ο παλιατζής σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι, πήγε και πήρε σπίτι σε άλλο μέρος. Μέχρι που πέθανε έμεινε εκεί.

Λέει ωστόσο ο αφηγητής:

Αργότερα άκουσα ότι εκείνο τον φτωχό ξανά τον ενοχλούσαν και ότι για κάποιο διάστημα πετροβολούσαν και το σπίτι του εκεί. Η ιστορία που διηγήθηκα έγινε όπως την είπα.

Και διευκρίνισε ότι έγινε ακριβώς έτσι, χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτα. Η ευθύνη ανήκει στον αφηγητή.

Πάλι ξεχάστηκα! Χτες το παρόν τσαρδί έκλεισε τα δεκαπέντε. Δεκαπέντε χρόνια ποστ, αλλά και δεκαπέντε χρόνια διαδικτυακή παρουσία. Δεκαπέντε χρόνια ο Δύτης σας τριγυρνά σε δυο τρία σταθερά στέκια, με τους θαμώνες του το καθένα: ανταλλάσσει χαιρετούρες, απόψεις, αστειάκια, με κάποιους πίνει και ένα κρασί. Ποιος ξέρει για πόσο ακόμα! Να’μαστε όλοι καλά, να τα λέμε.

Δεν έχω το κουράγιο να γράψω χωριστά για κάθε ένα από τα κομμάτια που απομένουν. Θα με συγχωρέσετε, είναι πιο πολλά απ’ όσο μπορώ να αντέξω και πολύ λίγα ξεπερνάνε τη χρυσή μετριότητα. Το γράφω αυτό με θλίψη.

1994: Μακεδονικό, εθνική ανάτασις, ο Σαββόπουλος πενήντα χρονών μοιάζει ήδη γέρος και εμφανίζεται στην τηλεόραση σαν σοφός συμβουλάτορας – και βγάζει τον πιο αδιάφορο δίσκο του. Τι έχουμε εδώ; Μια ρηχή νοσταλγία για την αγνή αριστερά του ’60 (άντε πάλι!), μια ακόμα προσπάθεια αυτοδικαίωσης (το ομώνυμο κομμάτι), δυο-τρία εντελώς άνευρα τραγούδια εθνικού περιεχομένου (Πρεσθλάβες, Ακτίνες του Βορρά – μέχρι και τον πατριάρχη έχωσε μέσα!) που δεν τα θυμάται ούτε ο ίδιος… Σώζονται δυο-τρία ερωτικά ας πούμε κομμάτια που προσπαθούν να μιμηθούν τα λαϊκά του Λοΐζου («Φιλημένη μες στους κινηματογράφους») ή, πιο επιτυχημένα, του Τσιτσάνη («Πώς με κατάντησε η αγάπη» – αυτό είναι πράγματι ωραίο τραγούδι, αλλά βέβαια λίγο για έναν δημιουργό αυτού του βεληνεκούς). Δύο τραγούδια κρατάω εγώ: «Το ρεφρέν, σ’ αγαπώ» (δηλαδή «σ’ αγαπώ, σε παντρεύομαι»), ένα ας πούμε Πρωινό ή Άσπα reloaded, όχι κάτι σπουδαίο αλλά που διασώζει μια καθημερινότητα και μια χαρά και κολλάει ευχάριστα στο μυαλό· και τον «Μικρό μονομάχο», που ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί με συγκινεί έτσι και δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Αυτά· είναι η πιο θλιβερή περίοδος του Σαββόπουλου αυτή, έβγαινε και μίλαγε ακατάπαυστα περί παντός του επιστητού και κυρίως για τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα, τυλιγόταν στη σημαία, έκανε άβολο να δηλώνεις θαυμαστής του εν γένει, ιδίως αν ήσουν στα είκοσι όπως εγώ. Είναι παράδοξο ότι αυτός ο δίσκος έμεινε περισσότερο στη μνήμη απ’ ό,τι το Κούρεμα, το οποίο, στην πραγματικότητα, παρουσιάζει κάπως μεγαλύτερο ενδιαφέρον όσο και να μας σπάει τα νεύρα.

Ε, αυτή την εξάντληση μοιάζει να την κατάλαβε και ο ίδιος ο Σαββόπουλος. Δεν σταμάτησε να δίνει συναυλίες, προσπαθώντας πάντα να δώσει μια νέα οπτική: και ήταν ωραίες! τη μια με συμφωνικές ορχήστρες (Σαββόραμα), την άλλη με μικρά ηλεκτρικά γκρουπάκια (Πυρήνας), με διάφορους καλλιτέχνες που διάλεγε με το πάντα ευαίσθητο αισθητήριό του (Δεληβοριάς στο νέο ξεκίνημά του, Θανάσης Παπακωνσταντίνου)… Έβγαλε κάποιους δίσκους με παλιό υλικό, θεατρικό (Οδυσσεβάχ-Πλούτος) ή διασκευές (Ξενοδοχείο). Το ’99, στην παραμονή του νέου αιώνα, απομονώνεται στο Πήλιο και βγάζει έναν τεράστιο δίσκο (μία ώρα, διάρκεια ρεκόρ για άλμπουμ του με εξαίρεση τη διπλή Ρεζέρβα) μόνο με ακουστικά όργανα, τον Χρονοποιό – μετά πια, ο ίδιος δήλωσε ότι δεν είχε πια έμπνευση. Δυστυχώς, παρά την ειλικρινή προσπάθεια, ούτε αυτός ο δίσκος θα μείνει στη μνήμη: μετά τη θρησκεία (’83) και την πατρίδα (’94), εδώ πρωτεύοντα ρόλο έχει η οικογένεια. Ανασκοπήσεις του συζυγικού βίου, σκηνές από έρωτες και από καθημερινή ζωή, νοσταλγίες για τους απόντες, κάποιες σχεδόν σπαραχτικές στιγμές ενδοσκόπησης («Το φως στις δέκα π.μ.»), η γνωστή πια αισιοδοξία για τα εθνικά μας αποθέματα, ακόμα και ένα τραγούδι για την Αμερική (!) – τραγούδια που το καθένα τους στέκεται, δε λέω, αλλά κανένα στο ύψος του Σαββόπουλου που μάθαμε. Είναι και πολύ μεγάλα, σχεδόν όλα πάνω από τέσσερα, κάποια και έξι λεπτά. Καλύτερα να τα έβγαζε σε ποιητική συλλογή (γιατί όχι;).

Ένα κομμάτι σώζεται για μένα, κι αυτό είναι παλιότερο αν δεν κάνω λάθος: οι Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου – δεν είμαι σίγουρος γιατί με συγκινεί τόσο, ίσως σα γονιό, αλλά μ’ αρέσει αυτή η αίσθηση της αλυσίδας που φέρνει προς την ιδέα εκείνη από τα Δέκα Χρόνια Κομμάτια, ότι ψάχνουμε δηλαδή τις ρίζες του παρελθόντος στο μέλλον – έχει και την ιδέα της γιορτής, αυτή τη φορά πιο σεμνή, οικογενειακή ας πούμε, σα μια σύνδεση με τα παιδικά χρόνια. Έτσι, θα πω ότι μ’ αρέσει που αυτό είναι το τελευταίο δισκογραφημένο τραγούδι του Σαββόπουλου. Ας το ακούσουμε από το Σαββόραμα (Δεκέμβρης του 2000):

1989, σαρανταπέντε χρόνων (πόσο νέος μου φαίνεται από την απόσταση των πενήντα!), από το ’83 με τα Τραπεζάκια Έξω έχει κάνει μια διετία εκπομπή, Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι, το ’86-’87, γεμάτη αισιοδοξία και αγάπη. Και ξαφνικά ξυρίζει τα μούσια, ποζάρει στα εξώφυλλα, και βγάζει δίσκο με αυτό ακριβώς το κούρεμα στον τίτλο: «Άλλαξα, κοιτάξτε!». Σαν από τη μια να θέλει να πει προκλητικά «αυτός είμαι, κι αν σας αρέσω», και απ’ την άλλη να μοιάσει πια σε όλους, γιατί βαρέθηκε να είναι διαφορετικός, γιατί θέλει -στο κλίμα του προηγούμενου δίσκου- να ενωθεί με τους πάντες. Κάπου τότε, χαρακτηριστικά, εμφανίστηκε σε ένα κέντρο με τον Πάριο, το πιο αταίριαστο ζευγάρι, θέλοντας απεγνωσμένα να ταιριάξει. Μα με ποιον; Με κάθε τι ελληνικό στον κόσμο αυτό; Τι κυκλοθυμία! Το κλίμα εδώ είναι το ακριβώς αντίθετο από το προηγούμενο, την αισιοδοξία στα Τραπεζάκια Έξω. Η δοξολόγηση της εθνικής ενότητας έχει κακοφορμίσει, των Ελλήνων οι κοινότητες έχουν γίνει δασύτριχοι αλήτες και, ακόμα χειρότερα, των συντρόφων τους θύτες. Ας μην επαναλαμβάνουμε τα γνωστά: τέλος δεύτερης τετραετίας του Ανδρέα, Κοσκωτάς, Κουτσόγιωργας, Αυριανή – άλλοι τα θυμόμαστε, άλλοι όχι, ήταν μια εποχή που φαινόταν να δικαιολογεί τους Κωλοέλληνες. Το θέμα ήταν -τότε- ότι ο Σαββόπουλος, με κάπως ακατανόητο ή απερίσκεπτο τέλος πάντων τρόπο για όσους έχουν τη βάσιμη υποψία ότι ενδιαφέρεται για την εικόνα του, τραβάει στα άκρα αυτή τη μανία για το πρόσκαιρο που πρωτοεμφανίστηκε στη μαντινάδα της Ρεζέρβας: όχι απλά αηδιάζω απ’ την κατάσταση, αλλά θα σας πω για τα σκάνδαλα, για τη Μιμή, ναι και για τον Μητσοτάκη. Ας μιλήσουν άλλοι για κίνητρα. Εγώ θα πω, τώρα που -πρώτη φορά- ακούω το δίσκο ολόκληρο, ότι μου βγάζει μια απόγνωση. Έτσι είναι: όταν έχεις δώσει τα πάντα σε καθετί ελληνικό στον κόσμο αυτό, η απογοήτευση θα τα πάρει όλα παραμάζωμα. Μαζί με την απόγνωση βέβαια, βλέπει κανείς και μια αυταρέσκεια, όπως πάντα στις κουβέντες περί γιδότοπου ήδη από την εποχή του Ραφαηλίδη. Μουσικά, διακρίνω μια φοβερή αμηχανία. Η μηχανή έχει στερέψει, και αυτός είναι ο πρώτος δίσκος που περιέχει όχι μόνο αδύναμα κομμάτια, αλλά και πραγματική φύρα.

Μην περιμένετε αστειάκια

Κατευθείαν στην επικαιρότητα, σα να είναι νούμερο ενός απελπισμένου βαριετέ. Ο ιστορικός θα προσέξει την υπόγεια πίστη στο αγαθό, αγνό στοιχείο της περίφημης γενιάς του ’60 (ήδη φανερό από προηγούμενους δίσκους, από το Canto π.χ. ή ακόμα και το Αουντουαντάρια), ακόμα και μουσικά στη λατέρνα και το ακορντεόν που συνοδεύουν αυτή την κάπως αυτάρεσκη αυτολύπηση («εγώ που είμαι ο πιο φριχτός» – ποιος το πιστεύει;). Μουσικά βέβαια κάτι έχει να δώσει, σε ένα ξεψύχισμα του μελωδικού πλούτου που επιδείχθηκε στον προηγούμενο δίσκο.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Το 1983 ο Σαββόπουλος είναι τριανταεννιά χρονών. Η Ελλάδα είναι στον δεύτερο χρόνο ΠΑΣΟΚ, και ακόμα ζει το όνειρο της Αλλαγής. Έχει τέσσερα χρόνια να βγάλει δίσκο. Και βγάζει κάτι πολύ διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα. Κάτι συνέβη στο μεταξύ.

Υπάρχουν κάποιες σπάνιες ηχογραφήσεις από τις παραστάσεις της περιόδου ’80-’81: Γιγανταιώρημα, στον Σκορπιό – ήταν μια παράσταση (ξανά) με καραγκιόζηδες και περφόρμερ, με κάποιο είδος μονόπρακτου… το θέμα είναι ότι τα τραγούδια που έχουν διασωθεί (επειδή τα ξανάπαιξε μια φορά στο ραδιόφωνο) δεν έχουν καμία σχέση με το δίσκο που βγήκε το ’83. Είναι τραγούδια εξαιρετικά δύσκολα, τόσο στον στίχο (πάρτε μια ιδέα εδώ: https://twitter.com/dytistonniptir1/status/1640354949409193986 ) όσο και στη μουσική, που μοιάζει να χάνεται σε περίπλοκες μελωδίες που είναι αδύνατο να τραγουδηθούν χωρίς παρτιτούρα. Μοιάζει σα να τραβάει στο έπακρο τη γραμμή της Ρεζέρβας (σε κομμάτια όπως η Μικρή Ελλάδα ή η Άσπα φερειπείν). Δεν μοιάζει να έπιασε αυτό. Αντίθετα, κάποια κομμάτια που είχαν γραφτεί για τη Ρεζέρβα ή λίγο μετά, με εντελώς διαφορετική μουσική κατεύθυνση (στιλ του Καραγκιόζη, ας πούμε) θα βρουν το δρόμο τους: η Πρωτομαγιά, τον Χειμώνα ετούτο.

Ξέρουμε ότι προσωπικά, ιδεολογικά ας πούμε, ο Σαββόπουλος πέρασε μια απότομη στροφή προς αυτό που λέμε νεο-ορθοδοξία. Αυτό κατά δήλωσή του έγινε όταν πέθανε ο παλιός του φίλος ο Λοΐζος, το Σεπτέμβρη του ’82. Μέσα σε ένα χρόνο (εικάζω) βρίσκει φόρα να βγάλει ένα δίσκο όπου η χαμηλόφωνη ενδοσκόπηση (Τοπίο μυστικό, Φλόγες) συνυπάρχει με τον χαρούμενο πανηγυρισμό (Ας κρατήσουν οι χοροί, Τσάμικο) και κυριαρχείται από το συναίσθημα της ένωσης με το σύνολο. Το στοίχημα που είχε βάλει με τους Αχαρνής δηλαδή, εδώ όμως η γιορτή έχει να κάνει με κάτι πιο συγκεκριμένο: των Ελλήνων οι κοινότητες, αρχαιότητες και ορθοδοξία, τοπίο μυστικό πλην όμως χαρμόσυνο. Έτσι στον πανηγυρισμό αυτό τη θέση της τούμπας παίρνει το κλαρίνο, ακούμε νταούλια, υπάρχει μια καλή πρόθεση πλησιάσματος στον κόσμο (είναι σαφής στις συναυλίες στα στάδια που ακολούθησαν, ή στην ωραία εκπομπή για το ελληνικό τραγούδι του ’86-’87) που όμως, να πούμε την αλήθεια, ακούγεται κάπως άψυχη. Τα ξερωγώ ανεβαστικά κομμάτια του δίσκου ακούγονται πολύ καλύτερα στις συναυλίες, ξεσηκώνοντας το κοινό και τον ακροατή. Στο δίσκο, όπως έχει γραφτεί, στην τρίτη ακρόαση κουράζεσαι, και βάζεις για εκατοστή φορά το Περιβόλι ή το Βρώμικο Ψωμί.

Νέο Κύμα

Ήδη με το πρώτο κομμάτι μπαίνουμε σ’ αυτό το κλίμα της συμφιλίωσης. Δεν είναι πια ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι, μας λέει, είναι ένας ταπεινός καλλιτέχνης που πασχίζει να φτάσει το ύψος του κοινού του – το λέει τόσο πολλές φορές που αναπόφευκτα αναρωτιέται κανείς για την ειλικρίνειά του. Κάπου ξανά επαναλαμβάνεται το μοτίβο του τραυλίσματος, του δεν έχω ήχο δεν έχω υλικό, αλλά κάπου γίνεται φλύαρο, σχεδόν (ή εντελώς) αυτάρεσκο. Ένα ευχάριστο κομμάτι, στη γραμμή του Λαυρίου ας πούμε, που όμως μοιάζει να απευθύνεται σε όλους και σε κανέναν…

Μας βαράνε ντέφια

Διαβάστε τη συνέχεια »
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε